στέκια

"ψιτ, πού 'σαι μικρέ, πιάσε μια μαυρομάτικα, μια κιοφτέδες και μια μπύρα σε παρακαλώ όπως έρχεσαι...".
αν τα παρακάτω μοιάζουν με διαφήμιση, σημαίνει ότι στο στέκι αυτό περάσαμε καλά.
 

Το άρθρο αυτό γράφτηκε τον Μάιο του 2013 για ένα μαγαζί που πλέον λειτουργεί σε άλλη διεύθυνση και κυρίως για έναν άνθρωπο που δεν υπάρχει πια ανάμεσά μας, παρά μόνο στις καρδιές μας.

Νά 'σαι καλά ρε Facebook! Το σνόμπαρα για χρόνια, αλλά μου έδωσε μια ωραία πληροφορία: Κυριακή μεσημέρι στην Τουμπουρλίκα παίζει ο Δημήτρης Μυστακίδης. Αξίζει, και λέω να πάω, μιας και θα βρίσκομαι Θεσσαλονίκη. Παίρνω τηλέφωνο τον φίλο μου τον Τάσο και κλείνουμε τραπέζι. Θα είναι με την Τασία, τον Κωστή και τη Βαγγελιώ. Εγώ με τη γυναίκα μου. «Harika!», που λένε και οι Τούρκοι.

Κυριακή μεσημέρι είμαστε εκεί, βλέπουμε το Δημήτρη στο μπαρ... είναι νωρίς ακόμα. Η Τουμπουρλίκα είναι ωραίο μαγαζί. Με καλαίσθητους βαθυκόκκινους τοίχους όπου αναπαύονται εικονίσματα ρεμπετών. Ένα όμορφο πιάνο είναι πάνω στο πάλκο, θυμίζοντας άλλες εποχές από ασπρόμαυρες φωτογραφίες, όπου μια ορχήστρα συνήθως είχε και το πιάνο της. Το μαγαζί έχει και ένα τοίχινο χαμηλό χώρισμα που το χωρίζει στη μέση. Καθόμαστε σχετικά κοντά στο πάλκο. Φίνα και ωραία!

Ο Δημήτρης με τον Παντελή παίρνουν θέση στο πάλκο. Παλιοσειρές! Τι έχουν δει και τι έχουν παίξει μαζί... Θυμάμαι που ο Δημήτρης έλεγε ότι στην Τουμπουρλίκα ξεκίνησε να τραγουδά. Όχι σε αυτόν τον χώρο, αλλά σε έναν άλλον, πιο μικρό. Απέναντί τους στο τραπέζι, δύο άντρες με άσπρα μαλλιά. Φάτσα κάρτα στο πάλκο. Δεν μπορώ να δω τα πρόσωπα τους, αλλά λέω στον Τάσο ότι αυτοί είναι μάλλον καλοί γνώριμοι. «Μα τι λες!» μου απαντά. «Ο ένας είναι ο Μπάμπης ο Γκολές!» Ώπα της! Πετύχαμε μέρα, σκέφτομαι. Θα είναι ωραία.

Ο Κωστής συλλέγει λαϊκές κιθάρες. Τις αγαπάει πραγματικά. Έχει κάμποσες Απαρτιάν. Υστερα από συννενόηση πετάγονται και φέρνουν μαζί με τον Τάσο δύο κιθάρες μαζί με ένα μαντολίνο. Όσο πάει γίνεται και καλύτερη η κατάσταση!

Παραγγέλνουμε μεζεδάκια, ρακί, μπύρες και κρασιά. Τα παιδιά ανεβαίνουν στο πάλκο και αρχίζουν. Είναι ωραίοι, η ατμόσφαιρα είναι πολύ ζεστή. Α ρε Θεσσαλονίκη! Αυτά είναι.. ανοιξιάτικος καιρός, ανοιχτά παράθυρα, καλή παρέα, ωραία μουσική και μουσικοί, μεζέδες, ρακές και... τσιγάρο! Γεια σου Θεσσαλονίκη με τις ομορφιές σου! Σε λίγο ο Δημήτρης παίρνει τις κιθάρες για να τις δοκιμάσει. Η μία είναι μικρή, κιθαρόνι. Την περιεργάζεται, την κεντοβολάει λίγο και μετά από λίγο αρχίζει κάποια τραγούδια, όπου η κιθάρα παίζει σολιστικά. Την κατάλαβε και τον κατάλαβε, το αποτέλεσμα φοβερό! Η δεύτερη έχει πρόβλημα με τα τάστα: «Ρε μάστορα τα τάστα! Μου φάγαν τα δάχτυλα!». Ο Τάσος μου εξηγεί ότι όταν ξεραίνεται το όργανο στενεύει το μάνικο και τα τάστα θέλουν πάρσιμο. Αχ, ζωντανά είναι τα όργανα και θέλει να τα περιποιείσαι. Πάνω απ’ όλα να τ’αγαπάς. Καταλαβαίνουν, όπως λέει και ο Τάσος.

Οι ρακές και τα κρασιά πηγαινοέρχονται, οι μεζέδες είναι καλοί. Τόσο όσο να σε χορτάσουν αλλά να μη σε μπουκώσουν. Πολύ μου αρέσει, είμαι δίπλα στα βαρέλια, την έχω καταβρεί. Σε κάποια φάση η μουσική σταματάει για λίγο και κάποιοι διάλογοι αρχίζουν στο μπροστινό τραπέζι. Κατάλαβα. Ο Μπάμπης Γκολές θα τραγουδήσει. Παίρνει το κιθαρόνι του Κωστή και ξεκινάει. Το μαγαζί κάνει ησυχία.

Κάτι έχει το παίξιμό του, κάτι έχει η φωνή του που μας μπουκώνει. Μια νοσταλγία, μια τρυφερότητα, μια αγάπη, το συναίσθημα μιας απώλειας, που δεν καταλάβαμε πότε και γιατί έγινε. Ο φίλος του από δίπλα είναι φύλακας άγγελος. Τον αγαπά και τον καμαρώνει. Τον εμψυχώνει και συμμετέχει διακριτικά με κέφι και λεβεντιά. Ο Δημήτρης παρακολουθεί τον Μπάμπη στα μάτια και προσαρμόζεται στο παίξιμο του. Είναι μια από τις μεγάλες αρετές, να βάζεις κάτω το εγώ σου. Δίπλα ο Παντελής ακολουθεί με το μπουζούκι. Χειροκρότημα από τον κόσμο. Ξέρει, καταλαβαίνει και απολαμβάνει. «Μπάμπη έχεις ρέντα!» λέει ο Δημήτρης. Συνεχίζουνε.

Ένα τραγούδι μας καθαρίζει τελείως. Νοσταλγία. Ο Μπάμπης αγαπάει τον Τζουανάκο. Θαρρώ ότι τον είχε ακούσει από κοντά όταν ήταν μικρός. Ο Δημήτρης είναι με το τσιγάρο στο στόμα, σοβαρεύει... Ο φίλος του σιγοτραγουδάει. Είναι μεγάλος ο Μπάμπης Γκολές. Οι ερμηνείες του καταπληκτικές. Η φωνή του και οι πενιές του έχουν χάρισμα, είναι σαν εκείνες τις απλές πινελιές που δε χρειάζονται να είναι περίτεχνες για να κάνουν μία εκτέλεση μοναδική. Μπράβο!

Το πρόγραμμα συνεχίζεται, ο Δημήτρης κατεβαίνει από το πάλκο και κάθεται δίπλα του. Λένε ένα τραγούδι που πρέπει να είναι πατρινό ταμπαχανιώτικο, τα ρεμπέτικα της Πάτρας. Ο Μπάμπης είναι από την Πάτρα και τα ξέρει. Γεια σου ρε Μπάμπη!

Σε λίγο ο Δημήτρης θα σταματήσει και άλλοι παίχτες θα τον συνοδέψουν. Σε κάποια φάση λένε ένα χασικλίδικο. Ο Δημήτρης από το διπλανό τραπέζι φτιάχνεται και αρχίζει να τραγουδά. Φοβερή ενέργεια, φωνάρα! Μοναδική στιγμή. Σηκώνομαι να το γράψω στο βίντεο. Όταν τελειώνει συνειδητοποιώ ότι δεν έχω πατήσει το κουμπί. Το κέρατό μου! Ο Τάσος με παρηγορεί λέγοντας μου ότι έτσι ήταν γραφτό, να μείνει μεταξύ τους. Πάω πάσο, μπορώ να κάνω και τίποτα;

Ο Μπάμπης μετά από λίγο σταματά να τραγουδά. Κάποια άλλα παιδιά παίρνουν τα όργανα και συνεχίζουν. Σε λίγη ώρα φεύγουμε και εμείς. Κοιτάζω από το παράθυρο και τον βλέπω που συνεχίζει να κάθεται με τον φίλο του. Μεγάλη μορφή, και όχι μόνο. Σήμερα κατάλαβα ότι ο Μπάμπης ο Γκολές αγίασε, όπως πολλοί άλλοι λαϊκοί μουσικοί πριν από αυτόν. Είμαι πολύ τυχερός που τον είδα και τον άκουσα στην πληρότητά του. Μια τελευταία ματιά στην Τουμπουρλίκα. Η Θεσσαλονίκη κρατάει καλά.

Σε όλη τη διάρκεια του γυρισμού, μου έρχεται στο νου η μελωδία του τραγουδιού «Ψεύτικε ντουνιά». Ψεύτικος είναι, ναι, αλλά άνθρωποι σαν τον Μπάμπη Γκολέ τον κάνουν, έστω και για λίγες στιγμές, αληθινό. Με χρώματα μαγιάτικα.

αναζήτηση στην κλίκα

online τώρα

62 αναγνώστες διαβάζουν τώρα την κλίκα

Με τη συνέχιση της περιήγησής σας στο website της κλίκας αποδέχεστε τη χρήση των cookies.

ΕΝΤΑΞΕΙ!