άρθρα

τα άρθρα της κλίκας

Στοιχεία βιογραφίας

Ο Στέφανος Βέζος ήταν ένας από τους πολλούς Μικρασιάτες μουσικούς που με την έλευσή τους στον ελλαδικό χώρο εμπλούτισαν και εν τέλει συνδιαμόρφωσαν το αστικό λαϊκό τραγούδι των πρώτων δεκαετιών του 20ού αιώνα. Η προσωπική του συμμετοχή στη δισκογραφία των 78 στροφών περιορίστηκε σε μόλις 16 ηχογραφήσεις, όλες μεταξύ 1931 και 1932, αν και δύο από αυτές δεν εκδόθηκαν ποτέ. Εντούτοις, τα λιγοστά αυτά δείγματα παρουσιάζουν έναν ικανότατο τραγουδιστή οι ερμηνείες του οποίου στέκονται ισότιμα απέναντι σε αυτές των ομοίων του. Όπως πολλοί άλλοι συνάδελφοί του που έκαναν ένα μικρό πέρασμα από τη δισκογραφία των 78 στροφών και σύντομα ξεχάστηκαν, έτσι και ο Βέζος φαίνεται να έπεσε ανάμεσα στις χαραμάδες της μουσικής ιστορίας. Κάτι τέτοιο βέβαια είναι έως ένα σημείο λογικό και αναμενόμενο για έναν μουσικό με μικρή επίδραση στα πράγματα. Σε αντίθεση όμως με συναδέλφους του που απεβίωσαν πρόωρα και άρα η όποια έλλειψη στοιχείων είναι εν μέρει κατανοητή, ο Βέζος έζησε αρκετά και μάλιστα ασχολούμενος για πολλά χρόνια με το ραδιόφωνο. Αποτελεί συνεπώς μυστήριο όχι μόνο το γεγονός ότι δεν έχει ήδη καταγραφεί επαρκώς η ζωή του αλλά και το ότι δεν υπάρχουν πολλές διαθέσιμες πηγές που να τον μνημονεύουν. Στο άρθρο αυτό επιχειρείται η συγκρότηση της βιογραφίας του καλλιτέχνη συνδυάζοντας τις λιγοστές διαθέσιμες πληροφορίες με νέα στοιχεία που προέκυψαν ύστερα από πολύμηνη έρευνα.

Τα κουρδίσματα (ντουζένια) του μπουζουκιού και του μπαγλαμά

Aφιερωμένο στους ρεμπέτες που έφυγαν, στους ρεμπέτες που θά 'ρθουν.

Η μακρά ιστορία του ταμπουρά στην Ελλάδα είναι συνυφασμένη, στα νεότερα χρόνια, με την παρουσία κυρίως του μπουζουκιού και του μπαγλαμά. Άλλωστε, ως μέλη της οικογένειας του ταμπουρά τα περιγράφει ο Γάλλος περιηγητής Guillame Andre Villoteau (1759-1839), με τις ονομασίες tambour bouzourg (μεγάλος ταμπουράς, στα περσικά) και baglama tambour (αντίστοιχα, μικρός ταμπουράς)1.

Η εποχή του - τα κουρδίσματά του

Ο Μανώλης Καραπιπέρης του Κυρίλλου γεννήθηκε στις 15 Οκτωβρίου 1884 στο Βαθύ Σάμου, σε μία περιοχή που αποτελούσε φυσικό μουσικό σταυροδρόμι ανάμεσα στην ντόπια δημοτική παράδοση και την παράδοση της Μικράς Ασίας. Παρά τα λιγοστά δείγματα ηχογραφήσεων που μάς άφησε, πρέπει να θεωρηθεί ως ένας από τους σημαντικότερους και πιο ιστορικούς μουσικούς της ελληνικής δισκογραφίας, αφού εντάσσεται στους ελάχιστους μουσικούς του μπουζουκιού του 19ου αιώνα, οι οποίοι ηχογραφήθηκαν.

Αυτό που θέλω να ξεκαθαρίσω από την αρχή είναι ότι εγώ δεν ξέρω μπουζούκι και ούτε θέλω να κάνω τον ειδικό και τον καμπόσο με αυτά που γράφω. Απλά θα ήθελα να μοιραστώ μαζί σας μερικές στιγμές από τη ζωή μου και να πω με την ευκαιρία δύο σκέψεις που έχω μέσα στο μυαλό. Για το μπουζούκι και για το ρεμπέτικο.

Δημοφιλέστερο ανάμεσα στα λαϊκά μας όργανα και σήμα κατατεθέν της Ελλάδας στο εξωτερικό, το μπουζούκι, κατάγεται από την οικογένεια των μακρυμάνικων λαουτοειδών νυκτών οργάνων, τα οποία εμφανίστηκαν για πρώτη φορά 5.500 χρόνια πριν από την εποχή μας, στην αρχαία Μεσοποταμία. Τα όργανα αυτά αποτελούν έναν από τους πολιτιστικούς θησαυρούς που κληροδότησε στην ανθρωπότητα ο Σουμερικός λαός, ο οποίος εγκαταστάθηκε στη Ν. Μεσοποταμία, την ίδια εποχή, 5.500 χρόνια πριν από την εποχή μας. Ίσως μάλιστα τα πρώιμα αυτά λαουτοειδή να ήταν ήδη γνωστά κατ' αρχήν στους Σουμέριους (και έπειτα και στους άλλους νομαδικούς λαούς της ευρύτερης περιοχής) πριν αυτοί εγκατασταθούν στην περιοχή της Ν. Μεσοποταμίας. (1)

Ο Δημήτρης Στεργίου - «Μπέμπης», αναγνωρίζεται από τους σύγχρονούς του λαϊκούς μουσικούς, όπως επίσης από τους επιγόνους τους έως και σήμερα, σαν ένας από τους καλύτερους δεξιοτέχνες του μπουζουκιού όλων των εποχών. Κάποιοι μάλιστα απ’ αυτούς θεωρούν ότι είναι ο κορυφαίος. Όμως, οι αναφορές στον Μπέμπη για τους φίλους της λαϊκής μουσικής αφήνουν πάντα μια σκιά και ένα δυσάρεστο συναίσθημα, λόγω του άδοξου και πρόωρου τέλους της καλλιτεχνικής πορείας και της ζωής του. Ο Μπέμπης γεννήθηκε το 1927 και πέθανε το 1972 σε ηλικία μόλις 45 ετών, εξ αιτίας του «απόλυτου» πάθους του για το αλκοόλ.