άρθρα

τα άρθρα της κλίκας
 

«Φτωχό κομπολογάκι μου, εσύ ‘σαι το μεράκι μου», αναστενάζει το χιλιοτραγουδημένο άσμα του Μητσάκη, το οποίο μαζί με πολλά άλλα, τοποθετεί το κομπολόι εμμέσως πλην σαφώς στη θέση που του αρμόζει: είναι ο σύντροφος της καθημερινής ζωής του λαού μας εδώ και δυο σχεδόν αιώνες, το ιδανικό αγχολυτικό, ο εξομολογητής του, η παρηγοριά του. Κάθε χάντρα που πέφτει κι ένας καημός, κάθε γύρισμά του και μια σκέψη, κάθε κροτάλισμα κι ένα πάθος, κάθε χάιδεμα της φούντας κι ένα μεράκι. Στα χέρια των κατόχων του έχει συνοδεύσει μουσική, κρασοκατανύξεις και προσευχές, έχει υπάρξει αντικείμενο θαυμασμού και κοινωνικού στιγματισμού, έχει καταξιώσει το μάγκα που το κρατά, έχει διακοσμήσει το σαλόνι του μερακλή, έχει στολίσει τη βιτρίνα του συλλέκτη. Ο τρόπος παιξίματός του έχει τόσες παραλλαγές όσοι κι άνθρωποι που το κρατούν: οι χάντρες πέφτουν μόνες τους ή όλες μαζί, ίσια ή ανάποδα, ρυθμικά ή τυχαία, βαριά, τρυφερά, νευρικά, απαλά, αμήχανα, νωχελικά, «ραχατλίδικα, προκλητικά, μπέικα», δίνοντας την εντύπωση της ιεροτελεστίας στους μη μύστες. Αντικείμενο-φετίχ και σημάδι αναγνώρισης απανταχού των Ελλήνων, το κομπολόι έχει τη δική του ζωή, φιλοσοφία και ιστορία.

Μια προσπάθεια καταγραφής της ιστορίας του αποτολμά το παρόν άρθρο, αναγνωρίζοντας εκ των προτέρων τις αδυναμίες του, την ύπαρξη πιθανών ελλείψεων και παραβλέψεων. Δεν έχει, όμως, τόση σημασία μιας και όλα σχεδόν είναι χιλιοειπωμένα, τραγουδημένα, καταγραμμένα. Όσα ακολουθούν είναι, απλά, αποτέλεσμα αναζητήσεων των εραστών του χτύπου του καθώς και ένας ελάχιστος «φόρος τιμής» της Κλίκας στο κομπολόι και σε όλα όσα εκπροσωπεί.

Ιστορία, μύθοι κι ετυμολογία

Ροζάριο
Το κομπολόι έλκει την καταγωγή του από τα βάθη της Ανατολής και συναντάται με παραλλαγές σε πολλά έθνη, κατά τις ίδιες ή διαφορετικές χρονικές περιόδους. Ο Ηλίας Πετρόπουλος στα «Ρεμπέτικα Τραγούδια» του κάνει μια αναφορά στην ιστορία του κομπολογιού, γράφοντας ότι «στην Ινδία από αρχαιοτάτων χρόνων ήταν γνωστό ως μέτρο προσευχών. Οι Ινδοί χρησιμοποιούσαν συνήθως φιλντισένια κομπολόγια καθώς και κομπολόγια καμωμένα από άνθη, ενώ οι Κινέζοι ιερείς τα κρεμούσαν στο λαιμό τους. Οι Μουσουλμάνοι χρησιμοποιούσαν κομπολόγια με 99 χάντρες, γιατί τόσες ήταν, σύμφωνα με το Κοράνιο, οι ιδιότητες τού Θεού». Αποδεδειγμένα, η χρήση του κομπολογιού στις αρχικές του μορφές είναι συνυφασμένη με την άσκηση θρησκευτικών καθηκόντων και απαντάται στα χέρια πιστών και ιερωμένων της πλειοψηφίας των ανατολικών θρησκειών. Η χρήση του είναι λίγο-πολύ κοινή σε όλες: αποτελεί «εργαλείο» κατάνυξης με το οποίο ο πιστός αριθμεί τις προσευχές του κρατώντας τη σειρά. Πρώτοι οι Βουδιστές και οι Ινδουιστές, ακολουθούμενοι από τους Μουσουλμάνους και πολύ αργότερα τους Χριστιανούς διατρανώνουν την πίστη τους στο Θεό, κρατώντας στα χέρια τον πρόγονο του κομπολογιού. Η κατασκευή και η μορφή του διαφέρουν από θρησκεία σε θρησκεία, ανάλογα με τον αριθμό των προσευχών που πρέπει να αποστηθίσει ο πιστός.

Όπως εξιστορεί ο Άρης Ευαγγελινός, συλλέκτης και ιδρυτής του Μουσείου Κομπολογιού στο Ναύπλιο,

«η Βουδιστική είναι η πρώτη θρησκεία που επινόησε το κομπολόι, γύρω στο 560 π.Χ. Έπρεπε τότε να βρεθεί ένα εργαλείο που να τους επιτρέπει να μετρούν τις πάρα πολλές προσευχές που κάνουν. Για τις 108 προσευχές τους έψαξαν να βρουν ένα εργαλείο με σκοινί που θα έχει 108 χάντρες. Στην αρχή οι κατασκευές ήταν πρωτόγονες από κουκούτσια ή από οτιδήποτε μπορούσε να γίνει χάντρες. Αρκεί να ήταν κάτι που μπορούσαν να κινούν και να μετρούν. Πώς μέτραγαν τις προσευχές; Τελειώνοντας κάθε προσευχή κατέβαζαν μία χάντρα και έτσι όταν τελείωναν το "μέτρημα" με το κομπολόι ήξεραν ότι είχαν πει 108 προσευχές. Η επόμενη θρησκεία που αντιγράφει το σύστημα αυτό είναι οι Ινδουιστές (περίπου τον 1ο μ.Χ. αιώνα). Στη συνέχεια περνάει στους Μουσουλμάνους, το 570 μ.Χ. με τη γέννηση του Μωάμεθ και αργότερα στους Καθολικούς. Το 1260 οι Σταυροφόροι επιστρέφοντας από τους Άγιους Τόπους, μεταφέρουν το κομπολόι στην Ευρώπη. Φέρνουν στη Δύση μερικά μουσουλμανικά προσευχητάρια ή αλλιώς "κομπολόγια προσευχής". Τότε, λέει ο θρύλος, τα πρωτοβλέπει ο Άγιος Δομίνικος, ο οποίος εκείνη την εποχή έπαιζε σημαντικό ρόλο στα θρησκευτικά δρώμενα της Κεντρικής Ευρώπης. Ήθελε να βρει έναν τρόπο για να διευκολύνει τους πιστούς να προσεύχονται πολλές φορές, γιατί πίστευε ότι αυτό τους ηρεμούσε, τους ανέβαζε την πίστη πιο ψηλά, έδιωχνε απ’ το μυαλό τους άλλες σκέψεις και προβλήματα. Μόλις είδε λοιπόν τα μουσουλμανικά κομπολόγια σκέφτηκε να εκμεταλλευτεί την ιδέα κάνοντας μια μικρή μετατροπή. Μείωσε τις 99 χάντρες (τόσες είναι οι προσευχές που λένε οι Μουσουλμάνοι αφού κατά το Κοράνι ο Αλλάχ έχει 99 ιδιότητες) σε 59 φτιάχνοντας ένα κομπολόι προσευχής των καθολικών, το γνωστό "Ροζάριο". Το Ροζάριο είναι φτιαγμένο από 5 ενότητες των δέκα και μίας χαντρών. Δηλαδή οι 10 χάντρες είναι κολλητά και η μια μόνη της. Η διάταξη αυτή επαναλαμβάνεται 5 φορές. Αυτό γίνεται γιατί οι Καθολικοί θα πουν 10 φορές το "Αve Μaria" και όταν θα πάει το χέρι τους στην μονή χάντρα θα πουν το "Πάτερ Ημών"».

Η Παναγία με το βρέφος Ιησού αγκαλιά, κρατώντας ροζάριο. Bartolome Esteban MURILLO, 1650-55 - Μουσείο Πράδο, Μαδρίτη
Από το «μάλα» των Βουδιστών, το «τζεπιάν» των Ινδών (δηλαδή το προσευχητάρι, αφού «τζέπα» σημαίνει προσευχή στα σανσκριτικά) και το «μασμπάχα» των Μουσουλμάνων (που επίσης σημαίνει απαγγέλω, προσεύχομαι), φτάνουμε στα αντίστοιχα προσευχητάρια των Καθολικών Χριστιανών, οι οποίοι ανάλογα με την εθνότητά τους και τις τοπικιστικές διαλέκτους τού προσδίδουν διαφορετικές ονομασίες: Rosario για τους ιταλόφωνους, Chapelet για τους γαλλόφωνους και Rosenkrantz για τους γερμανόφωνους. Παράλληλα, το προσαρμόζουν στη δική τους θρησκευτική κουλτούρα και εξαλείφουν το κενό ανάμεσα στις χάντρες, αποτυπώνοντας έτσι την αυστηρότητα των χριστιανικών κανόνων και ηθών του Μεσαίωνα. Στην ουσία, όλες οι παραπάνω ονομασίες έχουν κοινή ρίζα: το ροζάριο, λέξη που προέρχεται από τη λατινική “rosarium”, αναφέρεται στη γιρλάντα από ρόδα που χρησιμοποιούσαν οι αρχαίοι Ρωμαίοι όταν προσεύχονταν στους Θεούς υπέρ μνήμης των νεκρών τους, κατά τη διάρκεια του ανοιξιάτικου εορτασμού των “Rosalia”. Το ίδιο αντικείμενο υιοθετείται πολύ αργότερα από τη χριστιανική θρησκεία και συμβολίζει την ίδια την Παναγία, η οποία αποτυπώνεται συχνά σε πίνακες και αγάλματα να φορά «στεφάνι από ρόδα» (Rosenkrantz), ή να κρατά χάντρινη «γιρλάντα» (Chapelet). Ειδικότερα, στους πρωτοχριστιανικούς χρόνους και πριν την «εισαγωγή» του μουσουλμανικού προσευχηταρίου από τους Σταυροφόρους, η γιρλάντα αυτή χρησιμοποιείται ως δεητικό μέσο προς το πρόσωπό της.

Ιππότες του Τάγματος του Αγίου Ιωάννη της Ιερουσαλήμ. Ο ένας έχει κομπολόι περασμένο στο ξίφος του.
Γενικότερα, μεταξύ 13ου και 15ου αιώνα μ.Χ., τα χάντρινα προσευχητάρια φορεμένα στη μέση και στο λαιμό υποδεικνύουν συμμετοχή σε θρησκευτική Αδελφότητα ή Τάγμα. Παρόλο που τα ήθη της εποχής απαγορεύουν τη χρήση κοσμημάτων και πολύτιμων λίθων από μοναχούς και ιερωμένους, τα προσευχητάρια ως εξαρτήματα ένδυσης αποτελούν απόδειξη ευλάβειας. Διαδεδομένη είναι και η αντίληψη ότι έχουν θεραπευτικές ιδιότητες ή ότι λειτουργούν ως φυλαχτά. Για αυτό το λόγο, προσφέρονται και ως πολύτιμο δώρο φιλίας, ειδικά αν ο δωρητής είναι πρόσωπο αποδεδειγμένης αρετής, προσκυνητής των Αγίων Τόπων ή μέλος στρατιωτικο-θρησκευτικού Τάγματος. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν το Τάγμα των Ιπποτών του Αγίου Ιωάννη της Ιερουσαλήμ και η Αδελφότητα των Προσευχητών.

Οι πρώτοι, γνωστοί και ως Ιωαννίτες Ιππότες, ή «Τάγμα των Φιλοξενούντων» (Hirosolimitani Xenodochii, ή Hospitallers), μετεξελίχθηκαν στο γνωστό μας Τάγμα των Ιπποτών της Ρόδου και αργότερα στο Τάγμα των Ιπποτών της Μάλτας (το οποίο υφίσταται έως σήμερα). Τα μέλη του Τάγματος αυτού, υιοθετούν από νωρίς τα κομπολόγια ως βασικό τμήμα του εξοπλισμού τους.

Η Αδελφότητα των Προσευχητών ή Αδελφότητα του Ροζαρίου (Confraternity of the Holy Rosary) εμφανίζεται αρχικά κατά τον 13ο αιώνα και αποτελείται από Δομινικανούς μοναχούς, οι οποίοι φορούν στη μέση τους μεγάλα κομπολόγια με 150 χάντρες, κατανεμημένες σε ομάδες των 50. Θεωρούν ότι η ενδυνάμωση της πίστης επιτυγχάνεται μέσω της αδιάκοπης προσευχής και ανάγουν το κομπολόι σε βασικό όχημα θρησκευτικής ανάτασης, «οργώνοντας» όλη τη Δυτική Ευρώπη για να διαδώσουν την πεποίθησή τους. Μένουν γνωστοί και ως «Τάγμα των Κομβολογητών».

Κομποσκοίνι
Τα κομποσκοίνια ή πατερημά, τα «δεητικά στεφάνια της Παναγιάς», αποτελούν την Ορθόδοξη εκδοχή των προσευχηταριών και κάνουν την εμφάνισή τους γύρω στο 320 μ.Χ. Σύμφωνα με την παράδοση, όπως την καταγράφει ο Άρης Ευαγγελινός, «ο Αρχάγγελος Γαβριήλ επισκέφθηκε τον Όσιο Παχώμιο (ιδρυτή του πρώτου μοναστηριού στη Θηβαΐδα της Αιγύπτου) στον ύπνο του και του υπέδειξε λύση στο πρόβλημα της αυτοσυγκέντρωσης κατά τη διάρκεια των προσευχών, όπως και στην αρίθμηση των δεήσεων και των ευχών που η κάθε προσευχή έπρεπε να περιέχει. Ο Αρχάγγελος Γαβριήλ είχε μαζί του ένα μεταξωτό σχοινί και άρχισε να πλέκει το σχοινί αυτό σε κόμπους, τον έναν κοντά στον άλλο, με περισσή δεξιοτεχνία και σύμφωνα με κάποιο σχέδιο περίτεχνο που εκείνος γνώριζε. Τον κάθε κόμπο αποτελούσαν εννέα πλεγμένοι Σταυροί για να θυμίζουν τα εννέα Τάγματα των Αγγέλων. Έδεσε λοιπόν 33 κόμπους και με τον τελευταίο ένωσε τις δύο άκρες του νήματος σε κύκλο. Σ’ αυτό το σημείο, έπλεξε ένα σταυρό από κόμπους που έφτιαξε ακολουθώντας την ίδια τεχνική και παρέδωσε το εργόχειρο στον Παχώμιο».

Οι Ορθόδοξοι αποδίδουν στο κομποσκοίνι πνευματική υπόσταση, δεν το αντιμετωπίζουν μόνο ως «βοήθημα προσευχής». Έχει χαρακτήρα συμβολικό που υπενθυμίζει στον ευλαβή να ζει μια ασκητική και σοβαρή ζωή, σε συνεχή μετάνοια. Στην πλειοψηφία τους τα κομποσκοίνια είναι συνήθως πλεγμένα από πρόβειο μαλλί (συμβολίζοντας τον Αμνό του Θεού), σε μαύρο χρώμα (που συμβολίζει τη θρησκευτική αυστηρότητα) και έχουν 33, 50, 100 ή συχνά και 300 κόμπους, ανάλογα με τις προσευχές που θέλει να πει ο μοναχός.

Είναι σχεδόν αδύνατο να μην παρατηρήσει κανείς την ομοιομορφία στη χρήση του προσευχηταρίου σε όλες τις ανατολικές θρησκείες, ενώ κάθε άλλο παρά συμπτωματική μπορεί να χαρακτηριστεί η καταγωγή της ονομασίας του στις αντίστοιχες γλώσσες, αφού σε όλες συνδέεται με την έννοια της προσευχής. Η Ελλάδα αποτελεί τη μοναδική περίπτωση όπου το προσευχητάρι αποποιείται την αρχική θρησκευτική του ιδιότητα και μετατρέπεται σταδιακά στο κομπολόι, αντικείμενο διασκέδασης ή και περισυλλογής. Ταυτόχρονα μεταβάλλεται και η ονομασία του, αν και η ισχύουσα λέξη «κομπολόι» προδίδει εμφανώς τη ρίζα της. Κατά γενική παραδοχή, δυο εξηγήσεις αναφέρονται σαν οι επικρατέστερες ως προς την ετυμολογία της λέξης:

  • Σύμφωνα με την πρώτη, οι «λαϊκοί» βλέπουν το θρησκευόμενο να χαϊδεύει κάθε κόμπο του προσευχηταρίου και να λέγει μια προσευχή. Από το συνδυασμό των λέξεων «κόμπος» και «λέγει» προκύπτει το «κόμπο-λέγει», «κομπολόγι», «κομπολόι».
  • Η δεύτερη εκδοχή επιχειρεί να δώσει εξήγηση με γραμματικούς όρους, σύμφωνα με την οποία η σύνθετη λέξη «κομπολόι» προέρχεται από το ουσιαστικό «κόμπος» και την κατάληξη «όι». Ο κόμπος, πέραν του γνωστού τρόπου δεσίματος, επιδέχεται και μιαν άλλη ερμηνεία προερχόμενη από την Αρχαία Ελληνική, που έχει την έννοια του χτύπου, του θορύβου, του κρότου ο οποίος προκαλείται από δυο στέρεα, σκληρά αντικείμενα του ίδιου υλικού που χτυπούν μεταξύ τους. Η κατάληξη «όι» αποδίδεται ως μια αλληλουχία, μια ακολουθία όμοιων εννοιών ή πραγμάτων. Έτσι, όπως το μοιρολόι είναι μια ακολουθία θρήνων, το κομπολόι ερμηνεύεται ως η ακολουθία, η σειρά των κρότων που προκαλούν οι χάντρες περασμένες σε σχοινί όταν χτυπούν μεταξύ τους.
Η μετάλλαξη του κομπολογιού στην προσφιλή μας μορφή πραγματοποιείται κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας. Κατά την επικρατέστερη εκδοχή οι Έλληνες, παρόλο που χρησιμοποιούν τα κομποσκοίνια για θρησκευτικούς λόγους από πολύ νωρίς, υιοθετούν τη συνήθεια στην κοινωνική της έκφανση από τους Τούρκους. Αυτοί σχεδόν πάντα κρατούν στα χέρια τους το «τεσπίχ» (ντεσπίγι κατά τον εξελληνισμό της λέξης), τη γιρλάντα με τις ακίνητες χάντρες και την κατάληξη σε φούντα, όχι μόνο όταν προσεύχονται αλλά και σε επίσημες εκδηλώσεις, στη διασκέδασή τους ή στο ραχάτι τους. Οι ανώτεροι Τούρκοι αξιωματούχοι διαθέτουν ντεσπίγια από ακριβά υλικά, φτιαγμένα με τέχνη και λεπτομέρεια, η επίδειξη των οποίων επικυρώνει το κοινωνικό τους status, το κύρος τους και κατ’ επέκταση τη θέση εξουσίας τους. Οι Έλληνες, ράτσα φιλομαθής και με έμφυτη περιέργεια, αγκαλιάζουν τη συνήθεια αυτή με πιο «παιχνιδιάρικο» μάτι και ενδίδοντας στην εφευρετικότητά τους αφαιρούν τις περισσότερες χάντρες, μεγαλώνοντας έτσι το κενό ανάμεσά τους για να κινούνται ελεύθερα και να χτυπούν μεταξύ τους. Το πρώτο αποτυπωμένο ντοκουμέντο που σώζεται, είναι μια σπάνια φωτογραφία που χρονολογείται περί το 1840 στην Κάρυστο και παρουσιάζει έναν τοπικό προύχοντα με παραδοσιακή ενδυμασία να υποδέχεται τον Όθωνα, κρατώντας στα χέρια ένα κομπολόι.

Εγώ ρεμπέτης ήμουνα, Μπάμπης Γκολές - EROS MUSIC, Δεκέμβριος 2000
Στα αστικά κέντρα το κομπολόι αρχίζει να γίνεται δημοφιλές από τα τέλη του 19ου αιώνα και μετά. Οι πρώτοι που υιοθετούν αυτή τη «συνήθεια» είναι οι λεγόμενοι ρεμπέτες, οι μάγκες, οι κουτσαβάκηδες, πρόσωπα του περιθωρίου τα οποία συνήθως ζουν στην παρανομία. Το κομπολόι γίνεται το σήμα κατατεθέν τους, το αγκαλιάζουν αμέσως και το τοποθετούν σε περίοπτη θέση στον εσωτερικό κώδικα τιμής τους. Πειραματίζονται με το μέγεθος και τη μορφή του, του δίνουν «ψυχή», γράφουν τραγούδια γι’ αυτό, το έχουν πάντα και παντού μαζί τους: στον τεκέ, στον καφενέ, στη φυλακή, στο «τακτικό» τους, στην ταβέρνα. Η ενηλικίωση του μάγκα, μεταξύ άλλων, επιβάλλει την απόκτηση κομπολογιού, ενώ σε πολλές περιπτώσεις, ως μουσικό όργανο, συνοδεύει τον μπαγλαμά κρατώντας το ρυθμό: «ο οργανοπαίκτης κρατά με το αριστερό του χέρι, από την φούντα, ένα κομπολόγι ανηρτημένο σε μια κουμπότρυπα, ενώ με το δεξί του χέρι τρίβει ρυθμικά τις χάντρες του κομπολογιού με ένα κρασοπότηρο», αναφέρει ο Ηλίας Πετρόπουλος. Στη ρεμπέτικη δισκογραφία υπάρχουν τραγούδια στα οποία έχει ηχογραφηθεί αυτός ο ξεχωριστός ήχος. Ο προσεκτικός ακροατής ακούγοντας την «Πλημμύρα» του Μάρκου Βαμβακάρη θα διαπιστώσει ότι το «σιγόντο» του κομπολογιού είναι αρκετά διακριτό, ενώ ο Μπάμπης Γκολές στο εξώφυλλο του δίσκου του «Εγώ ρεμπέτης ήμουνα» αναπαριστά αυτή την τεχνική.

Κάνοντας ένα γρήγορο πέρασμα από τη μουσική ανθολογία, μπορεί κανείς να βρει αρκετά τραγούδια όπου γίνεται άμεση ή έμμεση αναφορά στο κομπολόι. Χάριν παραδείγματος και μόνο, παρατίθενται μερικοί γνωστοί τίτλοι τραγουδιών που άδουν για το κομπολόι ή το μπεγλέρι.

Ρολόι-κομπολόι
Στίχοι – Μουσική: Άκης Πάνου
Ερμηνεία: Γρηγόρης Μπιθικώτσης

Στ’ ουρανού την άκρη
Στίχοι: Νίκος Γκάτσος
Μουσική: Μάνος Χατζιδάκις
Ερμηνεία: Μανώλης Μητσιάς

Μια γυναίκα, δύο άντρες
Στίχοι – Μουσική: Γιώργος Μητσάκης
Ερμηνεία: Άννα Χρυσάφη

Ο μαστούρας
Στίχοι – Μουσική - Ερμηνεία: Μάρκος Βαμβακάρης

Χάντρα στο κομπολόι σου
Στίχοι – Μουσική: Σταύρος Κουγιουμτζής
Ερμηνεία: Γιώργος Νταλάρας

Ο Σταυρός του Νότου
Στίχοι: Νίκος Καββαδίας
Μουσική: Θάνος Μικρούτσικος
Ερμηνεία: Αιμιλία Σαρρή

Ξεκινάει τ' αρχοντολόι
Στίχοι: Λευτέρης Παπαδόπουλος
Μουσική: Στέλιος Βαμβακάρης
Ερμηνεία: Γιώργος Νταλάρας

Βαρβάκειο
Στίχοι: Σαράντος Τσιλιβερδής
Μουσική: Πρόδρομος Τσαουσάκης
Ερμηνεία: Γιώργος Νταλάρας

Μάνα δε φυτέψαμε
Στίχοι: Λευτέρης Παπαδόπουλος
Μουσική: Μάνος Λοΐζος
Ερμηνεία: Γιώργος Νταλάρας

Το κομπολογάκι
Στίχοι – Μουσική: Γιώργος Μητσάκης
Ερμηνεία: Στράτος Παγιουμτζής

Είμαστε το φτωχολόι
Στίχοι: Λευτέρης Παπαδόπουλος
Μουσική: Απόστολος Καλδάρας
Ερμηνεία: Γιώργος Νταλάρας

Στην εποχή του Πάγκαλου
Στίχοι – Μουσική: Γιώργος Μητσάκης
Ερμηνεία: Γιώργος Νταλάρας

Αντιλαλούνε τα βουνά
Στίχοι – Μουσική: Βασίλης Τσιτσάνης
Ερμηνεία: Σωτηρία Μπέλλου

Η δουλειά κάνει τους άντρες
Στίχοι: Λευτέρης Παπαδόπουλος
Μουσική: Μάνος Λοΐζος
Ερμηνεία: Δημήτρης Ευσταθίου

Αναπόφευκτα, η σύνδεση του κομπολογιού με το ρεμπέτικο τρόπο ζωής αποκλείει τη διάδοσή του στην αριστοκρατική κοινωνία της εποχής, αφού ο κάτοχος ενός τέτοιου αντικειμένου κινδυνεύει να υποστεί τις συνέπειες του κοινωνικού στιγματισμού. Έτσι, η ανώτερη αστική τάξη αποφεύγει επιμελώς τη δημόσια χρήση του, αλλά όχι για πολύ: το κομπολόι σε καμία φάση της πολύχρονης ιστορίας του δεν έχει συνδεθεί με μια μόνο συγκεκριμένη κάστα. Απευθύνεται σε κάθε άνθρωπο για διαφορετικούς λόγους κι έτσι σταδιακά καταρρίπτονται οι όποιες κοινωνικές, οικονομικές ή άλλες αναστολές. Κερδίζει συνεχώς έδαφος και, ειδικά μετά το 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο, αρχίζει να εμφανίζεται στα χέρια των θαυμαστών του χωρίς ενοχές. Τότε είναι που υφίσταται άλλη μια μεταλλαγή, απαράδεκτη κατά πολλούς και απόρροια της υιοθέτησής του από τα ανώτερα κοινωνικά στρώματα: οι χάντρες γίνονται μεταλλικές, συχνά ασημένιες, ενώ το σκοινί μετατρέπεται σε αλυσίδα επίσης ασημένια. Μπορεί κανείς πλέον να το δει ως διακοσμητικό των μαονένιων τραπεζιών στα αστικά σαλόνια, κρεμασμένο στον τοίχο ή ως κόσμημα με (ημι)πολύτιμους λίθους να παίζουν το ρόλο των χαντρών. Όπως και να είναι όμως, διατηρεί την ιδιότητά του προς τέρψη των οφθαλμών και της ψυχής, ανεξάρτητα από την εκάστοτε μορφή του. Οι «παραδοσιακοί» συλλέκτες αποκηρύσσουν τη μετάλλαξη αυτή, ισχυριζόμενοι ότι έτσι χάνει την ταυτότητά του. Στην πραγματικότητα, το κομπολόι ακολουθεί τις κοινωνικές επιταγές και την κουλτούρα της κάθε εποχής, όπως έχει συμβεί άπειρες φορές στο παρελθόν.

Ακτινογραφία του κομπολογιού

Κομπολόι από κεχριμπάρι Βαλτικής
Κάθε κομπολόι αποτελεί μοναδικό κομμάτι και συνήθως οι μερακλήδες κομβολογητές έχουν στην κατοχή τους χειροποίητα κομπολόγια κατασκευασμένα ακριβώς στα μέτρα τους και σύμφωνα με το προσωπικό τους γούστο. Έτσι, εκτός από το σχοινί που είναι περασμένες οι χάντρες, το οποίο πρέπει να έχει τέτοιο μήκος όσο χρειάζεται για να τυλίγεται γύρω από την παλάμη κατά το παίξιμο, η επιλογή του υλικού της χάντρας είναι πολύ σημαντική. Βασικό ρόλο παίζει ο τρόπος παιξίματος, π.χ. αν κάποιος χτυπά δυνατά τις χάντρες μπορεί να επιλέξει κοράλλι το οποίο δε σπάει εύκολα, ενώ αν προτιμά πιο χαϊδευτικό παίξιμο, το κεχριμπάρι, ο αχάτης και ο οψιδιανός αποτελούν πολύ καλές επιλογές. Σε μια προσπάθεια αποτύπωσης των πιο διαδεδομένων πρώτων υλών που χρησιμοποιούνται για τις χάντρες, καταλήγει κανείς στις ακόλουθες:

  • Κεχριμπάρι (καχραμάν, φατουράν, πράσινο κεχριμπάρι, κεχριμπάρι Βαλτικής, μωσαϊκό κεχριμπάρι)
  • Ξύλο (έβενος, απολιθωμένη ρίζα, ελιά, andiz, kordiken, σισμίρ, πάλισενγκ, σανταλόξυλο, κεσμέ)
  • Κόκαλο, κέρατο, όστρακο, φίλντισι, κουκούτσι
  • Ελεφαντόδοντο
  • Ινδική καρύδα ή κουκ
  • Κόκκινο κοράλλι, μαύρο κοράλλι (το γνωστό γιούσουρι ή γιουσούρι), ρινίσματα και πάστα κοραλλιού
  • Οψιδιανός, όνυχας, Μάτι της Τίγρης, χαλαζίας, χρυσόλιθος, ζαντ, ίασπις, Mother of Pearl, λαμπραδορίτης, αιματίτης, γιουνικίτης, κορνεόλη, Λάπις Λαζούλι, χαολίτης, αχάτης, δενδρίτης, αμέθυστος, βακελίτης
  • Τεχνητές ρητίνες, σκόνη από ρετσίνι, μαστίχα, λιβάνι, πολυεστέρας.
Ανεξάρτητα πάντως από το υλικό της χάντρας, το οποίο είναι θέμα υποκειμενικό ή προτίμησης, υπάρχουν συγκεκριμένοι κανόνες που τηρούνται κατά την κατασκευή του κομπολογιού. Έτσι, ο αριθμός των χαντρών είναι αυστηρά μονός, συνήθως πολλαπλάσιος του τέσσερα συν ένα, για τρεις λόγους όπως αποκαλύπτει η πείρα των παλαιότερων:
  1. είναι θέμα καλαισθησίας και ισορρόπησης του κομπολογιού στην παλάμη, αφού η μονή χάντρα που «περισσεύει» στο κάτω μέρος του κομπολογιού δημιουργεί ένα όμορφο ημικύκλιο
  2. γίνεται ευκολότερο το χαρακτηριστικό παιχνίδι με τις χάντρες, όταν ο κομβολογητής τις αφήνει να πέφτουν σιγά και ρυθμικά σε ζευγάρια. Όταν αυτά τελειώσουν η μονή χάντρα εμποδίζει το κομπολόι να πέσει από τα χέρια του
  3. κατά την παράδοση, ο μονός αριθμός χαντρών φέρνει καλοτυχία και ευτυχία στον κομβολογητή.
Εκτός από τις χάντρες, ένα παραδοσιακό κομπολόι αποτελείται από το σχοινάκι, τον παπά (μια χάντρα ίδιου υλικού αλλά μεγαλύτερη σε μέγεθος, δεμένη στην κορυφή του κομπολογιού που κλείνει το βρόγχο), το θυρεό και την προαιρετική φούντα (τρίχινη ή ασημένια). Το κενό μεταξύ των χαντρών και του παπά πρέπει να έχει απόσταση ίση με τέσσερα, περίπου, δάχτυλα ανάλογα με το μέγεθος του χεριού του κατόχου.

Κεχριμπαρένιο μπεγλέρι
Θα ήταν σημαντική παράλειψη να μην αναφερθεί μια παραλλαγή του κομπολογιού, ιδιαίτερα δημοφιλής στις νεότερες ηλικιακές ομάδες. Το μπεγλέρι έχει τους δικούς του φανατικούς οπαδούς, είναι σαφώς μικρότερο σε αριθμό χαντρών από το κομπολόι και έχει άλλη μια ιδιαιτερότητα: το σκοινί δε σχηματίζει βρόγχο, με αποτέλεσμα οι δυο άκρες του να είναι ελεύθερες, ενώ το μήκος του φτάνει τα τέσσερα ή πέντε δάχτυλα ανάλογα με το μέγεθος της παλάμης. Οι χάντρες αποτελούνται από δύο ζεύγη των δύο ή τριών και καταλήγουν σε καπάκι ή μικρό θυρεό διαφορετικού υλικού, συχνά ασημένιου. Ο κάτοχος του μπεγλεριού χρησιμοποιεί μόνο το ένα χέρι για να το κινήσει, ενώ το παίξιμο είναι συνήθως γρήγορο και νευρικό, επιδεικνύοντας ιδιαίτερη δεξιότητα με την εκτέλεση πολύπλοκων «ακροβατικών» των δαχτύλων.

Κλείνοντας αυτό το μικρό φόρο τιμής στο κομπολόι, προκύπτει το συμπέρασμα ότι, μέσα σε λίγες παραγράφους, είναι αρκετά δύσκολο να αποτυπωθεί η ομορφιά αυτού του ιδιότυπου «παιχνιδιού», όπως και η εκπληκτική πορεία του μέσα στο χρόνο. Οι θρύλοι πολλοί, οι ιστορίες περισσότερες, τα τραγούδια αλησμόνητα σε γλώσσες ζωντανές ή ξεχασμένες μέσα στους αιώνες, ο χτύπος του όμως ένας και μοναδικός. Το βέβαιο είναι ότι το κομπολόι ανέκαθεν έφερε το «βαρύ φορτίο» της σωτηρίας της ψυχής των ευλαβών, των γνήσιων. Παρόλο που, με την εμφάνισή του στην Ελλάδα, απέκτησε και άλλη διάσταση πέραν της θρησκευτικής και μετατράπηκε σε παιχνίδι του λαού, διατηρεί ακόμη σαν ένα είδος κληρονομιάς την εξομολογητική του ιδιότητα.

«Οι χάντρες σταλάζοντας μουδιάζουν τη σκέψη και τη φαντασία ερεθίζουν» και ο «κομβολογητής» χτυπώντας το «μετράει τους καημούς και τους αναστεναγμούς».

αναζήτηση στην κλίκα

online τώρα

15 αναγνώστες διαβάζουν τώρα την κλίκα

Με τη συνέχιση της περιήγησής σας στο website της κλίκας αποδέχεστε τη χρήση των cookies.