Αρθρογραφία
Συνεντεύξεις
Συνέντευξη με τον Παναγιώτη Σελασίδη
Συνεντεύξεις
Συνέντευξη με τον Παναγιώτη Σελασίδη
Συνέντευξη με τον Παναγιώτη Σελασίδη
Σελίδα 1 από 2
Τρίβε-τρίβε να φύγει το κρασί...
Πήγαμε στο εργαστήρι-μαγαζί του Παναγιώτη Σελασίδη στη Νίκαια (Τζαβέλα 58, τηλ.: 210-4913709, 210-4927849) λίγο πριν το μεσημέρι του Σαββάτου. Είχαμε συνεννοηθεί τηλεφωνικά λίγες μέρες πριν, του είχαμε εξηγήσει τι θέλουμε από αυτόν, αλλά και πάλι είχαμε ένα …άγχος για το πώς θα μας αντιμετωπίσει. {mosimage}Κι αυτό γιατί -απ’ όσο ξέραμε- ο Σελασίδης είναι αρκετά λιγόλογος και επιπλέον δε γουστάρει τις πολύωρες επισκέψεις στο μαγαζί του, ούτε από πελάτες ούτε από φίλους, γιατί όπως λέει ο ίδιος «δε μ’ αφήνουν να δουλέψω». Τη δυσαρέσκειά του για τους «χασομέρηδες» δε χρειάζεται να τη μαντέψεις, αφού στο υπενθυμίζουν διάφορες ταμπέλες που κρέμονται στους τοίχους. Τελικά όλοι οι «φόβοι» μας διαλύθηκαν απ’ την πρώτη στιγμή.
Καλημέρα μάστορα.Καλώς τα παιδιά. Καφεδάκι θα πιείτε;
Βεβαίως.
Μισό λεπτό κι έρχομαι...
Πώς πάει η δουλειά εδώ μάστορα;
Δύσκολα. Έτσι και φύγουμε κι εμείς… τελείωσε, όπως το βλέπω εγώ με το δικό μου το μάτι. Πολλά παιδιά συναδέλφων μου δεν ακολουθούν την δουλειά, που είναι παραδοσιακό επάγγελμα. Να, ο Νίκος ο γιος μου δούλευε πριν πάει φαντάρος. Τώρα που απολύθηκε δεν έχει δουλειά. Τι να κάνουμε, δεν έχει φαΐ εδώ.
Δε βγαίνει το μεροκάματο;
Εδώ δεν μπορούμε να τα βγάλουμε πέρα εμείς, να έχουμε και το παιδί που θέλει μεροκάματο, δώρα, άδειες, ΙΚΑ… Σε καλό του βγήκε που πήγε σε άλλη δουλειά. Έχουν και συνέχεια δουλειά, δόξα τω Θεώ, ούτε με επιβαρύνει, αντιθέτως με βοηθάει και καμιά φορά.
Είναι σε ανάλογη δουλειά;
Όχι, όχι είναι με τα ξύλα, σε έπιπλα κουζίνας.
Η οργανοποιία είναι και μεράκι, δύσκολη δουλειά…Μεράκι μεγάλο ρε παιδιά! Πρέπει να έχεις μεράκι να τ’ αγαπάς αυτό που φτιάχνεις.
Πότε ξεκίνησες μάστορα αυτή τη δουλειά;
Το ’65 ξεκίνησα…
Το ’65 ε… σαράντα χρόνια!
Σαράντα χρόνια… ήμουνα παιδάκι ακόμη.
Εδώ στη Νίκαια έχεις γεννηθεί;
Όχι, στη Δράμα έχω γεννηθεί εγώ και ήρθαμε με τους γονείς μου το 1958 για καλύτερη ζωή ας πούμε...
Τη δουλειά του οργανοποιού πού την έμαθες;
Είναι μια ωραία ιστορία! Εγώ τότε δούλευα στον Πειραιά μεν, αλλά σε ένα καρεκλάδικο που ήταν κοντά στα οργανοποιεία, εκεί στην Αλιπέδου. Ένα βραδάκι, Πέμπτη βράδυ ήταν γιατί δεν τα ξεχνάς αυτά εύκολα, όπως καβατζάρισα τη γέφυρα και βγήκα στα οργανοποιεία, είπα να δω πόσο κάνει ένα μπουζούκι. Πού να ξέρω εγώ τι είναι το μπουζούκι, αλλά τέλος πάντων… Μπαίνω σ’ ένα οργανοποιείο που ’χε φως και ήταν μέσα ένας μάστορας και δούλευε. «Καλησπέρα» του λέω, «καλησπέρα» μου λέει κι αντί να τον ρωτήσω πόσο κάνει, του λέω «θες καναν πιτσιρικά για τη δουλειά»;
«Από πού είσαι ρε» μου λέει, «από την Δράμα» απαντώ. «Πόντιος είσαι;», λέω «μάλιστα». «Έλα από τη Δευτέρα» μου λέει.
Από την Πέμπτη που πήγα εκεί δεν ξαναπήγα στην άλλη δουλειά. Περίμενα πότε θα ’ρθει η Δευτέρα να πιάσω δουλειά στα όργανα!
Πήγα τη Δευτέρα πρώτος-πρώτος, γιατί ο καινούργιος πάει πρώτος. Δουλεύω ρε παιδιά την πρώτη μέρα… Τη Δευτέρα αυτή δεν την ξεχνάω. Μου φάνηκε βουνό! Είπα πότε θα 'ρθει η ώρα να σχολάσω! Μου φάνηκαν πολύ δύσκολα. Είπα αύριο δεν ξαναπάω, αλλά έπρεπε να πάρω το βδομαδιάτικο και κάθισα όλη τη βδομάδα. Ε αυτή η βδομάδα με κράτησε! Αυτό ήταν! Πω πω πόσο ευχάριστα πέρναγε η ώρα μετά!
Μεγάλη βδομάδα… σαράντα χρόνια κρατάει! Εκεί φτιάχνατε μπουζούκια μαζικής παραγωγής;
Ναι, Μουρατίδης λεγότανε και υπάρχει ακόμα. Ο γέρος νομίζω πέθανε γύρω στο 2000, αλλά είναι ο γιος του. Δουλεύαμε τότε επτά άτομα εκεί μέσα βοηθοί.
Οι άλλοι έξι ακολούθησαν το επάγγελμα;Οι περισσότεροι ναι. Ο κουμπάρος μου ο Σταύρος ο Τσαντουρλής, ο Κορδάς που είναι τώρα στο Χαϊδάρι. ο Καλκέψος πού είναι και πιο παλιός από μένα, αυτοί ακολούθησαν τη δουλειά και έκαναν δικά τους μαγαζιά. Ηταν και ένας Κωνσταντινίδης που έγινε ηθοποιός και άλλοι που δεν ακολούθησαν.
Εκείνη τη εποχή ποιος ήταν ο πιο φημισμένος στη δουλειά;
Ο Ζοζέφ ήταν και θα είναι πάντα βρε παιδιά! Τελείωσε! Τα μυστικά τά ’χει πάρει μαζί του και άστους να λένε ότι θέλουν. Ήξερε και μουσική, ήξερε και τα όργανα, αλλά δεν ήταν μόνο αυτό. Την ψαχούλευε τη δουλειά, τα ήξερε τα ξύλα καλά. Μάθαμε κι εμείς απ' το Ζοζέφ.
Σας έδειχνε και εσάς ο Ζοζέφ;
Όχι, με τίποτα! Από τα όργανά του μάθαμε. Σε κανέναν δεν έδειχνε! Τώρα είναι ο γιος του στο εμπόριο οργάνων, αλλά ο Ζοζέφ ένας ήτανε και δε θα βγει άλλος πια.
Επειδή πήγαιναν πολλοί επαγγελματίες στο Ζοζέφ, του ζητούσαν διάφορα πράγματα για το όργανο και γι’ αυτό ψαχνόταν, το πάλευε και έτσι έφτιαχνε καλύτερα όργανα.
Τα περισσότερα που φτιάχνατε το ’65 ήταν τετράχορδα ή τρίχορδα;
Τρίχορδα ήτανε, δεν τα ξέραμε τα τετράχορδα, μέχρι που το έφερε στην πιάτσα ο Χιώτης.
Ερχόντουσαν και γνωστοί μπουζουξήδες στο μαγαζί;
Πάρα πολλοί! Ήτανε πιάτσα κάτω στον Πειραιά, ήταν ο Κατινάρης, ο Τσιτσάνης, ο Παπαϊωάννου, ο Μάρκος… Κάθε μέρα εκεί μαζεύονταν… Πού να τους θυμάμαι τώρα όλους.
Ποιοι άλλοι μάστορες ήταν τότε στον Πειραιά;
Ήταν ο Αγκόπ που συναγωνιζόταν με το Ζοζέφ. Καλός μάστορας κι αυτός. Εκεί, δίπλα στο δικό του μαγαζί, έφτιαξα και το πρώτο δικό μου μαγαζάκι, ένα πολύ μικρό, που το έκλεισα γρήγορα γιατί δεν είχαμε τότε μυαλό για δουλειά, τρέχαμε στα γήπεδα…
Έπαιζες μπάλα;
Ναι, στον Περαμαϊκό. Δεν έχω και καμιά φωτογραφία να σας δείξω το γήπεδο. Βαράγαμε τα κόρνερ μέσα από τη θάλασσα γιατί το γήπεδο ήτανε στην παραλία! Τα καβουράκια έβγαιναν έξω! Δεν κάνω πλάκα! Μετά τα μπαζώσανε όλα, τα κάνανε... άστα...
Η «νύχτα» πώς ήταν τότε;
Όλο το Πέραμα ήταν γεμάτο μαγαζιά, ταβέρνες, με μπουζούκια. Εκεί που είναι ο δρόμος σήμερα, από κάτω ήταν μαγαζιά με τραγουδιστές, τους καλύτερους. Ολη η παραλία μέχρι του Αλογάκου εδώ κάτω.
Μπουζούκι παίζεις Παναγιώτη;Λίγα πράγματα, ίσα για κουρντίσω το όργανο και να δω τι έχω κάνει, πώς έχει γίνει το οργανάκι, τι θέλει, τι δε θέλει.
Το αγαπάς όμως το όργανο…
Αν τ’ αγαπάω λέει; Το μεράκι μου είναι!
Ποια ήτανε η περίοδος που είχε ακμή αυτή η δουλειά;
Τότε με το συρτάκι, με το Zorbas the Greek. Τότε δεν προλαβαίναμε να φτιάξουμε μπουζούκια, μας τα έπαιρναν οι έμποροι από το μαγαζί χωρίς χορδές και τις βάζανε μόνοι τους γιατί δεν προλαβαίναμε…
Το κόστος ενός μπουζουκιού τότε πόσο ήταν;
Γύρω στις 300 δραχμές για ένα μπουζούκι της σειράς. Τα πιο καλά ήταν ακριβότερα και το μεροκάματο που έπαιρνα ήταν γύρω στις 40 δραχμές.
Τώρα πόσο δίνεις ένα μπουζούκι της σειράς;
Γύρω στα 300 ευρώ, αλλά τώρα ο κόσμος δεν έχει λεφτά. Για να σου δώσω να καταλάβεις, για να τελειώσω εγώ ένα μπουζούκι τώρα τα μάτια μου υποφέρουνε από αυτή τη δουλειά, έχουμε στραβωθεί εμείς. Είναι λεπτοδουλειά, έχει πολύ λεπτομέρεια κι αυτοί που κάνουν τα φτηνά του εμπορίου τα βιομηχανικά τα δίνουν όπως-όπως. Εγώ όμως όταν φτιάχνω ένα μπουζούκι, κι ας είναι φτηνό, το κάνω όπως πρέπει. Δεν μπορώ επειδή είναι φτηνό να το αφήσω έτσι. Ο άλλος θα το πάρει το μπουζουκάκι του να παίξει, να το έχει χρόνια, δεν ξέρω ψέματα εγώ. Τι πάει να πει φτηνό; Φτηνό στην τιμή. Τα θέλω να κελαηδάνε τα μπουζούκια.
Παλιά παίρνανε καλά λεφτά οι μπουζουξήδες;
Ναι, παίρνανε. Είχανε τις χαρτούρες και τα μεροκάματα, ήτανε αλλιώς, αλλά οι πιο πολλοί δεν είχανε μυαλό. Τα πιο πολλά τα παίζανε, τα τρώγανε στα ζάρια και στα αλογάκια. Τώρα δεν παίρνουνε λεφτά. Οι πιο πολλοί είναι άνεργοι ή δουλεύουν σε καμιά ταβέρνα με χαμηλό μεροκάματο, να όπως το παιδί που ήταν εδώ όταν ήρθατε. Χρόνια επαγγελματίας και τώρα δε δουλεύει.
Τη δεκαετία του ’80 ήταν καλά από δουλειά;
Τότε ήτανε κάπως καλύτερα. Διαφημίζανε λίγο το μπουζούκι με το «ρεμπέτικο». Είχα και παραγγελίες μπουζούκια, τώρα δεν υπάρχουν πια. Να το γράψεις αυτό! Πεθαίνουμε, δεν έχουμε δουλειά!
Όλα θα τα γράψω, ακριβώς όπως τα λες. Τα υλικά έχουν αλλάξει;
Τα υλικά έχουν αλλάξει ως προς την φιγούρα. Τότε κάναμε πιο απλά μπουζούκια, όχι τόσα στολίδια. Μετά βάλανε και κλάρες και πολυεστέρα στο όργανο… Μπαίνει πολυεστέρας στο όργανο; Το ξύλο είναι ζωντανό πρέπει να «μιλάει». ’μα κλείσεις όλους τους πόρους με τα λούστρα γίνεται μουγκό και δεν μπορεί να παίξει φυσικά. Και γι’ αυτό παίζουν μόνο με τα ρεύματα. Σκέτα δε μιλάνε καθόλου αυτά τα όργανα. Διάλεγε ο Μάρκος μπουζούκι και δεν πα να είχε απάνω χρυσάφια, δεν του έκανε. Διάλεγε ένα που του έκανε στα αυτιά, χωρίς να κοιτά φιγούρες. Δεν ήξερε αυτός;
Επιλογές
Ετικέτες άρθρων
78_στροφές
blues
internet
ross_daly
έρευνα
αδαμίδου
αισθητική
αλτής
αναγνωστάκης
αττίκ
αφοι_μιλάνοι
βίντεο
βαμβακάρης
βαρλάς
βενιός
βιβλίο
βιογραφία
βιώματα
βραχνάς
γάιλας
γενίτσαρης
γεωργιόπουλος
δίσκοι
δανάη
δημητριανάκης
διακοπές
δισκογραφία
δοκίμια
δρόμοι
εις_μνήμην
εκδηλώσεις
ελύτης
ζοζέφ
ηχογράφηση
θεοδωράκης
ιστορικά
ιωαννίδης
καθημερινά
καραπιπέρης
καρβούνης
καρνέζης
καρσιγάρ
κετέντζογλου
κιθάρα
κιουρντί
κλίκα
κλίμακες
κομπολόι
κώτη
λατέρνα
λαϊκά
λογοκρισία
μάμμος
μέλκον
μήτσου
μαθηματικά
μακάμια
μανιάτης
μεζέδες
μελέτες
μεράκια
μεσθεναίος
μητρέντσης
μουσική_θεωρία
μουσικό_χωριό
μουφλουζέλης
μπάτης
μπέλλου
μπιθικώτσης
μπουζουξήδες
μπουζούκι
μυστακίδης
νικολαΐδης
ντουζένια
οδοιπορικά
οινοποιΐα
οργανοποιΐα
ούτι
παγιουμτζής
παπάζογλου
παπαδόπουλος
παπαϊωάννου
παράδοση
πειρατεία
πριγκηπέσσα
προβληματισμοί
πρωτομαγιά
ρέερμπυ
ραστ
ρεμπέτικα
σακαφλιάς
σαμπάχ
σαρικούς
σελασίδης
σολίστες
σπουρδαλάκης
σπυρόπουλος
σπόρος
στέκια
στίχοι
σταματίου
στουραΐτης
συλλογές
συνέντευξη
συντήρηση_μουσικού_οργάνου
συνταγές
σφίγγος
τέχνες_που_χάνονται
τέχνη
ταβέρνες
ταμπουράς
ταξίδια
ταξίμια
τατασόπουλος
τεχνολογίες
τραγούδια
τσίγκος
τσίπουρο
τσιτσάνης
τσομίδης
φρονιμόπουλος
χασικλίδικα
χατζιδάκις
χιτζάζ
χιτζασκιάρ
χοροί
χρονογράφημα
Στατιστικά
Αυτή τη στιγμή, διαβάζουν 53 αναγνώστες την κλίκα