Συνεντεύξεις
Συνέντευξη με τον Μανώλη Δημητριανάκη
Συνέντευξη με τον Μανώλη Δημητριανάκη
ΟΜανώλης Δημητριανάκης είναι πια ένας απ’ τους παλιότερους εν ενεργεία μουσικούς και τραγουδιστές του ρεμπέτικου. Ξεκίνησε απ’ τη δεκαετία του ’60 στα λαϊκά πάλκα, ενώ στη δισκογραφία μπήκε το 1974 με τον πρώτο δίσκο της «Ρεμπέτικης Κομπανίας», της οποίας ήταν ιδρυτικό μέλος. Σήμερα συνεχίζει να δουλεύει ακόμη στα λαϊκά πάλκα και θεωρείται σαν ένας απ’ τους λίγους γνήσιους εκφραστές του κλασσικού και ιδιαίτερα του πειραιώτικου ρεμπέτικου. Η συζήτηση μαζί του είχε μεγάλο ενδιαφέρον, καθώς ο Μανώλης Δημητριανάκης είχε την τύχη να γνωρίσει από κοντά το Μάρκο, αλλά και πολλούς άλλους θρύλους της λαϊκής μας μουσικής.
Κύριε Δημητριανάκη, συνηθίζουν να σας παρουσιάζουν ως μαθητή του Μάρκου. Από πού ξεκινάει αυτή η ιστορία;
Καταρχήν να σου πω ότι όταν ήρθα στην Αθήνα να σπουδάσω, το 1963, έπαιζα μαντολίνο, γιατί πολλοί στο σπίτι μου έπαιζαν, αλλά από μπουζούκια είχα μεσάνυχτα. Δεν ήξερα καν τι ήταν τα μπουζούκια, αφού στην Κρήτη δεν υπήρχαν. Μια φορά θυμάμαι είχαν έρθει κάποιοι μπουζουξήδες, αλλά μας απαγόρεψαν τότε από το Γυμνάσιο να πάμε να τους ακούσουμε γιατί ήταν, λέει, αλήτες... οι αντιλήψεις τότε της επαρχίας. Όταν ήρθα λοιπόν στην Αθήνα, πήγα μια φορά στην Πλάκα, το ’64 θα ήταν, στο «Τετράδιο», όπου έπαιζε πιάνο ο Λίνος Κόκκοτος και τραγούδαγε ο Αλέκος Σταματέλης που ήταν ξυλογλύπτης. Μια μπάσα φωνή, καταπληκτική για τα τραγούδια του Μάρκου. Εκεί πρωτάκουσα Μάρκο και με εξέπληξε γιατί δεν ήταν ο ήχος που ήξερα, απ’ τα λαϊκά του Καζαντζίδη, του Αγγελόπουλου που είχα ακούσει απ’ τα ψαράδικα στην Ιεράπετρα, όταν πήγαινα στο Γυμνάσιο. Επαθα πλάκα! Στέλνω του πατέρα μου ένα γράμμα και του λέω «στείλε μου λεφτά να πάρω ένα μπουζούκι». Μου απαντάει «δε σου στέλνω γιατί δεν πρόκειται να σπουδάσεις» και του ξαναγράφω «αν δε μου στείλεις θα τα παρατήσω και θά ’ρθω κάτω». Επειδή λοιπόν ήμουν μοναχοπαίδι, αλλά και ο τελευταίος απ’ την οικογένεια, καθώς όλα τα αδέρφια του πατέρα μου τους είχαν σκοτώσει οι Γερμανοί στην Κατοχή, μου έστειλε λεφτά κι αγόρασα μπουζούκι.
Με τον ίδιο το Μάρκο πώς γνωριστήκατε;
Γνώρισα στο Πανεπιστήμιο το Νέαρχο Γεωργιάδη, ο οποίος γνώριζε το Μάρκο Βαμβακάρη και μάλιστα είχε γράψει τότε ένα άρθρο γι’ αυτόν στην «Πανσπουδαστική». Με πήγε λοιπόν μια μέρα στο Μάρκο. Τον βρήκαμε να κάθεται σ’ ένα καφενείο απέναντι απ’ το σπίτι του στα Άσπρα Χώματα. Είχαν τότε ξεκινήσει να καταγράφουν αφηγήσεις του Μάρκου, ο Νέαρχος και η Κική Καλαμαρά. Είπε λοιπόν ο Νέαρχος στο Μάρκο ότι εγώ παίζω μπουζούκι. «Για παίξε ρε» μου λέει ο Μάρκος… Τι να παίξω εγώ; Τρέμανε τα πόδια, τα χέρια μου, είχα …κατουρηθεί που λένε! Έπαιξα λίγο και μου λέει ο Μάρκος: «Δεν είσαι καλός, δεν ξέρεις να παίζεις αλλά έχεις «προοδευτικά» δάχτυλα». Εγώ από τότε, χωρίς να ξέρω, έβαζα σωστά τα δάχτυλά μου στο μπουζούκι. Αρχίσαμε λοιπόν να πηγαίνουμε συχνά και στο σπίτι του. Του πηγαίναμε πάντα γαρίφαλα που του άρεσαν, καθώς και σπόρια για τα πουλιά. Είχε γεμάτο το σπίτι με ένα σωρό πουλιά. Μια φορά, ένα καλοκαίρι, ήρθα απ’ την Κρήτη απ’ τις διακοπές με πολλά μαλλιά και φαβορίτες -ήταν της μόδας τότε- και πάω στο σπίτι του μόνος μου - ο Νέαρχος δεν είχε γυρίσει ακόμη απ’ την Κύπρο. Μπαίνω μέσα, «γεια σου μπάρμπα-Μάρκο» λέω… Με το που με βλέπει μου λέει: «Χίπης είσαι ρε; Μαλλιά είναι αυτά; Να κουρευτείς και να ξανάρθεις»! Πήγα κουρεύτηκα και ξαναγύρισα… Μια άλλη φορά ξέχασα να του φέρω γαρίφαλα και όλο το βράδυ δε μου μίλησε!
Ο Μάρκος, στα μέσα της δεκαετίας του ’60 που τον γνωρίσατε, έπαιζε μπουζούκι;
Βέβαια, έπαιζε. Τον είχα μάλιστα μαγνητοφωνήσει σε μια μπομπίνα να παίζει σόλα, ταξίμια και δυστυχώς την έχασα όταν πήγα φαντάρος, κάποιος την πήρε! Έπαιζε πάρα πολύ καλά ταξίμια ο Μάρκος. Να σου πω και κάτι που δεν το ξέρουν πολλοί: Οι περισσότεροι μπουζουξήδες όταν τραγουδούν δεν παίζουν. Αντίθετα, ο Μάρκος δεν μπορούσε να τραγουδήσει αν δεν έπαιζε. Γι’ αυτό, αν ακούσετε τις τελευταίες του εκτελέσεις, π.χ. στην «Άτακτη», ανάμεσα στα ηλεκτρικά μπουζούκια υπάρχει ένα μπουζούκι σκέτο, που παίζει διακριτικά. Του Μάρκου το μπουζούκι. Δεν παίζει για να δείξει ότι παίζει στο δίσκο, αλλά γιατί δεν μπορούσε να τραγουδήσει αλλιώς!
Άλλους παλιούς λαϊκούς ακούγατε τότε;
Τότε ήμασταν πολύ «ορθόδοξοι». Τότε δε μ’ άρεσε ο Τσιτσάνης, ένα φεγγάρι δε μ’ άρεσε κι ο Καζαντζίδης… Ακούγαμε μόνο Μάρκο, Δελιά, δεν αναγνωρίζαμε τίποτ’ άλλο. Σκληροπυρηνικοί! Ήταν το ’65 που είχε βγει η «Άτακτη» κι εγώ προσπαθούσα να μιμηθώ το Μάρκο στο τραγούδι, να τραγουδάω όπως ο Μάρκος, τέτοια πράγματα.
Ακόμα τον μιμούνται στη φωνή…
Ναι, το κάνουν ακόμα και είναι ανοησία, όπως ήταν και δική μου τότε…
Τι διαφορετικό βλέπατε στα τραγούδια του Μάρκου;
Αυτό το «αυστηρό» ύφος τους και το πάρα πολύ εκφραστικό παίξιμο. Ήταν απλές, ας πούμε, οι νότες του Μάρκου ή του Δελιά και είναι πάρα πολύ εύκολο να τις παίξεις. Να παίξεις καλά είναι δύσκολο. Όλοι η πειραιώτικη σχολή έχουν έναν τρόπο που παίζουν. Αν δεν το αγαπήσεις αυτό το πράγμα, αν δεν μπεις στο πετσί του, αν δεν το νιώσεις πολύ βαθιά δεν μπορείς να παίξεις πειραιώτικα. Να σου πω ένα παράδειγμα: Το 1959-60, όταν ο Τσιτσάνης ήταν καλλιτεχνικός διευθυντής στην Κολούμπια, έκανε αυτές τις επανεκτελέσεις των ρεμπέτικων τραγουδιών στα οποία παίζουν μεγάλοι μπουζουξήδες, ο Καρανικόλας, ο Μακρυδάκης, ο Ανέστος Αθανασίου, ο Παπαδόπουλος κ.ά. Εξαιρετικές εκτελέσεις, πάρα πολύ ωραίες. Δεν είναι σαν αυτές του Μάρκου. Είναι εκτελέσεις που τις θαυμάζεις, αλλά όχι από αυτές που γουστάρεις, που «στη δίνουν».
Υπήρχε τότε η κόντρα «Βαμβακαρικών - Τσιτσανικών»;
Εμείς είχαμε κάνει αυτούς τους διαχωρισμούς. Στο χώρο των παλιών μπορεί να υπήρχαν ζήλιες ή δεν ξέρω εγώ τι άλλο, αλλά τέτοιος διαχωρισμός δεν υπήρχε. Αυτόν τον κάναμε εμείς οι νεότεροι. Και οι λεγόμενοι ρεμπετολόγοι έχουνε προωθήσει αυτές τις απόψεις, οι οποίες δεν έκαναν κανένα καλό, στο λαϊκό τραγούδι. Δεν είναι τόσο πολύπλοκα τα πράγματα. Καταρχήν πρέπει να σου πω ότι ο μεγαλύτερος θαυμαστής του Μάρκου ήταν ο Τσιτσάνης! Εγώ και η παρέα μου είχαμε την τύχη να ακούσουμε πολλές φορές τον Τσιτσάνη με τον Παπαϊωάννου στο μαγαζί που δούλευαν και να τους γνωρίσουμε από κοντά. Το μισό πρόγραμμα ήταν Μάρκος! Εκεί άκουσα τραγούδια του Μάρκου που δεν είχαν ακόμη ανακαλυφθεί απ’ τους 78άρηδες. Εκεί άκουσα το «Για σένα ρούσα και ξανθή», το «Μάνα μου με σκοτώσανε», το «Αντιλαλούν οι φυλακές» με την παλιά εκτέλεση, παρά το ότι ο Τσιτσάνης είναι αυτός που έχει κάνει τη διασκευή του ’60. Και όταν κάποτε στο σπίτι του Τσιτσάνη στη Γλυφάδα ήρθε η κουβέντα για το Μάρκο, μου λέει ο Τσιτσάνης:
«Ποιος δεν ήξερε μπουζούκι; Ο Μάρκος; Δεν ξέρουν τι λένε. Μπορεί κανείς τα παίξει τα τραγούδια του Μάρκου όπως τα έπαιζε ο Μάρκος; Τέτοιο παίξιμο μπορεί να το κάνει κανείς; Όλους εμάς μπορεί κάποιος καλός μπουζουξής να μας μιμηθεί. Το Μάρκο κανείς!».