συνεντεύξεις

άνθρωποι που μιλούν για το έργο τους και παρουσιάζουν τις απόψεις τους για πολλές πτυχές του λαϊκού τραγουδιού - και όχι μόνο...

H συνέντευξη με το Δημήτρη Μυστακίδη δεν θα μπορούσε να είναι μικρή. Από πού να ξεκινήσεις και πού να σταματήσεις... Ένα τσιγάρο στο στόμα, μια κιθάρα στα χέρια και μια φωνή βαριά, που λέει τραγούδια προπολεμικά... Ο Μήτσος, όπως τον λένε αυτοί που τον ξέρουν και τον αγαπούν, είναι multitask. Πολυπράγμων, για να το πω στη γλώσσα μας. Με ατελείωτες ώρες πτήσης στο πάλκο, στη διδασκαλία, στις συναυλίες. Πολυπράγμων και στα όργανα, δεν είναι τυχαίο ότι παίζει με ευκολία ό,τι κάτσει στα χέρια του. Ένα όργανο βέβαια είναι το εκλεκτό: η λαϊκή κιθάρα. Την τέχνη της λαϊκής κιθάρας την αποδόμησε, όπως λέει και ο ίδιος. Σαν τον καλό τον οργανοποιό, που θέλει να καταλάβει τα μυστικά του οργάνου. Την αποδόμησε για τους φοιτητές του, γιατί αλλιώς, όπως μάς είπε, η γνώση δε μεταφέρεται. Ευτυχώς για μας, τα κομμάτια τα συνέθεσε ξανά, και από τα χέρια του ακούσαμε εκτελέσεις που θα μείνουν.

Ο Δημήτρης Μυστακίδης για τη λαϊκή κιθάρα αγωνίστηκε και αγωνίζεται. Αληθινά. Με πάθος, οργάνωση και συνέπεια. Ο καθένας χαράζει την εποχή του, και στη δική μας, η λαϊκή κιθάρα δεν θα είναι ίδια μετά από αυτόν. Καμιά φορά ζούμε μαζί με τους μεγάλους και δεν το παίρνουμε χαμπάρι... Φυσικά τίποτα δεν είναι τυχαίο: ο κατάλληλος ανθρωπος, με τα κατάλληλα εργαλεία, την κατάλληλη στιγμή. Ταλέντο, μουσική εμπειρία, διδασκαλία, συνδυάστηκαν και έκαναν ένα μείγμα εκρηκτικό. Η προσπάθειά του για την αναγνώριση του ρόλου και της αξίας της λαϊκής κιθάρας, όχι μόνο ως συνοδευτικού οργάνου αλλά και ως σολιστικού, κερδίζεται και στη συνείδηση του κόσμου αλλά και στους κρατικούς φορείς. Σ' αυτή τη συνέντευξη μιλήσαμε για πολλά, για τη ζωή του, για τις συνεργασίες του, για τις απόψεις του, και φυσικά για τη λαϊκή κιθάρα. Πάμε λοιπόν.

Καταγωγή, ξεκίνημα, πρώτες δουλειές

Φωτογραφία: Γιάννης Ψαθάς
Δημήτρη, πού γεννήθηκες;
Γεννήθηκα και μεγάλωσα στη Θεσσαλονίκη, το 1970.

Από πού είναι η καταγωγή των δικών σου;
Ο παππούς και η γιαγιά από τη μεριά του πατέρα μου ήρθαν από το Ικόνιο, με την ανταλλαγή του 1923, Μικρασιάτες. Ο παππούς και η γιαγιά απ' τη μεριά της μητέρας μου γνωρίστηκαν στον πόλεμο του '40. Ο παππούς, τραυματίας, η γιαγιά νοσοκόμα. Για την καταγωγή τους ξέρω πως η γιαγιά ήταν απ' την Αθήνα. Ο παππούς μάς τα έλεγε μπερδεμένα...

Την καταγωγή αυτή την αισθάνεσαι, σε επηρεάζει;
Σίγουρα υπάρχει η κυτταρική μνήμη. Ισως αυτό εξηγεί το ότι μου αρέσουν μουσικές από παντού.

Ο πρώτος μουσικός που σε εντυπωσίασε;
Ο Δημήτρης ο Κοντογιάννης, γιατί έπαιζε πολλά όργανα. Εμένα μου αρέσουν τα όργανα, όχι η μουσική (γελάει).

Πότε έγινε η πρώτη επαφή με μουσικό όργανο;
Όταν ήμουνα μικρός, πηγαίναμε σε μια ταβέρνα με τον πατέρα μου, και εκεί εντυπωσιάστηκα από την ορχήστρα. Ο πατέρας μου είχε συγγένεια με τον ταβερνιάρη. Πολύ κοντά στην ταβέρνα αυτή υπήρχε ένα οργανοποιείο. "Απόλλων" λεγόταν, αν θυμάμαι καλά. Ε, εγώ ζήτησα από τον πατέρα μου μια κιθάρα, και αυτός ζήτησε από τον ταβερνιάρη να του φέρει μία, απ' το κοντινό οργανοποιείο. Σε μια γιορτή μου, μου την έφερε δώρο. Την είχα και την παίδευα: άλλοτε με κουτάλια, άλλοτε έκαιγα τις χορδές με σπίρτα για να δώ τι θα γίνει κι άλλες φορές πατούσα όπου να ναι. Ό,τι να ναι...
Αλλά, στην Στ' Δημοτικού, στο 7ο Δημοτικό Ευόσμου, ο δάσκαλος, ο Τάσος Μπάσογλου, μάς έκανε τρεις ώρες μάθημα και τρεις ώρες μουσική. Τη μουσική την κάναμε με μελώδικες και φλογερίτσες. Όμως εγώ τα τραγούδια τα έβγαζα στο σπίτι, στην κιθάρα. Μια μέρα του λέω του δάσκαλου: «να φέρω τη κιθάρα;». «Φέρτη» μου λέει, και από τότε έγινα ο κιθαρίστας της ορχήστρας. Θεωρώ ότι αυτός ο δάσκαλος ήταν η καλύτερη σύμπτωση της ζωής μου. Να είναι καλά όπου και να 'ναι!!

Η πρώτη συναυλία μαζί με το Δάσκαλο, τον Τάσο Μπάσογλου. Ο Δημήτρης Μυστακίδης είναι ο δεύτερος από κάτω αριστερά, με άσπρο πουκάμισο και παντελόνι.
Στο Ωδείο πότε πήγες;
Στο Ωδείο πήγα μετά το στρατό. Αλλά έπαιζα ήδη επαγγελματικά. Στο Ωδείο έμαθα θεωρία, πριν δεν ήξερα να διαβάζω μουσική.

Το θεωρείς σημαντικό το Ωδείο;
Πάρα πολύ, γιατί το να ξέρεις κι άλλα πράγματα σου ανοίγει το μυαλό. Αλλά δε θα σε κάνει να παίξεις καλύτερα. Δεν έχει να κάνει με το εκτελεστικό, αλλά με το λειτουργικό μέρος της δουλειάς.

Ποια μουσικά ρεύματα σε τραβάνε;
Όλα μ' αρέσουν. Με τις μουσικές έχω θέμα. Εκτός από την κλασσική, που δε βρίσκω χώρο στη ζωή μου γι' αυτήν. Δεν ξέρω σε ποια συναισθηματική κατάσταση ή κοινωνική περίσταση θα μπορούσα να ακούσω κλασσική μουσική. Για τις άλλες έχω χώρο και χρόνο.

Με τον Κωστή, τον ξάδερφο.
Πόσες ώρες μελετάς;
Δε μελέτησα ποτέ με τη στενή έννοια της μελέτης. Δεν είχα ποτέ την ανάγκη να εξελιχθώ και να γίνω δεξιοτέχνης. Μου έφτανε που έπαιζα, αλλά έπαιζα πολύ. 10-12 ώρες την ημέρα. Η μελέτη μου ήταν σε παιξίματα, με παρέες. Λίγο κάθισα στο σπίτι για να βγάλω κομμάτια. Αλλά δεν πιστεύω ότι είναι αυτό που πρέπει να κάνουν οι μουσικοί. Οι μουσικοί χρειάζονται μελέτη καθημερινή.

Πότε ξεκίνησες να παίζεις έξω;
Έπαιξα για πρώτη φορά στην Γ' Γυμνασίου. Τότε είχε ξεκινήσει η δεύτερη αναβίωση του Ρεμπέτικου, με το Ρεμπέτικο συγκρότημα Θεσσαλονίκης, με τον Αγάθωνα και τη Ρεμπέτικη Κομπανία με τον Κοντογιάννη. Ξεκίνησα σε μια ταβέρνα στον Εύοσμο, στο μαγαζί που είχαν οι γονείς ενός συμμαθητή μου. Δούλευα κρυφά, οι γονείς δεν μ' αφήνανε, δεν ήθελαν με τίποτα να γίνω μουσικός, ο πατέρας μου ήθελε να σπουδάσω. Αλλά η μάνα μου τραγουδούσε στο σπίτι τραγούδια του Τσαουσάκη. Και τραγουδούσε πολύ ωραία. Έπλενε πιάτα και τραγουδούσε. Η δεύτερη δουλεια που πήγα ήταν στη Γ' Λυκείου. Είχα αποφασίσει ότι θα γίνω μουσικός και έτσι με το σχολείο δεν είχα ιδιαίτερη σχέση. Παράλληλα, στον Εύοσμο είχε διάφορα ερασιτεχνικά σχήματα που συμμετείχα, όπου παίζανε Χατζιδάκη, Θεοδωράκη, αλλά και Ρεμπέτικα. Είχαμε και μια παρέα τότε, που ήταν σχεδόν όλοι μουσικοί και παίζαμε παντού. Στις εκδρομές, στις πορείες, στα πάρκα, παντού! Θυμάμαι πολλές φορές μαζευόμασταν Παρασκευή απόγευμα και φεύγαμε Δευτέρα πρωί....
Περάσανε κάνα δυο χρόνια και ξεκινήσαμε να πηγαίνουμε στο μαγαζί "Τα Μπλε Παράθυρα". Μετά το πρόγραμμα παίζαμε εμείς. Μια μέρα, ο κιθαρίστας αρρώστησε και έτσι έπαιξα εκεί για πρώτη φορά με επαγγελματίες. Οι μουσικοί με βοηθήσανε πάρα πολύ. Μέσα σε εκείνο το μαγαζί απέκτησα τις πρώτες μου σοβαρές εμπειρίες. Δούλεψα αρκετό καιρό εκεί. Κάποια στιγμή, δουλέψαμε παράλληλα με τον Μπάμπη τον Παπαδόπουλο, που τότε είχαν αρχίσει να παίζουν αρκετά με τις Τρύπες. Όποτε είχε συναυλία, πήγαινα εγώ στη θέση του. Στη συνέχεια ήμουνα σε πάρα πολλά σχήματα όπου έπαιζα πάρα πολλά όργανα: μπάσο, κιθάρα, μπουζούκι μέχρι που πήγα φαντάρος, το 88 με 90. Με το που απολύθηκα, την επόμενη μέρα, πήγα και δούλεψα σε μια μπουάτ, "Το Μυστικό", στα Κωνσταντινοπολίτικα. Από εκεί και πέρα δε σταμάτησα να δουλεύω.

Σε ρεμπέτικο σχήμα στη Γ' Λυκείου. Ο Νίκος Γκίλας στο μπουζούκι, ο Τέο στο ακορντεόν και ο Γιώργος στο τραγούδι.
Άλλες δουλειές έχεις κάνει;
Βέβαια, δούλεψα σε καπνομάγαζο, σε επιπλοποιείο και σε οικοδομές, μπετατζής, όταν ήμουν 21 χρονών.

Είχες άλλες μουσικές δραστηριότητες;
Ναι, συμμετείχα σε διάφορους πολιτιστικούς συλλόγους. Και είχαμε ένα σύλλογο, το "Μουσικό Εργαστήρι". Δεν υπάρχει πια. Από εκεί βγήκαν πολλοί μουσικοί, που παίζανε σχεδόν σε όλη τη Θεσσαλονίκη εκείνη την εποχή: Ο Γιάννης Καρασάββας, οι αδελφές Τσαϊρέλη, οι Πρατσινάκηδες, ο Δημήτρης Αποστολάκης, ο Βασίλης Γκάτσος, ο Πέτρος Μαυρόπουλος και άλλοι. Παράλληλα δούλεψα και σε σκυλάδικα με Καρρά, Βανδή, Τερζή και άλλους. Εκεί έπαιζα μπάσο. Για το μεροκάματο. Αλλά όλα αυτά τα χρόνια έπαιζα και ρεμπέτικο, γιατί στα σκυλάδικα δουλεύαμε τρεις μέρες, και τις υπόλοιπες έπαιζα ρεμπέτικα. Επαιζα στις "Φυσούνες", στα "Μπλε παράθυρα", και σε ένα ταβερνάκι στην Ηλιούπολη. Επίσης στο "Γλεντικουλέ" ήμουνα έξι χρόνια. Ήταν πολύ ωραίο μαγαζί και εκεί δούλεψα με τη Μαριώ, τον Αγάθωνα, τη Ρένα Στάμου, τη Σοφία Εμφιετζή...

Πού εστιάζεις τη μουσική δραστηριότητα στη Θεσσαλονίκη;
Όλη η δουλειά στη Θεσσαλονίκη γίνεται στους περιφερειακούς δήμους, δε γίνεται στο κέντρο. Τα πιο πολλά πράγματα γίνονταν στη δυτική Θεσσαλονίκη, αλλά και στην Τούμπα. Η Τούμπα ήταν ένας πολύ βασικός πυρήνας για τη λαϊκή μουσική.

Και η μουσική κουλτούρα του κόσμου στη Θεσσαλονίκη;
Η μουσική κουλτούρα του κόσμου στη Θεσσαλονίκη είναι όπως ήταν πάντα. Ο κύριος όγκος του κόσμου ακούει το mainstream, αλλά υπάρχει και κόσμος που ακούει και στηρίζει και άλλες μουσικές. Γενικά, στη Θεσσαλονίκη, γίνονται όλα, εκτός από τα δημοτικά. Θα ήθελα να υπάρχει ένα μαγαζί που να μπορώ να ακούω κλαρίνα.

Διδασκαλία

Πώς ασχολήθηκες με τη διδασκαλία;
Ξεκίνησα να κάνω μαθήματα στο Δημοτικό Ωδείο Μενεμένης, το 1996. Στη συνέχεια δίδαξα στο Μουσικό Σχολείο.

Η μέδοδος εκμάθησης για το λαούτο.
Πώς ξεκίνησες να διδάσκεις στην Άρτα;
Όταν ξεκίνησε το Τμήμα Λαϊκής και Παραδοσιακής Μουσικής στο ΤΕΙ Άρτας από το Γιώργο Κοκώνη και τη Μαρία Ζουμπούλη, είχα ήδη αρκετή εμπειρία και από συναυλίες αλλά και από δισκογραφία, μιας και έπαιζα από το '93 με το Νίκο Παπάζογλου αλλά και με τον Αγάθωνα, τη Μαριώ και άλλους. Είχα ήδη ασχοληθεί αρκετά με τα ρεμπέτικα. Τότε ο Κυριάκος Γκουβέντας και ο Αποστόλης Τσαρδάκας με προτείνανε για το ΤΕΙ Άρτας. Έτσι, το 2001 ξεκίνησα να διδάσκω λαϊκή κιθάρα στην Άρτα.

Και πώς ήτανε η εμπειρία στο ΤΕΙ Άρτας;
Μέσω της διδασκαλίας είδα και κατάλαβα πόσο μεγάλη είναι η τεχνική της λαϊκής κιθάρας. Καταρχήν, όλο αυτό που έπαιζα έπρεπε να το αποδομήσω στο μυαλό μου, γιατί μέχρι τότε έπαιζα μηχανικά. Αλλιώς, δε γίνεται να το διδάξεις.

Τι πιστεύεις ότι πρέπει να έχει ένας καλός δάσκαλος στη μουσική;
Υπομονή και ικανότητα να αποδομεί τη γνώση του. Να την κάνει όσο πιο μικρά κομμάτια γίνεται.

Και το λαούτο;
Το λαούτο είναι παράλληλη ιστορία. Το '84 με '85 μαζί με τον Κυριάκο Καλαϊτζίδη, το Λευτέρη Παύλου, το Ροζέ Λούντβιχ (που έπαιζε σαντούρι), ένα φυσικό, ένα σκηνοθέτη και τη Μαρία Λαδά που ήτανε στο τραγούδι, κάναμε ένα συγκρότημα παραδοσιακής μουσικής. Εγώ έπαιζα όργανα που δεν υπήρχαν μουσικοί να τα παίξουν. Στα όργανα είχα πολύ ευχέρεια: τα έπαιρνα και μετά από λίγη ώρα τα έπαιζα. Ένας από τους μουσικούς στην ορχήστρα είχε ένα λαούτο που δεν το έπαιζε κανείς. Το πήρα, έμαθα τις συγχορδίες και άρχισα να παίζω, και έτσι έπαιζα μ' αυτό το σχήμα μέχρι που πήγα φαντάρος. Μ' αυτό το σχήμα ήρθε ο Ρος Ντέιλι στη Θεσσαλονίκη πρώτη φορά και έκανε ένα σεμινάριο στη Φιλοσοφική Σχολή. Όταν γύρισα από φαντάρος, είχε γίνει πλέον το Συγκρότημα Παραδοσιακής Μουσικής του Δήμου Θεσσαλονίκης. Συνέβαιναν πολλά πράγματα παράλληλα: παραδοσιακά, ρεμπέτικα, σκυλάδικα, όλα μαζί γίνανε.

Το βιβλίο για το λαούτο πως προέκυψε;
Πριν απ' το ΤΕΙ Άρτας, δίδαξα για δυο χρόνια στο Μουσικό Σχολείο στη Θεσσαλονίκη. Εκεί είχα μια υποδιευθύντρια που ήταν πολύ καλό μυαλό. Ενδιαφερότανε. Από το δεύτερο χρόνο μου έλεγε: «οργάνωσε αυτά που έχεις και κάνε ένα βιβλίο». Τη λέγανε Ντίνα Κιατύπη. Της έλεγα «Εντάξει, ρε Ντίνα, θα το κάνω», «Κάντο», μου έλεγε, «Δεν ξέρεις τι γίνεται». Ώσπου μια μέρα χτυπάει το τηλέφωνο και μου λένε ότι η Ντίνα πέθανε. Είχε καρκίνο και δεν το ήξερε κανείς. Εκείνο το καλοκαίρι κάθισα και το έκανα και της το αφιέρωσα...

Πού πάσχει, κατά τη γνώμη σου, η διδασκαλία της παραδοσιακής μουσικής;
Νομίζω ότι έχει παραγίνει ακαδημαϊκή η διδασκαλία. Άσε που την έχουν ταυτίσει τόσο πολύ με τη βυζαντινή μουσική που οι περισσότεροι νέοι τραγουδιστές ψάλλουν, δεν τραγουδάνε. Παρ' όλα αυτά, έχει φτάσει σε ένα καλό σημείο και σε τεχνικό και σε θεωρητικό επίπεδο, όσο και σε βιβλιογραφία.

Και το λαϊκό τραγούδι;
Το αστικό λαϊκό τραγούδι στη διδασκαλία του πάσχει στην οργάνωση της ύλης και - λόγω της προφορικότητας μέσω της οποίας μέχρι τώρα μεταβιβάζονταν η γνώση - υπάρχουν αρκετά σημεία όπου οι απόψεις σε πρακτικά θέματα αποκλίνουν. Επίσης, σε μουσικό επίπεδο, η βιβλιογραφία είναι ελάχιστη, έως ανύπαρκτη. Ενώ υπάρχουν έμπειροι παίχτες και δάσκαλοι στα όργανα, όλη αυτή η γνώση δεν έχει ταξινομηθεί, ούτε έχει διαβαθμιστεί. Εγώ, από τη μεριά μου, προσπαθώ να βγάλω ένα θεωρητικό σύστημα για την εναρμόνιση στη λαϊκή μουσική.

Το μπουζούκι, το τραγούδι

Παράλληλα με την κιθάρα παίζεις και καλό μπουζούκι. Ειδικά τις ερμηνείες σου στα τραγούδια του Μάρκου τις βρίσκω καταπληκτικές. Δεν σκέφτεσαι να κάνεις μια δισκογραφική δουλειά;
Μπουζούκι δεν έχω μελετήσει ποτέ, δεν έχω καθόλου τεχνική! Παίζω όπως μ' αρέσει, δεν θεωρώ ότι μπορώ να δείξω κάτι. Το θεωρώ ιεροσυλία να κάνω κάτι με μπουζούκι.

Ποιος είναι ο καλύτερος μπουζουξής αυτή τη στιγμή, κατά τη γνώμη σου;
Θα μπορούσα να σου πω ποιος με φτιάχνει, αλλά δεν είναι δίκαιο, θα παρεξηγηθούν οι άλλοι (γελάει).

Με το Νίκο Παπάζογλου στην Τουμπουρλίκα, του Παντελή Χατζηκυριάκου.
Το τραγούδι πού το ξεκίνησες;
Στην "Τουμπουρλίκα". Είναι ένα σημαντικότατο σημείο στη δουλειά μου, γιατί εκεί τραγούδησα για πρώτη φορά, αν και δεν είχα σκοπό να τραγουδήσω. Εκείνη την εποχή είχε φτάσει μια στιγμή που πληρωνόμουνα καλά. Με το Νίκο Παπάζογλου είμασταν περιοδείες τα καλοκαίρια, τους χειμώνες ο καθένας έβρισκε δουλειά σε άλλο μαγαζί. Ο Νίκος δεν μπορούσε να παίξει το χειμώνα, γιατί δεν είχε ορχήστρα. Μια χρονιά μάς κράτησε και μάς πλήρωνε κάθε μήνα, για να μη δουλέψουμε. Τότε ήταν που με πλησίασε ο Παντελής Χατζηκυριάκος που έχει την "Τουμπουρλίκα" και μου είπε αν θέλω να δουλέψω εκεί. Ζήτησα την άδεια από το Νίκο και με άφησε, γιατί του άρεσε το μαγαζί. Πήγα για ένα χρόνο και τελικά έμεινα τέσσερα, παίζαμε μαζί. Εκεί λοιπόν, επειδή ήμασταν μόνο δύο άτομα, δε μπορούσε να τραγουδάει μόνο ο Παντελής, έτσι τραγουδούσα και εγώ.

Και τραγουδάς πολύ καλά.
Αυτό κι αν δε το ξέρω καθόλου, σαν μανάβης τραγουδάω!

Δισκογραφία

Ηχογράφηση στο στούντιο.
Πώς ήρθε η ιδέα για τα «16 ρεμπέτικα με λαϊκή κιθάρα»;
Είχα ξεκινήσει να διδάσκω λαϊκή κιθάρα στο ΤΕΙ Άρτας. Επειδή είχα ψώνιο με τους υπολογιστές, είχα κάνει ένα μικρό στούντιο στο σπίτι και άρχισα να ηχογραφώ κομμάτια με κιθάρες, γιατί αυτό δίδασκα. Ήθελα να δείξω με ποιο τρόπο όλα αυτά λειτουργούν σε μια σύνθεση. Τα ηχογράφησα πολυκάναλα, για να μπορούν να ακούν οι φοιτητές μου ξεχωριστά κάθε κομμάτι μιας σύνθεσης. Έτσι ετοίμασα 5 - 6 κομμάτια. Σε μια κουβέντα που είχαμε στο Music Corner, λέγαμε ότι δεν γίνεται κάτι καινούργιο στη δισκογραφία. Εκεί τους είπα για τα κομμάτια που είχα έτοιμα με κιθάρες. Μου είπαν "γράψε 5-6 ακόμα" και έτσι προέκυψε ο δίσκος και είχε αναπάντεχη επιτυχία. Ισως επειδή ήρθε σε πρώτο πλάνο η κιθάρα.

Θεωρείς ότι αυτός ο δίσκος κάλυψε κάποιο κενό;
Τότε δεν το σκεφτόμουνα, δεν το έκανα μ' αυτό το σκοπό. Ηθελα απλά να δείξω ότι η κιθάρα δεν έχει την εκτίμηση που της αξίζει, ακόμα και στους ίδιους τους μουσικούς, γενικά. Όλοι θέλανε να έχουν έναν καλό κιθαρίστα, αλλά δεν υπήρχε η γνώση του τι κάνει η κιθάρα. Μετά από αυτό, μάλλον έγινε κάτι με τις κιθάρες, και στην τεχνική και στο ρεπερτόριο.

Και οι «Αψιλίες»;
Οι "Αψιλίες" είναι προϊόν συγκατοίκησης! Στην Άρτα ήμασταν συγκάτοικοι εγώ, ο Ευγένιος Βούλγαρης, ο Αποστόλης Τσαρδάκας και αρχικά και ο Μπάμπης Παπαδόπουλος. Λόγω όμως του ωραρίου και των υποχρεώσεών μας στη Σχολή, δεν είχαμε παίξει ποτέ μαζί. Κάποια στιγμή προέκυψε μια κατάληψη από τους φοιτητές και, λόγω του ότι είχαμε ελεύθερο χρόνο, αποφασίσαμε να παίξουμε παρέα. Πήραμε τα οργανάκια μας και έτσι έγινε η πρώτη πρόβα. Μάς άρεσε η κατάσταση και έτσι το συνεχίσαμε. Πήγαμε μερικές μέρες σ' ένα καταπληκτικό ξενώνα, στους Φραγκάδες. Στο Ανατολικό Ζαγόρι κάναμε πρόβες, και τρελαθήκαμε στα τσίπουρα και στο φαγητό, και έτσι δέθηκε το σχήμα. Αργότερα έφυγε ο Μπάμπης και ήρθε η Θεοδώρα Αθανασίου.

Δυστυχώς, λόγω της απόστασης που έχουμε μεταξύ μας είναι πολύ δύσκολο να παίξουμε στην Ελλάδα. Έχουμε πιάσει όλες τις μεριές! Θεσσαλονίκη, Πάτρα, Άρτα και Αθήνα. Όλοι μαζί παίζουμε μόνο στο εξωτερικό.

Ο μουσικός και το περιβάλλον του

Ποιο είναι το βασικό προσόν που πρέπει να έχει ένα μουσικός;
Σε κάθε φάση της πορείας του, είναι διαφορετικά τα σημαντικά πράγματα. Στην αρχή, είναι η μελέτη. Μετά, όταν μπεις στην παραγωγική διαδικασία, είναι να αποκτήσεις ρεπερτόριο. Μετά, όταν η δημιουργία αρχίζει να σου ξύνει το κεφάλι, είναι να έχεις ανοιχτά αυτιά και να ακούς τα πάντα, να αμφισβητείς, να προσπαθήσεις να δώσεις καινούργια πράγματα σ' αυτό, απ' το οποίο μέχρι τώρα έπαιρνες. Ένα πολύ βασικό βέβαια προσόν είναι η αντοχή στην ανασφάλεια. Αυτό που δυστυχώς συμβαίνει τώρα, σχεδόν στο σύνολο της μεσοκατώτερης αστικής τάξης, σε εμάς τους μουσικούς είναι συνηθισμένο φαινόμενο. Δυο φορές το χρόνο, στην καλύτερη περίπτωση, ήμασταν άνεργοι. Γι αυτό είμαστε και πιο ψύχραιμοι σ' αυτό που συμβαίνει τώρα.

Τι είναι αυτό που κάνει κάποιους μουσικούς να εκτινάσσονται και κάποιους να μένουν άγνωστοι;
Νομίζω ότι κύριος παράγοντας είναι η τύχη, αν μιλάμε για ισοδύναμους μουσικούς. Μετά είναι η συνέπεια στα πράγματα, και μετά είναι λίγο η κοινωνικότητα, όχι με την έννοια των δημοσίων σχέσεων, αλλά η ικανότητα να αντιλαμβάνεσαι με τι ανθρώπους έχεις να κάνεις. Αυτό είναι σημαντικό στη μουσική, να αντιλαμβάνεσαι την ιδιοσυγκρασία των ανθρώπων που είσαι μαζί τους.

Δηλαδή;
Με άλλο τρόπο συνοδεύω τον Τατασόπουλο, με άλλον τρόπο το Μωραΐτη και με άλλον το Μανώλη, τον Πάππο. Ο τρόπος που παίζεις πάνω στον πατάρι δεν διαφέρει από τον τρόπο που συμπεριφέρεσαι, από αυτό που είσαι ως άνθρωπος. Συνεπώς, δεν μπορείς να παίζεις με τον ίδιο τρόπο με διαφορετικούς ανθρώπους, το ζητούμενο είναι να ταιριάξεις. Πρέπει όλοι μαζί να συνεννοηθούμε, να δούμε πώς ήμαστε ως παρέα, να αλληλοκατανοηθούμε.

Άρα, προσαρμόζεσαι στον άλλο. Το "εγώ" σου που είναι;
Το "εγώ" σε ένα πάλκο δε χωράει. Το "εμείς" πρέπει να υπάρχει.

Υπάρχει βέβαια και η προσωπικότητα.
Η προσωπικότητα είναι το Α και το Ω, ο καθένας παίζει όπως είναι σαν άνθρωπος. Δεν είναι όμως μονοσήμαντη. Έχει πολλές πλευρές. Το χαρακτήρα σου βγάζεις.

Η σχέση σου με τον κόσμο; Πώς πρέπει να είναι ένας μουσικός μαζί του; Με τι γουστάρει και με τι ξενερώνει;
Η σχέση μου με τον κόσμο πια, είναι σχέση αμοιβαιότητας. Ό,τι δίνω παίρνω. Μέχρι τώρα είχα μια ψιλοεγωιστική θέση, σχετικά με τον κόσμο. Εκνευριζόμουν, όταν δεν κάνανε ησυχία. Θεωρούσα ότι δεν εκτιμούν αυτό που κάνω πάνω στο πάλκο. Αργότερα, κατάλαβα ότι έκανα λάθος. Δεν φταίει ένας Κινέζος που δεν καταλαβαίνει όταν του μιλάς ισπανικά. Εσύ φταις που του μιλάς σε γλώσσα που δεν καταλαβαίνει. Όταν λοιπόν επιλέξεις να μιλάς ισπανικά, πρέπει να είσαι έτοιμος για την πολύ πιθανή περίπτωση ο πολύς κόσμος να μη σε καταλαβαίνει. Ή λοιπόν του μιλάς σε άλλη γλώσσα πιο διαδεδομένη, ή σιγά σιγά του μαθαίνεις ισπανικά. Το σιγά - σιγά όμως, θέλει πολλή υπομονή... Μετά απ' τον καιρό της υπομονής όμως, εδραιώνεται μια πάρα πολύ ωραία σχέση. Σχεδόν αλληλεξάρτησης, θα έλεγα. Εσύ, ως μουσικός γουστάρεις να βλέπεις κόσμο που να σ' ακούει συνειδητά και ο κόσμος χαίρεται που σ' ακούει, γιατί έχεις κερδίσει την εμπιστοσύνη του. Δεν λίγες οι φορές πάντως που η σύνθεση του κόσμου είναι απελπιστική... Δεν μπόρεσα πότε να καταλάβω γιατί βγαίνουν και πάνε σ' ένα μαγαζί που παίζει ζωντανή μουσική κάποιοι που δεν θέλουν ν' ακούσουν μουσική... Εκεί είναι φρίκη η κατάσταση... θέλει γερό στομάχι.

Συνεργασίες

Με τον Αργύρη Μπακιρτζή.
Μέχρι στιγμής έχεις συνεργαστεί με πολλούς μουσικούς.
Έχω παίξει με πάρα πολύ κόσμο και πάρα πολλά είδη. Δεν νομίζω ότι έχει σημασία να αναφέρω ονόματα. Θεωρώ ότι, απ' όλες τις συνεργασίες, έχω κερδίσει πράγματα. Γνώσεις, συμπεριφορές, καταστάσεις. Είχα την τύχη να συναναστραφώ με πολύ σπουδαίους ανθρώπους, όχι με την έννοια της επωνυμίας, αλλά της ουσίας. Ταξίδεψα και ταξιδεύω πάρα πολύ, και παρόλο που αυτό είναι πρόβλημα στην προσωπική μου ζωή, δεν έχω χαρεί - ας πούμε όσο θα 'θελα - τα παιδιά μου και τους ανθρώπους που αγαπώ, είναι κάτι που μου δίνει δύναμη και το απολαμβάνω. Παράλληλα, νομίζω ότι όλη αυτή η κατάσταση μ' έκανε να αξιοποιώ πιο ποιοτικά το χρόνο μου με τους ανθρώπους που μ' ενδιαφέρουν.

Γιατί δεν κατέβηκες στην Αθήνα;
Αυτό το στάδιο το πέρασα πάρα πολύ νωρίς, με τα μεγάλα μαγαζιά. Διάφοροι λόγοι δεν επέτρεψαν αυτό να γίνει. Και ευτυχώς, όπως αποδείχτηκε εκ των υστέρων. Έτσι κι αλλιώς, όλα τα καλά πράγματα στη Θεσσαλονίκη ξεκίνησαν: Ο Νίκος Παπάζογλου, ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου, ο Ορφεας Περίδης, ο Σωκράτης Μάλαμας, ο Αγγελάκας...

Πόσο καιρό δούλεψες με το Νίκο Παπάζογλου; Πώς ήτανε να δουλεύεις μαζί του;
Με το Νίκο δούλεψα 12 χρόνια. Η δουλειά μαζί του ήτανε πολύ πειθαρχημένη. Με το Νίκο έμαθα τι σημαίνει πειθαρχία στο παίξιμο. Οι ενορχηστρώσεις ήταν πολύ συγκεκριμένες. Ζητούσε συγκεκριμένο τρόπο και συγκεκριμένα πράγματα. Αυτό έμαθα από το Νίκο.

Θυμάσαι κάποια ιδιαίτερη στιγμή μαζί του;
Αχ, τι να σου πω τώρα, είναι πάρα πολλά... 12 χρόνια περιοδείες, με πολλές δυνατές στιγμές...

Με το Θανάση Παπακωνσταντίνου και το Γιάννη Χαρούλη.
Πώς ξεκίνησε η συνεργασία με το Θανάση Παπακωνσταντίνου;
Με το Θανάση είχα παίξει πρώτη φορά το '94 και έκτοτε ξαναβρεθήκαμε όταν είχε κάνει δύο δίσκους, την "Αγρύπνια" και το "Βραχνό Προφήτη" σε ενορχήστρωση του Μπάμπη Παπαδόπουλου. Δεν συμμετείχα στους δίσκους, αλλά, όταν ο Μπάμπης ανέλαβε να κάνει και την ορχήστρα που θα έπαιζε ζωντανά αυτούς τους δίσκους, με φώναξε, γιατί δεν μπορούσε να τα παίξει όλα μόνος του! Είχε κάνει καταπληκτική δουλειά σ' εκείνους τους δίσκους. Και τότε γίνανε οι περιβόητοι "Λαϊκεδέλικα".

Γιατί έφυγες από την "Πριγκηπέσσα"; Πώς ήτανε η συνεργασία με το Χρήστο Μαστέλο και το Δημήτρη Σφίγγο;
Από την "Πριγκηπέσσα" έφυγα γιατί διορίστηκα στο ΤΕΙ Άρτας και δεν μπορούσα να έχω εμπορική επιχείρηση. Με το Χρήστο Μαστέλο υπάρχει αγάπη αμφίδρομη. Θεωρώ ότι είμαστε φίλοι. Μουσικά μου αρέσει παρά πολύ, θεωρώ ότι είναι από τους καλύτερους τραγουδιστές. Με το Δημήτρη Σφίγγο είμαστε φίλοι από παλιά, αν και δεν παίζαμε πάντα στις ίδιες δουλειές. Αποφασίσαμε να κάνουμε το μαγαζί, και τα χρόνια που συνεργαστήκαμε μαζί ήταν πολύ ωραία.

Πώς ξεκίνησε το απόλυτο σχήμα με το Νίκο Τατασόπουλο και τη Μαρία Κώττη;
Ενα βράδυ είμαι στο "Batman", ένα μπαρ στο Νέο Κόσμο. Και στην άλλη άκρη του μπαρ καθόταν ο Νίκος. Και μου λέει ο ιδιοκτήτης, ο Γιώργος: «Τον ξέρεις το Νίκο;» Και του λέω «όχι». Έξι, επτά το πρωί, μετά το ξενύχτι, έτσι γνωριστήκαμε. Τότε είχαμε ανοίξει την "Πριγκηπέσσα". Και η "Πριγκηπέσσα" έγινε με το σκεπτικό να κάνουμε ένα χώρο που θα άκουγα πράγματα τα οποία θα πήγαινα να τα ακούσω και ως πελάτης. Όταν ξεκινήσαμε, από την πρώτη χρονιά κιόλας, προτείναμε σχήματα. Φέρναμε ό,τι θεωρούσαμε καλό. Τού λέω, «έχω ένα μαγαζί, έρχεσαι;». Είπε «ο.κ.» και έτσι παίξαμε οι δυο μας. Πήγε πάρα πολύ καλά, περάσαμε πολύ ωραία και συνεχίσαμε. Ήτανε το 2006, αν θυμάμαι καλά. Νομίζω ότι η Μαρία γνωριζόταν με το Νίκο και είπαμε να μην παίζουμε μόνο οι δυο οι μαντραχαλαίοι. Και πήγε ακόμα καλύτερα. Δέσαμε.

Πώς βλέπεις το Νίκο Τατασόπουλο ως μουσικό;
Τι να πούμε για το Νίκο... Θα σου πω αυτό που λέω συνήθως: εμείς παίζουμε αυτό που μπορούμε, αυτός παίζει αυτό που θέλει. Πάρα πολύ καλός μουσικός, με μεγάλο βάρος στην πλάτη του.

Αυτά που παίζετε με τη Μαρία και το Νίκο, κυκλοφορούν μόνο στο Ίντερνετ. Σκοπεύετε να κάνετε κάτι περισσότερο;
Φέτος λέμε να ηχογραφήσουμε.

Με το Γιώργο Νταλάρα, σε μια πρόβα πρίν από τη συναυλία.
Έδωσες δύο συναυλίες για τη λαϊκή κιθάρα, στο Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης και Αθήνας. Θα ήθελα να σε ρωτήσω πώς ήταν η συνεργασία με το Γιώργο Νταλάρα.
Παραπάνω από άψογη, τέλεια. Βέβαια ακούστηκαν διάφορα σχόλια. Από το γιατί επιλέχθηκε το Μέγαρο μέχρι γιατί ζήτησα απ' τον Νταλάρα να συμμετέχει. Κατηγορήθηκα μέχρι και για το ότι ήταν δική μου επιλογή το γεγονός ότι δεν είχαν βάλει τα ονόματα του Βασίλη Σκούτα και του Δημήτρη Μυταράκη στην αφίσα! Δηλαδή, ότι ήθελα να κρύψω τους μουσικούς που εγώ επέλεξα να παίξουμε μαζί! Με την ευκαιρία που μου δίνεις μ΄ αυτή τη συνέντευξη, και μιας και η "Κλίκα" διαβάζεται απ' αυτούς τους ανθρώπους, θέλω να απαντήσω σε όλους αυτούς που με κατηγόρησαν, ότι εγώ δεν περιμένω να προσδιοριστώ ως άνθρωπος και ως μουσικός απ' τους χώρους που παίζω, ούτε απ' τη μουσική που παίζω. Απολαμβάνω αυτό που κάνω, όπου κι αν είναι, ό,τι κι αν παίζω. Όσο εύκολα έπαιξα στο Μέγαρο, άλλο τόσο εύκολα παίζω στην "Τουμπουρλίκα" και στο Αντιρατσιστικό Φεστιβάλ. Καμιά καλή μουσική δεν περιμένει εμένα να την σώσω. Κάνω αυτό που μ' αρέσει, όπου μ' αρέσει. Και δεν θεωρώ ότι προσβάλλω κανέναν, εκτός ίσως απ την στενομυαλιά μερικών. Σέβομαι όλους μου τους συνεργάτες και πάντα προσπαθώ να εξελίσσομαι. Τώρα για το πού πρέπει και πώς να παίζεται το ρεμπέτικο, ας απαντήσουν οι ειδικοί. Εγώ δεν θεωρώ τον εαυτό μου έναν απ' αυτούς

.

Με τη Γιασμίν Λεβί.
Θεωρείς ότι αυτές οι συναυλίες κάλυψαν κάποιο κενό;
Καμιά συναυλία δεν μπορεί να καλύψει κανένα κενό. Ήθελα να δώσω λίγο παραπάνω δημοσιότητα, να γίνει μια προσπάθεια να αναγνωριστεί η λαϊκή κιθάρα ως ένα λαϊκό όργανο με ιδιαίτερη τεχνική και ρεπερτόριο, επίσημα, από την πολιτεία, γιατί αυτή τη στιγμή δεν υπάρχει. Ενώ το μπουζούκι διδάσκεται στα μουσικά σχολεία, δεν υπάρχει κάτι ανάλογο για την κιθάρα. Για παράδειγμα, οι απόφοιτοί μου δεν έχουν κανένα επαγγελματικό δικαίωμα. Πιο πολύ γι' αυτούς το έκανα παρά για μένα.

Συμμετέχεις στις συναυλίες με αφορμή το ντοκιμαντέρ «My sweet canary" για τη Ρόζα Εσκενάζυ. Πώς προέκυψε;
Είχαν έρθει στην "Πριγκηπέσσα" ο σκηνοθέτης με έναν παραγωγό και ήθελαν να κάνουν κάποια γυρίσματα. Το concept του ντοκιμαντέρ αφορά τρεις μουσικούς που γυρνάνε στα μέρη που πέρασε η Ρόζα. Στη Θεσσαλονίκη είμασταν εμείς. Παίξαμε κάποια τραγούδια μαζί. Μετά την ολοκλήρωση της ταινίας, έπαιξα σε μια προγραμματισμένη συναυλία και έκτοτε συμμετέχω στην ορχήστρα.

Λαϊκή κιθάρα

Ποιος είναι ο αγαπημένος σου κιθαρίστας;
Ο Κώστας Σκαρβέλης, γιατί έπαιξε πάρα πολύ έξυπνα και ήταν πολύ προσαρμοστικός. Για παράδειγμα, διαφορετικά έπαιζε σε δικές του συνθέσεις και διαφορετικά στο Μάρκο. Είχε την ικανότητα να αντιλαμβάνεται με ποιους παίζει.

Προσωπικά, τι σου λείπει στη λαϊκή κιθάρα σαν εξέλιξη;
Αυτό που μου λείπει είναι δεξιοτεχνία, αυτό που θα μπορούσα να εξελίξω. Σε όλα χωράει εξέλιξη, και στη φαντασία, αλίμονο αν δε ήταν έτσι.

Πώς μπορεί να μάθει κανείς λαϊκή κιθάρα σήμερα;
Είτε μόνος του, με τόση πληροφορία που υπάρχει είτε με τη βοήθεια ενός δασκάλου, αλλά κυρίως παρατηρώντας παίκτες που θαυμάζει. Ο δάσκαλος απλώς κόβει δρόμο, θα τον βοηθήσει να τα κάνει πιο γρήγορα. Αυτοί που θέλουν να μάθουν και έχουν διάθεση, μπορούν να το κάνουν.

Με μια κιθάρα Απαρτιάν. Πίσω μία κιθάρα του Γ. Αλεξανδρή. Φωτογραφία: Γιάννης Ψαθάς
Τι θα συμβούλευες κάποιον που θέλει να γίνει καλός;
Τι είναι "καλός"; Είναι τελείως υποκειμενικό.

Στα μέτρα του δυνατού, μήπως θα μπορούσες να μάς συνοψίσεις τα βασικά τεχνικά χαρακτηριστικά της λαϊκής κιθάρας, τόσο της συνοδευτικής όσο και της σολιστικής;
Καταρχήν θεωρώ ότι το 95% της λαϊκής κιθάρας είναι ο ήχος. Το δεξί χέρι. Η δουλειά στη συνοδεία είναι αρκετά περίπλοκη και απαιτεί συνδυασμό γνώσεων. Προσπαθείς να συνοδέψεις ρυθμικά, αρμονικά, και ταυτόχρονα δημιουργώντας και μια μελωδική γραμμή σε δεύτερο πλάνο, που ελάχιστοι αντιλαμβάνονται, χωρίς να εγκαταλείψεις όλα τα προηγούμενα. Όλα αυτά πρέπει να τα κάνεις στη σωστή κάθε φορά αναλογία, έτσι ώστε να διατηρηθεί η ισορροπία πάνω στο πάλκο. Και δεν είναι ποτέ το ίδιο. Μπορεί να παίξεις το ίδιο τραγούδι με διαφορετικούς συμπαίκτες, σε διαφορετικό χώρο, με διαφορετικό κόσμο. Κάθε φορά θα πρέπει να το παίξεις με τέτοιο τρόπο, ώστε να επιτευχθεί η ισορροπία. Κατά συνέπεια, δεν μπορεί σχεδόν ποτέ να είναι το ίδιο. Γι' αυτό διαφωνώ μ' όλους αυτούς που κόπτονται για την ορθότητα των εκτελέσεων σ' ένα ζωντανό παίξιμο. Οι συγχορδίες και η συνοδεία γενικότερα, είναι αυτή που δίνει ειδικό βάρος, ύφος και ήθος σε μια μελωδία. Για να στο πω πιο συγκεκριμένα, ας υποθέσουμε ότι σ' ένα ρε χιτζάζ η μελωδία μας παίζει σολ. Αυτή τη νότα εγώ μπορώ να την εναρμονίσω είτε με σολ μινόρε, είτε με ντο μινόρε, είτε με μι ύφεση ματζόρε, είτε ακόμα και με ρε ματζόρε, αν θέλω να λειτουργήσω με τη λογική του ισοκράτη. Όλα είναι σωστά, και όλα δίνουν άλλο βάρος, άλλο ύφος και άλλο ήθος, στη συγκεκριμένη νότα. Ε, δεν είναι δυνατόν η διάθεση να είναι πάντα η ίδια, ούτε και το ζητούμενο. Άλλες φορές το ζητούμενο είναι η μέθεξη, άλλες η εξωστρέφεια και άλλες το εντελώς αντίθετο. Το θέμα για μένα είναι να καταφέρνεις να χτίζεις μέσα σε ένα βράδυ διάφορα "συναισθηματικά" τοπία.
Σε ό,τι αφορά το σολιστικό μέρος, η κιθάρα έχει ένα πολύ ιδιαίτερο ηχόχρωμα. Οι μονές χορδές, σε αντίθεση με το μπουζούκι, σού δίνουν τη δυνατότητα να χρωματίσεις τη μελωδία μ' έναν πολύ ιδιαίτερο τρόπο, που σχεδόν δεν γίνεται καν αντιληπτός. Με μικροκινήσεις, θα έλεγα. Σε συνδυασμό με το κούρδισμα που έχει, που ευνοεί και το κάθετο και κατά συνέπεια πιο γρήγορο παίξιμο, το αποτέλεσμα μπορεί να είναι εντυπωσιακό. Παρ' όλα αυτά, θεωρώ την καλή συνοδεία μεγαλύτερη πρόκληση.

Στη λαϊκή κιθάρα, τόσο στο παρελθόν όσο και σήμερα, βλέπουμε ότι υπάρχουν αισθητικές διαφοροποιήσεις μεταξύ διαφορετικών παιχτών. Υπάρχει ένα όριο και κάποιοι κανόνες σ' αυτή την αισθητική;
Αν υπήρχε όριο στη μουσική, καήκαμε! Αυτό που ακούμε είναι 100 χρόνια δισκογραφίας. Τι θα κάνουμε από εδώ και εμπρός; Θα αναπαράγουμε αυτό που έχει συμβεί;

Ο αριθμός των μουσικών που ασχολείται με τη λαϊκή κιθάρα είναι μεγάλος και αυξάνεται. Υπάρχει εξέλιξη του είδους; Αν ναι, τι έχει αλλάξει στο παίξιμο;
Νομίζω ότι υπάρχει εξέλιξη, αυτό που έχει συμβεί είναι ότι υπάρχει πρόσβαση στην πληροφορία. Υπάρχει η δυνατότητα, που το κάνουμε εμείς οι μουσικοί, να συνδυάζουμε τα καλά πράγματα από τις τεχνικές καλών παιχτών που έχουν περάσει. Π.χ. αν ο Σκαρβέλης είχε το Α, ο Καρίπης το Β, και ο Δέδες το Γ, υπάρχουν παίχτες που κάνουν και τα τρία.

Επίλογος

Με τα παιδιά του, την Αθηνά, τον Πρόδρομο και το Νίκο.
Ποια είναι τα σχέδια σου για το μέλλον;
Το περισσότερο που κοιτάω είναι 4-5 μήνες μπροστά. Αυτά που θέλω να κάνω είναι να εκδώσω το βιβλίο μου για τη λαϊκή κιθάρα. Ηχογραφήσεις υπάρχουν από το Μέγαρο Μουσικής, για να κάνω ένα ζωντανό δίσκο. Όπως σου είπα πριν, υπάρχουν σχέδια για μια δισκογραφική δουλειά με τη Μαρία Κώττη και το Νίκο Τατασόπουλο. Και είναι και μία πολύ εξειδικευμένη πρόταση με τον Ευγένιο Βούλγαρη, όπου θα παίξω τσιμπητή κιθάρα και ο Ευγένιος γιαλί ταμπούρ.

Τι σημαίνει να είσαι πατέρας; Σε τι θα ήθελες και σε τι δε θα ήθελες να σου μοιάσουν τα παιδιά σου;
Είναι το πιο σημαντικό πράγμα που έχω κάνει στη ζωή μου. Θέλω τα παιδιά μου να είναι αυτάρκεις άνθρωποι και ανεξάρτητοι. Θέλω να ζήσουν τη ζωή τους όπως τους αρέσει, χωρίς να κάνουν κακό σε κανένα. Ισως θα ήθελα να μην είναι τόσο αυθόρμητα όπως εγώ.

Σήμερα ο κόσμος φοβάται: την κρίση, τους ξένους, το αύριο. Υπάρχει φάρμακο για το φόβο; Εσύ πώς αντιμετωπίζεις την κατάσταση;
Το μόνο φάρμακο για το φόβο είναι η αλληλεγγύη. Πρέπει επιτέλους να σταματήσουμε να κοιτάμε μόνο τι συμβαίνει στο μικρόκοσμό μας. Όταν πάρει φωτιά το σπίτι του γείτονα, αν δεν κάνουμε κάτι, θα καεί και το δικό μας. Οφείλουμε να αντιδρούμε σε οτιδήποτε προκαλεί την κοινή λογική. Ακόμα και σε νόμους. Και τονίζω το "ΚΟΙΝΗ". Όχι τη δική μας λογική, που έχει διαμορφωθεί ανάλογα με τις συνθήκες, με τις οποίες έχουμε μεγαλώσει, και τα βιώματά μας. Ανυπακοή σε ό,τι βάζει τον άνθρωπο σε δεύτερη μοίρα. Εγώ προσπαθώ, με όποιον τρόπο μπορώ, να δείχνω την αλληλεγγύη μου σε ανθρώπους που την έχουν ανάγκη. Αλλά κυρίως προσπαθώ να μάθω στα παιδιά μου ότι πρώτα και πάνω από όλα είναι ο άνθρωπος. Τίποτα άλλο. Ούτε χρώμα, ούτε θρησκεία, ούτε φυλή.

Τελικά τι μετράει;
Μετράει το να λες αλήθεια. Πρώτα απ' όλους στον εαυτό σου. Και μετά σ' όλους τους άλλους. Αυτό μετράει για μένα πια.

Δημήτρη, σε ευχαριστούμε από καρδιάς.

Θα ήθελα να ευχαριστήσω το Δημήτρη Νικολάου για τις συζητήσεις μας για τη λαϊκή κιθάρα, πριν από τη συνέντευξη, και τον Μπάμπη Παπαδημητρίου που με βοήθησε να διαμορφώσω τις ερωτήσεις, όσον αφορά το τεχνικό μέρος της λαϊκής κιθάρας.

αναζήτηση στην κλίκα

online τώρα

22 αναγνώστες διαβάζουν τώρα την κλίκα