Άρθρα
Δόμηση και αποδόμηση των όρων στο ελληνικό τραγούδι
Δόμηση και αποδόμηση των όρων στο ελληνικό τραγούδι
Στα 1824 ο Κλοντ Φοριέλ διαπίστωνε ότι τα «Λαϊκά Τραγούδια της Σύγχρονης Ελλάδας» αντιδιαστέλλονται από τα τραγούδια και την ποίηση των λογίων και διέπονται από την επιθυμία να αρέσουν σε όσο το δυνατόν περισσότερο κόσμο. Συνεπώς ανταποκρίνονται στην αντίληψη και την αισθητική των μεγάλων λαϊκών μαζών. Ο Φοριέλ διέκρινε τα «Λαϊκά Τραγούδια της Σύγχρονης Ελλάδας» σε τραγούδια της υπαίθρου (αγροτο-λαϊκά) και σε τραγούδια των πόλεων (αστικο-λαϊκά). Και δημοσίευε στο βιβλίο του αρκετά αστικο-λαϊκά από Κωνσταντινούπολη, Σμύρνη, Χίο και Γιάννενα.
Στα 1842 ο Τομαζέο, σε κείμενό του γραμμένο απ’ ευθείας στην ελληνική γλώσσα, λέει ότι τα λαϊκά τραγούδια της Ελλάδας «δεν επαινούν τις νίκες των βασιλέων και των πλουσίων, αλλά ψάλλουν τα λαβώματα του μαύρου λαού». Έδωσε, δηλαδή, ταξικό περιεχόμενο στον όρο αυτό.

Μάρκος Βαμβακάρης και Νέαρχος Γεωργιάδης το 1965
Δυστυχώς οι όροι Chants Populaires, Canti Popolari, Carmina Popularia και άλλοι παρόμοιοι που χρησιμοποιήθηκαν από τους πρωτοπόρους Ευρωπαίους εκδότες των λαϊκών τραγουδιών, από τα 1852 και μετά αποδόθηκαν στα ελληνικά με τον ατυχή όρο Δημοτικά Τραγούδια. Ο Κωστής Παλαμάς στα 1912 επικεντρώνει την προσοχή και τη συμπάθειά του στα αστικο-λαϊκά τραγούδια. Κι όταν λέει ότι μέσα στα «Γιαννιώτικα, Σμυρνιώτικα, Πολίτικα, μακρόσυρτα τραγούδια ανατολίτικα», που τόσο του αρέσουν, «κλαίει το μαύρο φτωχολόι», αναγνωρίζει κι αυτός την ταξική τους διάσταση και το γεγονός ότι αυτά εκφράζουν τις χαμηλότερες τάξεις και στρώματα.
Στην πρωτεύουσα της Ιωνίας οι απλοί άνθρωποι, όπως και οι μορφωμένοι, χρησιμοποιούσαν τον όρο «Λαϊκά Τραγούδια της Σμύρνης», για να καθορίσουν τα αστικο-λαϊκά άσματα της ιδιαίτερης πατρίδας τους. Κι ακριβώς αυτό τον όρο χρησιμοποίησαν οι Σμυρνιοί συγγραφείς, όπως ο Λαίλιος Καρακάσης και η Στέλλα Επιφανείου-Πετράκη στις μελέτες και στις ανθολογίες τους. Η Όλγα Βατίδου και άλλοι Σμυρνιοί συγγραφείς αποδίδουν ταξικό χαρακτήρα σ’ αυτά τα τραγούδια. Τον ίδιο ταξικό χαρακτήρα θα αναγνωρίσει αργότερα κι ο Τάκης Μπίνης, μιλώντας για τα λαϊκά τραγούδια της εποχής του, αλλά κι ο Πάνος Γεραμάνης, μιλώντας για τα τραγούδια που τραγούδησε ο Στέλιος Καζαντζίδης.
Αυτή η υπογράμμιση του ταξικού χαρακτήρα δεν δηλώνει κάποια πολιτική ή κομματική εμμονή. Δηλώνει όμως την κοινωνική φύση και την κοινωνική ταυτότητα του αστικο-λαϊκού είδους. Και πραγματικά, αν το είδος αυτό είναι ταξικό, και κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα εκφράζει το ελληνικό προλεταριάτο και εν μέρει τους μικροαστούς των πόλεων, τότε δεν μπορεί ταυτόχρονα να είναι τραγούδι του υποκόσμου και του περιθωρίου, όπως υποστηρίζουν πολλοί. Ο Σμυρνιός συγγραφέας Σωκράτης Προκοπίου στο βιβλίο του «Σεργιάνι στην παλιά Σμύρνη» επισημαίνει ότι μέσα στο σύνολο των σμυρνέικων λαϊκών τραγουδιών υπάρχει και πλούτος από ρεμπέτικα, τα οποία αποτελούν ένα υποσύνολο και «μυρίζουν μαχαλά τση Σμύρνης». Μετά από αυτό παραθέτει αρκετά παραδείγματα σμυρνέικων ρεμπέτικων, κανένα από τα οποία δεν σχετίζεται με χασίσι ή άλλα ναρκωτικά.
Τι σημαίνουν όμως οι λέξεις «ρεμπέτης» και «ρεμπέτικο»; Αυτές οι λέξεις επιδέχονται πολλές και διάφορες ερμηνείες: Η λέξη ρεμπέτης, στην κυριολεξία της, σημαίνει τον ρεμβόμενο, τον περιπλανώμενο από οποιαδήποτε αιτία. Επίσης, κατ’ επέκτασιν, ρεμπέτης μπορεί να σημαίνει άτακτος, άνθρωπος που παραβιάζει τους κανόνες και τις συμβατικότητες. Στα 1897 βρίσκουμε την έκφραση «παναϋρι-ρεμπέτα», που σημαίνει πανηγύρι άτακτο, χωρίς κανόνες, καθωσπρεπισμούς και επισημότητες. Ρεμπέτικα τραγούδια, επίσης, θα μπορούσε να είναι τα τραγούδια των πλανόδιων (ρεμβών) τραγουδιστών, είτε επαγγελματίες ήταν αυτοί είτε ερασιτέχνες. Στα 1894 καταγράφηκε από τον Στέφανο Κουμανούδη η λέξη «ρεμβωδίαι», που σημαίνει ρεμβών ωδαί και που προφανώς είναι ο όρος «ρεμπέτικα τραγούδια» μεταφερμένος στην καθαρεύουσα. Με αυτά τα δεδομένα, τα ρεμπέτικα «που μυρίζουν μαχαλά τση Σμύρνης», σύμφωνα με τον Προκοπίου, πιθανόν να ήταν αυτά που τραγουδούσαν οι άτακτοι γλεντζέδες μέσα στα σοκάκια της ιωνικής πρωτεύουσας, κατά τη διάρκεια της ημέρας ή, κυρίως, της νύχτας. Είναι γεγονός ότι με την ανάπτυξη του εμπορίου και της βιομηχανίας, αυτοί οι δύο κλάδοι οικονομικής και κοινωνικής δραστηριότητας τυποποιούσαν τα διάφορα προϊόντα τους και πρότειναν τυποποιημένες έννοιες και όρους, με σκοπό την καλύτερη, γρηγορότερη και ευκολότερη συνεννόηση με το κοινό. Αυτό μπορεί να φανεί καθαρά, αν πάρουμε σαν παράδειγμα πολλά είδη μηχανών και εξαρτημάτων, τα αυτοκίνητα, τα βιβλία και τα περιοδικά, τα φάρμακα, τον κινηματογράφο, τη δισκογραφία...
Στη δεκαετία του 1930 οι δισκογραφικές εταιρείες, στους καταλόγους και στις ετικέτες των δίσκων, χαρακτήρισαν τα τραγούδια του είδους για το οποίο μιλάμε: «ΛΑΪΚΑ - ΡΕΜΠΕΤΙΚΑ». Μετά το 1937 διέγραψαν τον όρο «ΡΕΜΠΕΤΙΚΑ» και κράτησαν μόνο τον όρο «ΛΑΪΚΑ». Ταυτόχρονα καθιερώθηκαν από τις ίδιες δισκογραφικές εταιρείες, στους ίδιους καταλόγους δίσκων οι όροι «ΔΗΜΟΤΙΚΑ» για εκείνα τα τραγούδια που εκφράζουν τους ανθρώπους και τη ζωή της υπαίθρου (του χωριού, του βουνού και του κάμπου) και «ΟΠΕΡΕΤΕΣ - ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΕΙΣ - ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΙ ΧΟΡΟΙ» για τα τραγούδια που μιμούνταν δουλικά τα ελαφρά ευρωπαϊκά πρότυπα. Αργότερα αυτός ο τρίδυμος όρος αντικαταστάθηκε από τον όρο «ΕΛΑΦΡΑ» κι έτσι πέρασε στην κοινή χρήση κατά τις επόμενες δεκαετίες.
Ας σταθούμε κάπως ειδικότερα στον δίδυμο προσδιορισμό «ΛΑΪΚΑ -ΡΕΜΠΕΤΙΚΑ», που χρησιμοποιήθηκε από τις εταιρείες κατά την περίοδο 1930-1937 και μόνον, έναν προσδιορισμό που στάθηκε η αφορμή και η πηγή πολλών παρεξηγήσεων και διαστρεβλώσεων γύρω από το αστικο-λαϊκό είδος. Αυτές οι δυο λέξεις: «ΛΑΪΚΑ-ΡΕΜΠΕΤΙΚΑ» ποια σχέση μπορεί να έχουν μεταξύ τους; Οι πιθανές μεταξύ τους σχέσεις είναι:
- Σχέση υπαλληλίας ή υπαγωγής, δηλαδή η στενότερη έννοια «ΡΕΜΠΕΤΙΚΑ» να υπάγεται στην ευρύτερη «ΛΑΪΚΑ».
- Σχέση συνωνυμίας, δηλαδή οι δυο λέξεις να ταυτίζονται νοηματικά, να σημαίνουν το ίδιο πράγμα και συνεπώς να μπορεί η κάθε μια να αντικαθιστά την άλλη.
Όπως και να έχουν τα πράγματα, το γεγονός είναι ότι το ελληνικό κοινό της δεκαετίας του 1930 θεώρησε τους δυο όρους συνώνυμους, δυο όρους που θα μπορούσαν να εναλλάσσονται και να αντικαθιστούν ο ένας τον άλλο. Δηλαδή, αντί να λένε «Λαϊκά», να λένε «Ρεμπέτικα» και αντιστρόφως. Σημειωτέον ότι όλα τα τραγούδια της κατηγορίας αυτής συνοδεύονταν πάντα από την απαραίτητη διευκρίνηση πάνω στην ετικέτα του δίσκου: «Συνοδεία Λαϊκής Ορχήστρας». Μια διευκρίνηση που σημαίνει πολλά και που θα πρέπει να μην περνά απαρατήρητη από τους μελετητές του αστικο-λαϊκού τραγουδιού.