Ο Γιάννης ή Γιαννάκης ακούει λαϊκά ή ρεμπέτικα

Για κάθε αντικείμενο αναφοράς, είτε αισθητό είτε ιδεατό, υπάρχουν περισσότερες από μια λέξεις που το εκφράζουν. Ο λαός, σε μια στιγμή σοφίας του, είπε τη φράση: «Τι Γιάννης τι Γιαννάκης;» Αλλά υπάρχουν κι άλλες ακόμα λέξεις για το ίδιο πρόσωπο: Ιωάννης, Γιάννος, Γιαννακός κτλ.

Το κτίριο μέσα στο οποίο ζούμε τις περισσότερες ώρες μας, εκτός από σπίτι, λέγεται επίσης οικία, οίκος, κατοικία, εστία, τσαρδί κτλ. Για την πλατειά δίοδο, που χρησιμοποιεί όλος ο κόσμος προκειμένου να κυκλοφορεί με άνεση και ταχύτητα, υπάρχουν οι λέξεις οδός, δρόμος, στράτα και άλλες... Η ελληνική γλώσσα, λόγω του μακρότατου και περιπετειώδους παρελθόντος της, είναι πλουσιότερη από άλλες σε συνώνυμα, δηλαδή σε λέξεις που έχουν το ίδιο νόημα μεταξύ τους. Υπάρχει η Ομηρική γλώσσα, η Αττική διάλεκτος, η Αλεξανδρινή, η Μεσαιωνική, η Νεοελληνική... Και η κάθε μια από αυτές τις διαλέκτους έχει δικές τις λέξεις, για να εκφράζει την κάθε μια έννοια... Ο ελληνικός χώρος δέχτηκε επίσης επιδράσεις από διάφορα έθνη, δηλαδή διαφορετικές γλωσσικές κοινότητες, που είτε τον κατάκτησαν με τα όπλα, είτε με την οικονομική και πολιτική επιρροή: Φοίνικες, Ρωμαίοι, Άραβες, Φράγκοι, Τούρκοι, Αγγλο-Αμερικανοί... Και από τον κάθε διαφορετικό γλωσσικό κώδικα, που είχαν οι ξένοι, η ελληνική γλώσσα κάτι πήρε, είτε σαν αποζημίωση για το βιασμό της είτε σαν λάφυρα από τους κατακτητές που έρχονταν και φεύγανε. Πώς να μην έχει λοιπόν τόσες πολλές συνώνυμες λέξεις!

Με βάση τα όσα είπαμε παραπάνω, μπορούμε άνετα να διατυπώσουμε την εξής φράση: «Ο Ιωάννης ή Γιάννης ή Γιάννος ή Γιαννάκης πήρε το δρόμο, την οδό και την στράτα κι έφτασε στον οίκο, την οικία, το σπίτι και το τσαρδί του. Ξάπλωσε στο κρεβάτι, την κλίνη, το στρώμα του κι ακροάστηκε, άκουσε ή γροίκησε ωδές, άσματα και τραγούδια...» Ως εδώ καλά τα πήγαμε! Αλλά τι λογής άσματα ακροάστηκε; Άκουσε αστικά λαϊκά τραγούδια, αστικο-λαϊκά, λαϊκά, ρεμπέτικα ή λαϊκο-ρεμπέτικα. Όλες αυτές οι λέξεις σηματοδοτούν εκείνο το καλλιτεχνικό είδος νεοελληνικού τραγουδιού που βασίζεται σε ζωντανά, παραδοσιακά στοιχεία κι εκφράζει τη ζωή των πόλεων από τη σκοπιά των χαμηλότερων κοινωνικών ομάδων ή στρωμάτων. Είναι δηλαδή συνώνυμες. Στο βιβλίο του «Σπάνια κείμενα για το ρεμπέτικο (1929 -1959)» ο Κώστας Βλησίδης ανθολογεί άρθρα και άλλα δημοσιεύματα που αναφέρονται στο αστικο - λαϊκό τραγούδι. Τα δημοσιεύματα αυτά μπορούν να χωριστούν σε δύο βασικές κατηγορίες: σε αυτά που είναι φιλικά και σε αυτά που είναι εχθρικά προς το είδος. Οι φιλικοί κειμενογράφοι χρησιμοποιούν τον όρο «Λαϊκό Τραγούδι», εναλλάσσοντάς τον με τον όρο «Ρεμπέτικο», που τον θεωρούν συνώνυμο, αλλά ανεπίσημο. Επίσης μας δίνουν κι άλλες πληροφορίες χρήσιμες προκειμένου να διαμορφωθεί η έννοια του αστικο-λαϊκού τραγουδιού.

Ο ανθολογούμενος κειμενογράφος Αντ. Γουν. σε άρθρο του με τον τίτλο «Καθώς απλώνεται μακρόσυρτος κι ανάβει τα μεράκια ο αμανές,(Αύγουστος 1931)» γράφει: «Τραγούδια κομμάτια από την ψυχή του λαού, βγαλμένα από τα ήθη, τα έθιμά τους, τους έρωτές τους» είναι τα ανατολίτικα τραγούδια και οι αμανέδες, που παίζει η ορχήστρα του Αγάπιου Τομπούλη, με επικεφαλής το ούτι, τα σαντουρόβιολα, το ντέφι [...] Αλλά ποιος είναι ο πολυάριθμος «κόσμος και κοσμάκης», ποιο είναι το κοινό αυτών των τραγουδιών, το κοινό που χαρακτηρίζεται «λαός»; Σύμφωνα με τον κειμενογράφο είναι «ένας κόσμος πονεμένος και εργατικός. Την ημέρα τρέχει και αυτός, όπως κι εμείς, να εξοικονομήσει τα προς το ζην, και το βράδυ το ρίχνει έξω, για να ξεχνάει τα βάσανα, τις πίκρες της ζωής. Αντίκρυ, στο πεζοδρόμιο, υπάρχει και γαλαρία. Ένας ολόκληρος κόσμος όρθιος παρακολουθεί το τραγούδι. Γέροι, γριές, κοπέλες αφράτες, νόστιμες, παιδιά, όλοι αραδιασμένοι εκεί ώρες ολόκληρες ακούνε τα τραγούδια της πατρίδας τους. Μια μεγάλη σειρά αναμνήσεων ξεπηδά και σπαράζει τις καρδιές τους [...] Η Καισαριανή είναι ο τόπος όπου το γλέντι ανάβει παντού, σ’ όλα τα στέκια, σ’ όλα τα σπίτια και στη μικρότερη καλύβα».

Ο περιβόητος Ηλίας Πετρόπουλος, ο οποίος δημοσίεψε και αρκετές φωτογραφίες του Αγησίλαου Τομπούλη με το ούτι και τα σαντουρόβιολά του, από το 1968 μέχρι λίγο πριν το θάνατό του, μας διαβεβαίωνε κατηγορηματικά ότι τα «ρεμπέτικα» είναι τα τραγούδια του υποκόσμου, ενώ ο Στάθης Δαμιανάκος, με την πανεπιστημιακή του τήβεννο μας επιβεβαίωνε αφελώς, αλλά εξίσου κατηγορηματικά, ότι τα ρεμπέτικα είναι τραγούδια του κοινωνικού περιθωρίου... Αλλά όλος αυτός ο κόσμος και κοσμάκης, όλος αυτός ο λαός, ο πονεμένος κι εργατικός, που όλη τη μέρα δουλεύει μεροκάματο, οι γέροι, οι γριές, οι αφράτες κοπέλες, τα παιδιά που παρακολουθούνε αυτά τα λαϊκά ή ρεμπέτικα τραγούδια, ήταν «υπόκοσμος» και «κοινωνικό περιθώριο»; Θα ήταν βλακεία να εξακολουθήσει να το υποστηρίζει κανείς μέχρι σήμερα. Ένας άλλος κειμενογράφος, με το ψευδώνυμο Ρεπόρτερ, ένα μήνα πριν τη Μεταξική Δικτατορία, κάτω από τον τίτλο «Τα μάγκικα και τα ρεμπέτικα», αντιδιαστέλλει την έννοια του «λαού» από την έννοια του «καλού κόσμου», δηλαδή από τις ανώτερες τάξεις. Τα τραγούδια του Τούντα, του Σκαρβέλη, του Μοντανάρη και του Βαμβακάρη τα ονομάζει «λαϊκά τραγούδια των λαϊκών συνθετών [...] Τραγουδιούνται σε όλες τις αθηναϊκές γειτονιές, σε όλα τα λαϊκά κέντρα. Είναι οι πλέον προσφιλείς σκοποί του λαού [...] Τα τραγούδια αυτά κυκλοφορούν και εις τευχίδια σε χιλιάδες αντιτύπων. Γιατί όχι; Έχει και ο λαός την ποίησή του». Λαϊκά τραγούδια λοιπόν, λαϊκή ποίηση λαϊκών συνθετών σε λαϊκά κέντρα... Και τον όρο λαϊκά τραγούδια ο Ρεπόρτερ τον χρησιμοποιεί παράλληλα με τους όρους μάγκικα και ρεμπέτικα.

H Αλεξάνδρα Λαλαούνη, που ο ανθολόγος τη χαρακτηρίζει «εξέχουσα μουσικοκριτικό και δημοσιογράφο», στο άρθρο της με τον τίτλο «Λαϊκή μουσική - μαέστροι - συνθέται - τραγουδισταί» (Οκτώβρης 1940), χρησιμοποιεί τον όρο Λαϊκό Τραγούδι, θεωρώντας συνώνυμες λέξεις το «σερέτικο» και το «μάγκικο», για άσματα που τραγουδά ο Στελλάκης, η Ρίτα Αμπατζή και η Νταίζη Σταυροπούλου. Δε θεωρεί αυτά τα τραγούδια προϊόντα των φυλακών ή των τεκέδων, αλλά προϊόντα βιομηχανίας, η οποία «φαμπρικάρει χιλιάδες δίσκους για το λαό». Οι άνθρωποι του λαού απολαμβάνουν αυτά τα τραγούδια οποιαδήποτε ώρα θέλουν μέσω του γραμμοφώνου. «Κι ένας ολόκληρος κόσμος από λαϊκούς μαέστρους, λαϊκούς οργανοπαίκτες, λαϊκούς τραγουδιστές, μοχθεί, αγωνίζεται, ζει απ’ αυτή τη βιομηχανία, γιατί η μεγάλη μάζα, ο λαός, τους θέλει, τους αγαπάει, δεν βαριέται να τους ακούει». Οι μαέστροι Τούντας και Σαλονικιός, σύμφωνα με τη Λαλαούνη, διακρίνουν το τραγούδι σε Δημοτικό και Λαϊκό, υπηρετώντας και τα δυο είδη, βεβαίως. Ο δε Τούντας προσδιορίζεται ως ο καλλιτεχνικός διευθυντής της λαϊκής μουσικής των δίσκων Κολούμπια, με ειδικές επιδόσεις στις συνθέσεις Λαϊκού Τραγουδιού. Σε άλλο της άρθρο, μετά από τρεις μέρες, με τίτλο «Λαϊκή μουσική, λαϊκά τραγούδια, λαϊκοί τραγουδισταί», η Λαλαούνη, λες κι έχει υπόψη της ότι οι όροι αυτοί μπορεί να αμφισβητηθούν στο μέλλον από κάποιους επιπόλαιους μελετητές, τους χρησιμοποιεί κατά κόρον, προσθέτοντας ότι απευθύνονται στο «λαϊκό αίσθημα», τη «λαϊκή ψυχή» κι ότι έχουν μεγάλη «διάδοση στο λαό». Οι Τούντας, Σαλονικιός, Χρυσίνης, Περδικόπουλος, Παγιουμτζής, Κερομύτης, Στελλάκης, Αμπατζή, Χιώτης, Τσιτσάνης εκθειάζονται ως άριστοι επαγγελματίες, σε αντίθεση με όσα λένε σήμερα διάφοροι παράδοξοι μελετητές, που τους θεωρούν εκπροσώπους του υποκόσμου και του περιθωρίου.

Ο Ι. Μανωλικάκης, κάτω από τον τίτλο «Το Λαϊκό, το “Ρεμπέτικο” τραγούδι, ξαναβρίσκει και πάλι τις παλιές του δόξες» γράφει: «Το Λαϊκό Τραγούδι είναι δεμένο με την ψυχή του λαού μας. Το Ρεμπέτικο αγκάλιασε κι έκανε θέμα του το κάθε τι που συμβαίνει στη ζωή». Ο Μανωλικάκης διαπιστώνει την ταξική φύση του είδους, όταν λέει ότι εκφράζει μια μεγάλη μάζα του ελληνικού λαού, που δοκιμάζεται από χίλιες στερήσεις, πίκρες και βάσανα. Ορθά κατατάσσει τα γιαννιώτικα, σμυρνιώτικα, πολίτικα στην κατηγορία Λαϊκό Τραγούδι και υπογραμμίζει τη ρήση του Παλαμά ότι αγαπήθηκαν από «το μαύρο φτωχολόι». Λαϊκούς συνθέτες που γράφουν λαϊκά τραγούδια αποκαλεί τους Βαμβακάρη, Στράτο, Παπαϊωάννου, Χατζηχρήστο, Τσιτσάνη, Χιώτη και Μητσάκη, μην αφήνοντας αμφιβολία για την ορολογία εκείνης τα εποχής (1946). Μας δίνει δε και ορισμένους αριθμούς που αποδεικνύουν ότι η δημοφιλία του είδους αυτού ξεπερνά εκείνη του ελαφρού όσο και του δημοτικού τραγουδιού. «Τριάντα χιλιάδες γραμμόφωνα σήμερα σ’ όλη την Ελλάδα νανουρίζουν τα αυτιά των Ελλήνων» με λαϊκά τραγούδια. Ένα λαϊκό τραγούδι όταν «πιάσει φωτιά», πουλάει γύρω στις 5.000 - 6.000 δίσκους.

O μουσικολόγος, μουσικός και μουσικοκριτικός Διονύσης Γιατράς χωρίζει τους Έλληνες ακροατές μουσικής σε τρεις βασικές ομάδες: τους εκλεκτούς, που ακούνε ιδιαίτερα είδη μουσικής, απρόσιτα στον λαό, τους ανθρώπους του βουνού και του κάμπου, που τους εκφράζει το δημοτικό τραγούδι, και την εργατιά των πόλεων, που ακούει τα ρεμπέτικα ή λαϊκά. Σε άρθρο του με τίτλο «Το Λαϊκό Τραγούδι» (1955), παρατηρεί ότι το Δημοτικό εξέφραζε τη ζωή της υπαίθρου, αλλά για τους κατοίκους των μεγαλουπόλεων, όπως η Αθήνα και ο Πειραιάς, αυτό είναι κάτι ξεπερασμένο, μια μακρινή ανάμνηση για πολλούς ωραία, για άλλους ξένη και μάλιστα ενοχλητική. Έτσι το Δημοτικό έπαψε να εκφράζει την πραγματικότητα στα αστικά κέντρα. «Αλλά ο λαός δεν μπορεί να ζήσει χωρίς τη μουσική του, πόσο μάλλον που η μουσική των εκλεκτών τού είναι για πολλούς λόγους απρόσιτη. Έτσι δημιουργείται μια νέα λαϊκή μουσική, το Ρεμπέτικο [...] Εκφράζει τον κόσμο που δεν ζει πια στα βουνά και στους κάμπους, αλλά στην άσφαλτο, στους συνοικισμούς, στις φτωχοσυνοικίες, τον κόσμο που δουλεύει σκληρά την ημέρα στα εργοστάσια και μερακλώνεται το βράδυ στις λαϊκές ταβέρνες». Ο Κώστας Σοφούλης, σε Επιστολή του στην «Επιθεώρηση Τέχνης» (Αύγουστος 1956), αναγνωρίζει ρητά τον ταξικό χαρακτήρα του Λαϊκού Τραγουδιού της πόλης. Εξάλλου γίνεται φανερό ότι αναφέρεται στο τραγούδι «Η κοινωνία» και σε άλλα παρόμοια που είπε ο Στέλιος Καζαντζίδης. Βέβαια και πριν υπήρχαν τραγούδια που κριτικάριζαν το άδικο κοινωνικό σύστημα, αλλά ο Καζαντζίδης συνειδητά δημιούργησε έναν ολόκληρο θεματικό κύκλο, με την άδικη κοινωνία, αλλά και το άδικο κράτος, που εξαιτίας της λογοκρισίας βαφτίζεται «κοινωνία». Το Λαϊκό Τραγούδι, κατά τον Σοφούλη, διαθέτει μια ξεχωριστή τεχνική τελειότητα και εκφράζει έντονα τα συναισθήματα της εργατικής τάξης. Σε αντίθεση με αυτό «η προσπάθεια εκμάγκισης των σνομπ» είχε σαν συνέπεια τη δημιουργία του αρχοντορεμπέτικου από τους συνθέτες της ελαφράς μουσικής. Αυτός ο εκφυλισμός, κατά τον Σοφοούλη, γέννησε εξαμβλώματα, που δεν είχαν καμιά σχέση με το γνήσιο Λαϊκό Τραγούδι. Ο Γιάννης Παπαδόπουλος, σε άρθρο του με τον τίτλο «Πάλιν τα ρεμπέτικα» (Αύγουστος 1958), εναλλάσσει τους όρους Ρεμπέτικο και Λαϊκό και απορρίπτει τους ισχυρισμούς ότι τα τραγούδια αυτά είναι στην πλειονότητά τους απαισιόδοξα, σαχλοκατασκευάσματα ή ανήθικα. Εξάλλου μας πληροφορεί ότι τα ρεμπέτικα βρίσκουν «ευρεία απήχηση».


Ετικέτες άρθρων

Στατιστικά

Αυτή τη στιγμή, διαβάζουν 84 αναγνώστες την κλίκα