Αρθρογραφία
Άρθρα
Οι δίσκοι του Γιώργου Μπάτη
Άρθρα
Οι δίσκοι του Γιώργου Μπάτη
Οι δίσκοι του Γιώργου Μπάτη
Σελίδα 1 από 2
Πολλές φορές συναντούσα στο δρόμο διάφορους παράξενους τύπους και στεκόμουνα και τους χάζευα. Μου άρεσαν αυτές οι γραφικότητες. Μια μέρα, δίπλα στα Προπύλαια του Πανεπιστημίου, σ' ένα πτυσσόμενο καρεκλάκι, καθόταν ένας τυφλός γέρος. Έπαιζε φάλτσα ένα ακορντεόν και είχε μπροστά του ένα πιατάκι για να του ρίχνουνε κέρματα οι περαστικοί.
Τραγουδούσε σε μελωδία διαφορετική από εκείνην του Βαμβακάρη και σ' ένα ρυθμό που πρέπει να ήταν συρτός, τους παρακάτω στίχους: Τα ματόκλαδά σου λάμπουν,
σαν τα λούλουδα του κάμπου.
Τα ματόκλαδά σου κλείνουν,
να περάσω δε μ' αφήνουν.
Τα ματάκια σου, αδερφούλα,
Το 'να τ' άστρι, τ' άλλο η πούλια.
Μια ματιά σου με πεθαίνει
και μια άλλη μ' ανασταίνει.
σαν τα λούλουδα του κάμπου.
Τα ματόκλαδά σου κλείνουν,
να περάσω δε μ' αφήνουν.
Τα ματάκια σου, αδερφούλα,
Το 'να τ' άστρι, τ' άλλο η πούλια.
Μια ματιά σου με πεθαίνει
και μια άλλη μ' ανασταίνει.
Θα ήταν καλοκαίρι ή αρχές φθινοπώρου του 1966, όταν περίπου στο ίδιο σημείο είδα έναν ηλικιωμένο, αξύριστο και κακοντυμένο άνθρωπο να παραπατάει και κάτι να μουρμουρίζει μόνος του. Υπολόγισα ότι θα ήταν ή μεθυσμένος ή μαστουρωμένος. Και πλησιάζοντάς τον, τον ρώτησα:
- Τι γίνεται; Τι συμβαίνει;
- Σσσς!... Ζούλα! μου ψιθύρισε, βάζοντας το χέρι πάνω στα χείλη του.
- «Ζούλα σε μια βάρκα μπήκα...», του είπα, τον γνωστό στίχο του Γιώργου Μπάτη.
- Ναι, μου λέει, είναι του Μπάτη.
- Τον ξέρεις τον Γιώργο Μπάτη; Ρώτησα γεμάτος απορία.
- Ναι, μου απάντησε, τον ξέρω.
- Ζει αυτός ο άνθρωπος; Πού βρίσκεται;
- Ζει και το σπίτι του βρίσκεται στον Πειραιά, κοντά στο τέρμα του Ηλεκτρικού.
Έτσι από έναν μεθυσμένο άνθρωπο πήρα τη σπουδαία πληροφορία ότι ο Γιώργος Μπάτης βρίσκεται στη ζωή. Μου είπε και τη διεύθυνσή του κι έτσι την άλλη μέρα, πήρα δυο φίλους μου, το Γιάννη Καούνη της Νομικής και το Γιάννη Καζάκο της Παντείου, μπήκαμε στον Ηλεκτρικό από την Ομόνοια και ξεκινήσαμε για την αναζήτηση του Μπάτη. Τον βρήκαμε σε κάποια ιδιόκτητα σπιτάκια, που έμενε μαζί με την κόρη του, μπήκαμε στην καμαρούλα του και τον είδαμε ξαπλωμένο σε ένα ντιβάνι να ξεκουράζεται. Μου φάνηκε μικρόσωμος, το στόμα του ήταν φαφούτικο και το κεφάλι του σαν να είχε μαζέψει...
Σ' έναν τοίχο απέναντί μας υπήρχε κρεμασμένη μια πάντα από τον καιρό των Βαλκανικών Πολέμων, που παρίστανε τον διάδοχο Κωνσταντίνο τον Α΄, καβάλα στ' άλογό του, να μπαίνει στην απελευθερωμένη Θεσσαλονίκη, μαζί με τη συνοδεία του. Πιο ψηλά ήταν κρεμασμένοι μπαγλαμάδες διαφόρων μεγεθών, που ο καθένας είχε γραμμένο στο μάνικό του το όνομά του. Ήταν δηλαδή, βαφτισμένοι μπαγλαμάδες και νονός τους ήταν ο ίδιος ο Μπάτης. Ο ένας λεγότανε Μάρκος, ο άλλος Ρόζα, ο άλλος Μάγκας, ο άλλος Νταής και ούτω καθεξής. Ανάμεσα στους μπαγλαμάδες που ήταν ψηλά και στην πάντα, που ήταν χαμηλά, υπήρχε ένα κάδρο, με αγκαλιασμένα φίδια και με την επιγραφή: «Ο Θεός να με φιλάει από τους φίλους, κι εγώ φυλάγομαι από τους εχθρούς».
Ο Μπάτης άνοιξε το στόμα του και η φωνή του βγήκε με προσπάθεια, ψιθυριστή, αλλά έντονη, σαν από τα βάθη σπηλαίου:
- Πώς σε λένε; με ρώτησε.
- Νέαρχο, του απάντησα.
- Νέαρχε, εμένα που με βλέπεις, έχω φουμάρει στη ζωή μου δυο βαποριές χασίσι!
Τόνιζε τις λέξεις με περηφάνια και ήταν φανερό πως ήθελε να καυχηθεί. Κατάλαβα ότι στην εποχή του το φουμάρισμα του χασίς ήτανε μόδα, μαγκιά και παλικαριά. Δεν έδωσα σημασία σ' αυτή την κουβέντα, για να μην περιστραφεί η συζήτηση γύρω από αυτό το θέμα. Τον ρώτησα για τους παλιούς του συνεργάτες κι έτσι έμαθα ότι αυτός, ο Μάρκος, ο Στράτος κι ο Ανέστος Δελιάς αποτελούσαν την «Πειραϊκή Τετράδα». Εκεί είδαμε για πρώτη φορά και τη φωτογραφία που έγραφε από κάτω «Τετράς η ξακουστή του Πειραιώς». Μας τη χάρισε κι αργότερα κάναμε αντίγραφα και τη δημοσιέψαμε στις εφημερίδες. Μας είπε ότι ο Στράτος Παγιουμτζής ζει με τη γυναίκα και την κόρη του κάπου στο Αιγάλεω, αλλά ότι ο Ανέστος Δελιάς, που τον λέγανε και «Αρτέμη», είχε πεθάνει νέος από τα χρόνια της Κατοχής.
- Από τι πέθανε;
- Από την πρέζα..
- Α, ώστε γι' αυτό έγραψε: «Απ' τον καιρό που άρχισα την πρέζα να φουμάρω...»;
- Όχι, αυτό το έγραψε προτού να γίνει πρεζάκιας!
- Και πώς έγινε πρεζάκιας;
- Είχε μια γκόμενα πουτάνα, τη Σκολαρικού... Αυτή τον έκανε πρεζάκια. Ο Ανέστος ήταν ωραίο παιδί κι αυτή, για να τον κρατήσει κοντά της και να μην της φύγει, έκανε ένα κόλπο. Στον ύπνο που κοιμότανε ο Ανέστος, αυτή η κουφάλα έκανε ένα χωνί με χαρτί και του έριχνε στα ρουθούνια τη σκόνη... Έτσι σιγά-σιγά τον έκανε πρεζάκια. Και βλέπαμε τα χάλια του... Εμείς οι χασικλήδες, με την κουστουμιά μας, τη γραβάτα μας, στιβάλι γυαλισμένο, όλα στην τρίχα.... Οι πρεζάκηδες, κουρελήδες, αξύριστοι, βρώμικοι, πεινασμένοι, γιατί όλα τους τα λεφτά τα δίνανε στην πρέζα και δεν τρώγανε... Μια μέρα πήγαμε με το Στράτο στη μάνα του και της είπαμε: «Μάζεψε το γιο σου, γιατί έπεσε στα βουρκάρια... Θα τον πεθάνει αυτή η πουτάνα η Σκολαρικού!»... Δεν μας άκουσε και δεν τον μάζεψε κι έτσι ο Ανέστος πέθανε από την πρέζα...
Τον παρακάλεσα να πάρει τον μπαγλαμά του, να παίξει και να μας τραγουδήσει κανένα δυο τραγούδια. - Άκου να σου πω, Νέαρχέ μου, είπε. Θα σου δώσω το τηλέφωνο της κόρης μου κι άλλη φορά, άμα θέλετε να έρθετε, να μου τηλεφωνείτε από πριν, να κόβω μερικές βόλτες μέσα στην αυλή, για να ζεσταίνεται το αίμα μου. Κι έτσι να μπορώ να σας παίζω και να τραγουδάω καλύτερα. Παρ' όλα αυτά πήρε έναν μπαγλαμά στα χέρια του, άρχισε να παίζει και να τραγουδά με τη σπηλαιώδη φωνή του τους παρακάτω στίχους:
Εβρήκα μια δουλειά
να μη δουλεύω πια.
- Για πες μας, τι δουλειά
να μη δουλεύεις πια;
- Εγώ θα πάρω δυο
ένα γέρο κι ένα νιο.
Ο γέρος στη δουλειά
ο νιος στην αγκαλιά.
Ο γέρος θα τα φέρνει
και ο νέος θα τα παίρνει.
να μη δουλεύω πια.
- Για πες μας, τι δουλειά
να μη δουλεύεις πια;
- Εγώ θα πάρω δυο
ένα γέρο κι ένα νιο.
Ο γέρος στη δουλειά
ο νιος στην αγκαλιά.
Ο γέρος θα τα φέρνει
και ο νέος θα τα παίρνει.
Επιλογές
Ετικέτες άρθρων
78_στροφές
blues
internet
ross_daly
έρευνα
αδαμίδου
αισθητική
αλτής
αναγνωστάκης
αττίκ
αφοι_μιλάνοι
βίντεο
βαμβακάρης
βαρλάς
βενιός
βιβλίο
βιογραφία
βιώματα
βραχνάς
γάιλας
γενίτσαρης
γεωργιόπουλος
δίσκοι
δανάη
δημητριανάκης
διακοπές
δισκογραφία
δοκίμια
δρόμοι
εις_μνήμην
εκδηλώσεις
ελύτης
ζοζέφ
ηχογράφηση
θεοδωράκης
ιστορικά
ιωαννίδης
καθημερινά
καραπιπέρης
καρβούνης
καρνέζης
καρσιγάρ
κετέντζογλου
κιθάρα
κιουρντί
κλίκα
κλίμακες
κομπολόι
κώτη
λατέρνα
λαϊκά
λογοκρισία
μάμμος
μέλκον
μήτσου
μαθηματικά
μακάμια
μανιάτης
μεζέδες
μελέτες
μεράκια
μεσθεναίος
μητρέντσης
μουσική_θεωρία
μουσικό_χωριό
μουφλουζέλης
μπάτης
μπέλλου
μπιθικώτσης
μπουζουξήδες
μπουζούκι
μυστακίδης
νικολαΐδης
ντουζένια
οδοιπορικά
οινοποιΐα
οργανοποιΐα
ούτι
παγιουμτζής
παπάζογλου
παπαδόπουλος
παπαϊωάννου
παράδοση
πειρατεία
πριγκηπέσσα
προβληματισμοί
πρωτομαγιά
ρέερμπυ
ραστ
ρεμπέτικα
σακαφλιάς
σαμπάχ
σαρικούς
σελασίδης
σολίστες
σπουρδαλάκης
σπυρόπουλος
σπόρος
στέκια
στίχοι
σταματίου
στουραΐτης
συλλογές
συνέντευξη
συντήρηση_μουσικού_οργάνου
συνταγές
σφίγγος
τέχνες_που_χάνονται
τέχνη
ταβέρνες
ταμπουράς
ταξίδια
ταξίμια
τατασόπουλος
τεχνολογίες
τραγούδια
τσίγκος
τσίπουρο
τσιτσάνης
τσομίδης
φρονιμόπουλος
χασικλίδικα
χατζιδάκις
χιτζάζ
χιτζασκιάρ
χοροί
χρονογράφημα
Στατιστικά
Αυτή τη στιγμή, διαβάζουν 57 αναγνώστες την κλίκα