Στέκια

"Ψιτ, πού 'σαι μικρέ, πιάσε μια μαυρομάτικα, μια κιοφτέδες και μια μπύρα σε παρακαλώ
όπως έρχεσαι..."
. Αν τα παρακάτω μοιάζουν με διαφήμιση, σημαίνει ότι στο στέκι αυτό περάσαμε καλά.


Μια βραδιά στην Πριγκηπέσσα

Θεσσαλονίκη, του Αγίου Αντωνίου, Κυριακή. Πήγα νωρίς, στις δέκα παρά τέταρτο. Ο Δημήτρης Σφίγγος μου είπε από το τηλέφωνο ότι δεν έχει τίποτα για σήμερα. Έπρεπε να έρθω νωρίς. Τα φώτα ήταν ακόμα ανοιχτά. Μόνο ο Δημήτρης Μυστακίδης ήταν εκεί με τον Κώστα το σερβιτόρο και πεντ’ έξι ακόμα που δυστυχώς δε γνωρίζω ποιοι είναι. Βρίσκω θέση στο μπαρ. Κάθομαι και περιμένω. Κανα-δυό μοναχικοί ακόμα έρχονται και πιάνουν θέση στο μπαρ. Περιμένουμε όλοι μαζί, οι ξέμπαρκοι. Σαν νεοσύλλεκτοι που περιμένουμε να παρουσιαστούμε. Ένας πιτσιρικάς είναι εκεί, με τον μπαμπά του. Έχει και ένα μπουζούκι. Μαλλιά όρθια ζελεδιασμένα. Όλο γελάει. Ωραίος ο μικρός!

 

«Σαρανταυγά», Κρητικές ιστορίες για μερακλήδες

Σαρανταυγά. Μια λέξη, να τη λες μονορούφι και να την τονίζεις σωστά, στο τελευταίο «α». Όνομα και πράμα τα Σαράντα Αυγά, άμα δεις την ταμπέλα του μαγαζιού. Μετρημένα, πέραν πάσης αμφιβολίας, δίπλα στο γερμένο καλάθι τους, ολόκληρα, άσπρα τα πιο πολλά μα και λίγα χρωματιστά, κατά τα κέφια και το άντερο της κότας που τα γέννησε. Από το 1924 αδέλφια, από το 1924! Ο Γιώργης ο Σταθάκης, τρίτη γενιά κουμάντο του μαγαζιού, μου λέει την ιστορία, ανάμεσα στις παραγγελιές και τα σερβιρίσματα. Όχι μόνο στους πελάτες του μαγαζιού του, μα και στα γύρω μαγαζιά. Αεικίνητος, ζωντανός, φίλος με όλους, μα κυρίως καλό κοπέλι. Και μερακλής.

 

Ο Χιώτης ...στη Θεσσαλονίκη

Ένα ταξίδι στη Θεσσαλονίκη, ακόμη και για μια ημέρα, επιβεβαιώνει πάντα αυτό που όλοι γνωρίζουν: οι Θεσσαλονικείς ξέρουν -εκτός πολλών άλλων- να τρώνε. Οι επιλογές φυσικά είναι αναρίθμητες, όρεξη να υπάρχει και όλα τα υπόλοιπα είναι λεπτομέρειες. Δεν είναι μόνο η ποικιλία γεύσεων και ευωδιών, ούτε οι μερακλίδικοι κατάλογοι που η ανάγνωσή τους και μόνο προκαλεί ανεξέλεγκτη ροή γαστρικών υγρών. Είναι το συνολικό κλίμα που επικρατεί και που προσδίδει σε ένα -υπό «κανονικές» συνθήκες- αδιάφορο μαγαζί το χαρακτήρα που χρειάζεται, για να βρεθείς σε διάθεση ευφορίας, θαλπωρής και άνεσης.

   

Η «Άλλη Σκάλα»

Τον Κώστα Καλαφάτη τον άκουσα για πρώτη φορά στα μέσα της δεκαετίας του ’80, από κάποιες κασέτες που είχε ένας συμφοιτητής και στενός μου φίλος. Ήταν μερικές ερασιτεχνικές ζωντανές ηχογραφήσεις από μαγαζιά της Σκοπέλου, όπου ο Καλαφάτης έπαιζε κιθάρα και τραγουδούσε μαζί με το Γιώργο Ξηντάρη και το Χρήστο Μητρέντση. Ομολογώ ότι εντυπωσιάστηκα, κυρίως από τον τρόπο με τον οποίο ερμήνευε τα τραγούδια του Χατζηχρήστου. Δεν αξιώθηκα να επισκεφτώ ποτέ τη Σκόπελο κι έτσι η γνωριμία μου με τον Καλαφάτη περιορίστηκε σ’ αυτό το «ακουστικό» επίπεδο, δεδομένου ότι κι αυτός σπανιότατα άφηνε τη Σκόπελο.

 

Οινομαγειρείο «Το Μαρκόπουλο»

Η ταβέρνα που αυτή τη φορά παρουσιάζουμε είναι ένα από τα στέκια της ρεμπέτικης παρέας μας, ένα από τα μέρη που κάποιες -συνήθως- Παρασκευές κλέβουμε χρόνο από τις δουλειές μας και τις οικογένειές μας για να βρεθούμε και να ρίξουμε καμιά πενιά.

   

"Πήρε και βραδιάζει"... στη Θεσσαλονίκη

Σε καιρούς που καθετί γνήσιο κι αυθεντικό συντρίβεται στη μηχανή του εκσυγχρονισμού (αχ αυτές οι εταιρίες!), τα παραδοσιακά στέκια σπανίζουν. Στα λιγοστά που εξακολουθούν να υπάρχουν και αξίζει να δίνουμε το παρόν, χρωστάμε τουλάχιστον μια ζεστή αναφορά.

 

Εστιατόριον "το Χορταστικόν"

Το να βρεις στις μέρες μας μια ταβέρνα της «προκοπής» είναι πια αρκετά δύσκολο. Έχει γεμίσει ο τόπος με «δήθεν» παραδοσιακές ταβέρνες, πανάκριβες που σερβίρουν υποτυπώδεις μερίδες σε αστραφτερό περιτύλιγμα. Αποφασίσαμε λοιπόν να εντάξουμε στην ύλη της «Κλίκας» μια στήλη στην οποία θα παρουσιάζονται ταβέρνες τις οποίες έχουμε επισκεφθεί και έχουμε μείνει ικανοποιημένοι από ό,τι φάγαμε, ήπιαμε είδαμε, ακούσαμε και πληρώσαμε.

   

Ετικέτες άρθρων

Στατιστικά

Αυτή τη στιγμή, διαβάζουν 78 αναγνώστες την κλίκα