Συνέντευξη με τον Μουαμμέρ Κετέντζογλου

Συναντηθήκαμε με τον Μουαμμέρ Κετέντζογλου ένα απόγευμα στην Πόλη. Ήρθε μαζί με τη γυναίκα του, την Ντενίζ. Η Ντενίζ είναι σύντροφός του εδώ και μερικά χρόνια όχι μόνο στη ζωή αλλά και στο πάλκο. Σπούδασε νομική και ήτανε δικηγόρος μέχρι που η αγάπη της για τον Μουαμμέρ και τη μουσική την έκανε να αφήσει τη δικηγορία για να ασχοληθεί με το τραγούδι. Χαμογελαστοί, ευγενικοί και πρόσχαροι. Δεν είναι τυπικοί. Έχουνε ζωντάνια και φρεσκάδα. Και τη μεταδίδουνε. Ξέρουμε ότι ο Μουαμμέρ είναι μεγάλος μουσικός. Ξέρουμε επίσης ότι έρχεται συχνά στην Ελλάδα και έχει συνεργαστεί με μεγάλους Ελληνες μουσικούς. Ο Μουαμμέρ παίζει ακορντεόν. Το ξέρει καλά το ρεμπέτικο. Και ακόμα περισσότερο, το αισθάνεται το ρεμπέτικο. Γεννημένος κοντά στη Σμύρνη, με μια πλευρά της οικογένειας του να έρχεται από τη Γευγελή, ήρθε από μικρός σε επαφή με τη μουσική. Κάπου στη πορεία αγάπησε την ελληνική μουσική, αγάπησε και το ρεμπέτικο. Δεν μπορεί να μας δει. Όπως και εμείς δεν μπορούμε να δούμε αυτά που βλέπει. Πίνουμε ένα τσάι και αποφασίζουμε να ξεκινήσουμε. «Ξέρετε, κάθε φορά που πηγαίνω στην Ελλάδα παίρνω θετική ενέργεια» μας λέει. Του εξηγούμε τι περίπου θα τον ρωτήσουμε και εκεί έρχεται η πρώτη έκπληξη. Μας λέει ότι δεν είναι ένας μεγάλος διανοούμενος και ότι θα χρησιμοποιήσει τη διαίσθηση του για να μας απαντήσει. Η σεμνότητα είναι κάτι που πάντα εντυπωσιάζει. Ειδικά όταν προέρχεται από ανθρώπους σαν τον Μουαμμέρ. Μας μίλησε για πολλά. Για την πρώτη του επαφή με το ρεμπέτικο, για το ρόλο που έπαιξε για τη διάδοση του στην Τουρκία, την άποψη του για τις περιόδους του ρεμπέτικου και κάποια από τα είδη του. Μας μίλησε επίσης και για τα κοινά ελληνοτουρκικά τραγούδια. Εκεί μας αποκάλυψε τις μουσικές του ανησυχίες καθώς και τις μουσικές του αναζητήσεις που αφορούν τους δύο λαούς που ζουν εκατέρωθεν του Αιγαίου. Μας φάνηκε σαν όραμα. Ένα όραμα συνεργασίας, σεβασμού και προπάντων αγάπης.

Κύριε Κετέντζογλου θα μπορούσατε να μας μιλήσετε λίγο για εσάς;
Γεννήθηκα στην Τίρε (Θύρα) κοντά στη Σμύρνη το 1964. Άρχισα να ασχολούμαι από μικρός με τη μουσική στο σχολείο και διάλεξα το ακορντεόν. Αργότερα ήρθα στην Κωνσταντινούπολη όπου και σπούδασα ψυχολογία στο Πανεπιστήμιο του Βοσπόρου. Γενικά, σαν μουσικός ενδιαφέρομαι πολύ για την μουσική των άλλων λαών. Έχω μία προτίμηση για τη μουσική της δυτικής Τουρκίας και των βαλκανικών λαών. Η ελληνική μουσική με έχει τραβήξει πολύ. Και ιδιαίτερα το Ρεμπέτικο.

Τι είναι για σας το Ρεμπέτικο;
Με το Ρεμπέτικο, πολλοί άνθρωποι ασχολήθηκαν και έκαναν διάφορες θεωρίες γύρω από αυτό. Ορίστηκε πολλές φορές και διαφορετικά. Εγώ εδώ, επειδή μου το ζητάτε θα σας πω τη δικιά μου άποψη. Καταρχήν το Ρεμπέτικο είναι το είδος μουσικής με το οποίο αισθάνομαι ότι ταυτίζομαι. Όταν ακούω ή παίζω Ρεμπέτικο αισθάνομαι ότι γίνομαι ένα με αυτή τη μουσική. Βέβαια ακούω ελληνική μουσική από τα παιδικά μου χρόνια. Όμως αυτή η μουσική είχε κάτι που με απορροφούσε, είχε κάτι που με καλούσε. Θα σας πω κάποιες λεπτομέρειες που δεν είναι πολύ γνωστές. Το 1988 είχα πάει στη Βιέννη σε ένα φίλο. Το Ρεμπέτικο το ανακάλυψα εκεί. Όταν άκουσα για πρώτη φορά Ρεμπέτικα τραγούδια έμεινα άναυδος. Η πρώτη ανθολογία Ρεμπέτικου που άκουσα είναι η συλλογή «Πέντε Ελληνες στον Άδη». Ήταν ένα άλμπουμ με δύο δίσκους. Αυτή ήταν και η πρώτη μου επαφή με το Ρεμπέτικο.

Η Ντενίζ και ο Μουαμμέρ Κετέντζογλου κατά τη διάρκεια της συνέντευξης.

Καταλαβαίνατε τα λόγια από τα τραγούδια;
Όχι, δεν καταλάβαινα τίποτα. Στη συνέχεια, πάλι στη Βιέννη, βρήκα μία ανθολογία με 6 δίσκους με τίτλο «Η ιστορία του Ρεμπέτικου». Αυτοί οι δίσκοι ήταν τα πρώτα μου βήματα. Εκείνη την εποχή σπούδαζα στο Πανεπιστήμιο του Βοσπόρου. Είχα φίλους από τη Δυτική Θράκη και τους παράγγελνα δίσκους από Ελλάδα. Όλα μου τα χρήματα τα ξόδευα σε δίσκους! Τότε συνέβη και κάτι άλλο: όσο περισσότερο γνώριζα το Ρεμπέτικο, τόσο περισσότερο αισθανόμουνα ότι είναι το καθήκον μου, η υποχρέωσή μου να το παρουσιάσω στην Τουρκία. Εκείνη την εποχή στην Κωνσταντινούπολη υπήρχε ένα αυξανόμενο ενδιαφέρον για το Ρεμπέτικο. Οι άνθρωποι εκεί το υποδέχονταν με μεγάλο ενδιαφέρον και θαυμασμό. Υστέρα από τόσα χρόνια οι Τούρκοι προσπαθούσαν να ανακαλύψουν αυτή τη μουσική.

Πώς στην Τουρκία ο κόσμος ανακάλυπτε εκείνη την εποχή το Ρεμπέτικο;

Πρώτα απ’ όλα χάρη στην ταινία «Ρεμπέτικο» του Κώστα Φέρρη. Εκείνη την εποχή στην Τουρκία άρχισαν να ακούγονται και άλλα είδη ελληνικής μουσικής. Τότε έκανα και ένα μικρό σχήμα με μερακλήδες μουσικούς. Παράλληλα άρχισα να κάνω σεμινάρια για το Ρεμπέτικο και έδωσα διαλέξεις σε πάρα πολλά κέντρα διασκέδασης και πολιτιστικά κέντρα.

Τούρκικη αφίσα της ταινίας «Ρεμπέτικο» του Κώστα Φέρρη.

Παράλληλα με τα τραγούδια που έπαιζα παρουσίαζα επίσης και τραγούδια μέσα από παλιές αυθεντικές ηχογραφήσεις. Εκείνη την περίοδο ήμουνα ο μόνος που ασχολήθηκε με την παρουσίαση και την προβολή του Ρεμπέτικου αφού κανένας άλλος δεν ενδιαφερόταν. Αυτό συνεχίστηκε για πολλά χρόνια. Τότε ένας διάσημος δημοσιογράφος με ονόμασε «Ρεμπέτικο Μουαμμέρ» (γελάει). Κανένας βέβαια δεν μου ανάθεσε αυτόν το ρόλο, τον ανέλαβα μόνος μου. Και αυτό σας το λέω με κάποια πικρία, γιατί κανένας άλλος δε θέλησε να ασχοληθεί πριν από μένα. Αυτά που σας περιγράφω έγιναν στις αρχές της δεκαετίας του 1990. Σήμερα βέβαια στην Τουρκία υπάρχουν και άλλοι άνθρωποι που ασχολούνται με το Ρεμπέτικο και τη διάδοσή του.

Βλέπουμε ότι στους δίσκους όπου παρουσιάζετε το Ρεμπέτικο υπάρχει και μία παιδαγωγική διάθεση. Ενδιαφέρεστε να δώσετε στοιχεία γι’ αυτά τα τραγούδια.
Ίσως αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι αγαπάω πολύ αυτή τη μουσική και παράλληλα ενδιαφέρομαι και για την ιστορία των μουσικών. Σε κάθε είδος μουσικής που ασχολούμαι ενδιαφέρομαι και για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες δημιουργήθηκε. Το θεωρώ πολύ σημαντικό. Ίσως επειδή παρουσίαζα για πρώτη φορά το Ρεμπέτικο με ενδιέφερε να γίνει σωστά. Εκείνα τα χρόνια ήμουνα πολύ ευτυχής όταν έκανα αυτή τη δουλειά.

Συμφωνείτε με την προσθήκη τούρκικων στίχων σε ρεμπέτικα τραγούδια;
Όπως γνωρίζετε, η γλώσσα του Ρεμπέτικου είναι η ελληνική. Αυτά τα τραγούδια έχουν μια ιστορία, έχουν τη δική τους ζωή. Προσωπικά δεν μπορώ να φανταστώ ότι το Ρεμπέτικο πρέπει να γίνει ένα είδος τούρκικης μουσικής βάζοντάς του τούρκικα λόγια, παρόλο που το μουσικό ύφος του έχει ανατολική χροιά. Το Ρεμπέτικο είναι ένα ειδικό είδος μουσικής. Και στην Τουρκία χρειάζεται ένα ειδικό κοινό για να το ακούσει.

Από τότε που αρχίσατε να παρουσιάζετε το Ρεμπέτικο στην Τουρκία μέχρι σήμερα τι έχει αλλάξει;
Σήμερα στην Τουρκία ακούμε ελληνική μουσική. Στα εστιατόρια, στο δρόμο, στα μαγαζιά. Για μένα σημαίνει ένα πράγμα: ότι οι Τούρκοι θυμήθηκαν ότι οι δύο λαοί είναι αχώριστοι, όπως το δάχτυλο με το νύχι. Αυτό δε δημιουργήθηκε τώρα. Υπήρχε. Απλά το ξαναθυμηθήκαμε.

Πιστεύετε ότι αυτό το ενδιαφέρον για την ελληνική μουσική στην Τουρκία είναι το αποτέλεσμα, ο καρπός της ελληνοτουρκικής προσέγγισης που συμβαίνει σήμερα;
Για μένα είναι το αντίθετο. Πιστεύω ότι βρίσκεται στην πηγή, αποτελεί ένα από τα αίτια αυτής της προσέγγισης. Γιατί όπως γνωρίζετε, η ελληνοτουρκική προσέγγιση όπως την ξέρουμε γίνεται μετά το 1999. Ενώ αυτή η προσέγγιση άρχισε νωρίτερα, με την ταινία του Κώστα Φέρρη, με κάποιους δίσκους με ρεμπέτικα τραγούδια αλλά και άλλα ελληνικά τραγούδια που άρχισαν να ακούγονται εκείνη την εποχή. Βέβαια, δεν αντιλέγω ότι ο μεγαλύτερος παράγοντας της ελληνοτουρκικής προσέγγισης είναι οι καταστροφικοί σεισμοί που συνέβησαν στην Τουρκία το 1999.


Ετικέτες άρθρων

Στατιστικά

Αυτή τη στιγμή, διαβάζουν 83 αναγνώστες την κλίκα