Συνεντεύξεις
Συνέντευξη με τον Στράτο Γεωργιόπουλο
Συνέντευξη με τον Στράτο Γεωργιόπουλο
Με τον Στράτο Γεωργιόπουλο βρεθήκαμε στα μέσα Ιανουαρίου του 2008. Είναι ένας νέος άνθρωπος, πολύ ευθύς με καθαρό λόγο και φυσιογνωμικά μοιάζει στον παππού του: Τον Στράτο τον Παγιουμτζή, τον επονομαζόμενο και "τεμπέλη". Δεν καταφέραμε να τον βάλουμε να μιλήσει πολύ για τον εαυτό του. Ηταν όμως λαλίστατος για τον παππού του, για τη γιαγιά του τη Ζωή, τη μητέρα του τη Φωφώ, αλλά και για το Γιώργο Ζαμπέτα, το Γιώργο Μπάτη, τον Ανέστο Δελιά, το Μάρκο Βαμβακάρη και τους άλλους μεγάλους του λαϊκού τραγουδιού. Το μικρόβιο του τραγουδιού είναι στην οικογένεια, αφού όσες στιγμές δεν μιλάγαμε, ο Στράτος ή σφύριζε ή σιγοτραγούδαγε... Στο τέλος, δεν άντεξε και έριξε έναν μανέ, με τη συνοδεία ξεκούρδιστου μπαγλαμά. Αυτή την περίοδο ο Στράτος δεν ασχολείται επαγγελματικά με το τραγούδι γιατί -όπως μας είπε- "δε χτυπάει το τηλέφωνο". Προτιμάει να εργάζεται σαν οδηγός για να συντηρήσει την οικογένειά του, όπως και ο παππούς του ο Παγιουμτζής που ήταν βαρκάρης, "ταξιτζής της θάλασσας". Τα παρακάτω δεν είναι συνέντευξη. Είναι αποσπάσματα από μια απλή, φιλική συζήτηση που έγινε με πολύ κέφι και πολλά γέλια. Την καταγράψαμε αυτούσια με την ελπίδα ότι θα μεταφερθεί έτσι κι ο αυθορμητισμός της.

Ο Στράτος Γεωργιόπουλος ρίχνει ένα μανέ
Δεν είναι όλα τα μαγαζιά ίδια. Είναι οι ταβέρνες, είναι τα πιο μεγάλα μαγαζιά, είναι και οι μεγάλες πίστες. Στις ταβέρνες πάει κυρίως η οικογένεια, οικογενειακός κόσμος να τη βγάλει με λίγα λεφτά, να ακούσει και πέντε τραγουδάκια, να κάνουν το κέφι τους, να ρίξουν κι ένα χορό και να πάνε σπίτια τους. Στα πιο μεγάλα μαγαζιά πάει άλλος κόσμος, αναλόγως δηλαδή και με τα λεφτά που έχει ο καθένας - γιατί τα λεφτά δεν κυκλοφορούνε και πολύ.
Στις μεγάλες πίστες;
Στις μεγάλες πίστες είναι το πιο σύγχρονο τραγούδι. Το πιο εμπορικό. Το ξεχωρίζω απ' το παλιότερο, γιατί δεν είναι το ίδιο πράμα. Δεν μπορείς να τα έχεις και τα δυο μαζί. Υπάρχουν όπως και "μεγάλα μαγαζιά" που όμως δεν είναι και "μεγάλες πίστες" γιατί εκεί έχουμε άλλες αναφορές, εκεί έχουμε άλλο τραγούδι, το λαϊκό.
Ποια είναι η θέση του καλλιτέχνη στα μαγαζιά;
Αναλόγως τα μαγαζιά. Ο καλλιτέχνης πρώτα απ' όλα πρέπει να είναι καλλιτέχνης. Πρέπει να βγαίνει να τραγουδάει, να παίζει, να κάνει αυτό που πρέπει να κάνει σαν καλλιτέχνης και να ευχαριστεί το κόσμο και κυρίως να ευχαριστιέται ο ίδιος. Τώρα το τι ζητάνε από πρόγραμμα, είναι ανάλογα το μαγαζί. Τα αφεντικά βέβαια κοιτάνε το πρόγραμμα που κανονίζουν οι μουσικοί και οι τραγουδιστές, αυτοί το φτιάχνουν. Το αφεντικό άλλες φορές μιλάει, άλλες όχι, αλλά κοιτάει κι αυτός τη δουλειά του, το μαγαζί του πώς θα τσουλήσει πιο καλά. Ολοι το ίδιο θέλουμε, για το ίδιο πράμα πασχίζουμε.
Πριν είπες "O καλλιτέχνης πρέπει να κάνει αυτό που να κάνει και να ευχαριστεί το κόσμο και κυρίως να ευχαριστιέται ο ίδιος"...
Ε βέβαια, άμα δεν τραγουδήσεις για πάρτη σου πρώτα, πώς θα σου βγει αυτό στο κόσμο; Και αυτή είναι αλήθεια. Δεν μπορείς να κοροϊδέψεις το κόσμο. Οσο "κουτός" και να είναι κάποιος, που δεν υπάρχει κανένας κουτός κατά τη προσωπική μου γνώμη, δεν κοροϊδεύεις κανέναν. Αν έχεις να πεις κάτι, θα το καταλάβει κατευθείαν ο κόσμος. Ό,τι και να πεις. Ό,τι και να πεις, πρέπει πρώτα να το ευχαριστιέσαι ο ίδιος και μετά να το δίνεις στο κόσμο. Γιατί στην ουσία τι κάνεις; Διασκεδάζεις εσύ - διασκεδάζεις και τον κόσμο. Αυτή είναι η δουλειά του καλλιτέχνη. Να διασκεδάζει ο κόσμος, να ξεφεύγει απ' τη δουλειά του, απ' τα προβλήματά του. Να πηγαίνει να ακούσει ένα ωραίο τραγούδι, να ρίχνει ένα χορό και να πηγαίνει στο σπίτι ευχαριστημένος. Ετσι είναι τα πράγματα.
Για πες μας για σένα. Πώς πάνε οι δουλειές τώρα;
Τελευταία δε χτυπάει το τηλέφωνο (γέλια). Δεν μπορώ να στο πω διαφορετικά. Έτσι είναι. Βέβαια η κάθε δουλειά έχει τα δικά της. Με τους επιχειρηματίες, με όσους έχω συνεργαστεί, τα πάμε πολύ καλά. Ευτυχώς όλοι λένε τα καλύτερα λόγια για μένα. Δυστυχώς δεν τα πάω καλά με τις "δημόσιες σχέσεις" όπως τις λένε. Ούτε μάνατζερ θέλω να ξέρω ούτε μπλεξίματα. Εγώ κοιτάω την οικογένειά μου και το πώς θα επιβιώσουμε.
Στο τραγούδι αφιερώθηκες από πότε;
Προσπάθησα μόνος μου να κάνω μια κομπανία στα 16 μου με κάτι παιδιά, μπουζούκι, κιθάρα και αρμόνιο. Τραγούδια της εποχής. Εγώ έλεγα το βαρύ το λαϊκό, ότι μπορούσε να παίξει ο μπουζουξής δηλαδή. Κάναμε και κάτι συναυλιούλες, όλα ερασιτεχνικά. Αλλά δε μ' αφήνανε απ' το σπίτι. Αργότερα, στα 22 μου χρόνια, με τα χίλια ζόρια βγήκα στη δουλειά επαγγελματικά. Δε μ' αφήνανε. Με βοήθησε η παλιά η τραγουδίστρια η Παλόμα, με πήρε στη δουλειά μαζί της. Ουσιαστικά μ' αυτήν ξεκίνησα, αλλά δεν ήμουν σταθερός στη δουλειά. Δούλεψα σύνολο καμιά πενταετία.
Μου είπες ότι έχεις δουλέψει στο "14"...
Ναι, έχω δουλέψει στο "14". Τώρα δε λέγεται έτσι, νομίζω λέγεται "Πόλις", δεν είμαι σίγουρος. Εκεί λοιπόν δούλευα με τον γιό του Περπινιάδη, το Σελλάκη Περπινιάδη. Δουλεύαμε παρέα. Καλό παιδί και καλός τραγουδιστής. Καλός άνθρωπος ο Στέλιος. Κι ένα βράδυ, να ’σου έρχεται και ο μακαρίτης ο κυρ Βαγγέλης Περπινιάδης με ένα φίλο του. Φόραγε κάτι φόρμες παραλλαγής! Γέλαγαν όλοι, "κυρ Βαγγέλη, τι έγινε, για κυνήγι πήγες;". Τέλος πάντων, ήταν η σειρά μου να πω μερικά τραγούδια, σηκώθηκα, τραγούδησα, μετά κατέβηκα κάτω. Κάτσαμε μαζί και χωρίς να πει τίποτα, μου έδωσε το χέρι και μου είπε "συγχαρητήρια" θυμάμαι. Πιάσαμε μετά τη κουβέντα και μου είπε "Ρε, να σου πω μια ιστορία με τον παππού σου το Στράτο; Δουλεύαμε τότε στου Βλάχου, ήτανε κι η μάνα σου τότε πιτσιρίκα. Οταν είπε το τραγούδι «Δε με φοβίσαν κύματα, ούτε τ' ανεμοβρόχια, μόνο με φόβισες εσύ, καταραμένη φτώχια», νόμιζα ότι ήμουν μες τη θάλασσα και τράβαγα κουπί. Τέτοια φωνή ήταν ο παππούς σου". Είχε σηκωθεί κιόλας ο κυρ Βαγγέλης και έκανε αναπαράσταση... Αυτά, αν στα λέει ένας μεγάλος τραγουδιστής σαν το Περπινιάδη, ε, σου προκαλεί δέος.
Κάθε τόσο σ' ακούω σφυράς ή τραγουδάς ένα μανέ. Για πες μου για τους μανέδες.
Ο μανές πηγάζει από μέσα σου, άμα δεν τον έχεις, δε σου βγαίνει. Αυτό είναι πολύ ειδικό τραγούδι. Είναι σαν τα ριζίτικα στην Κρήτη, τα επιτραπέζια στα δημοτικά. Δε γίνεται να στο μάθουν, πρέπει να το έχεις εσύ. Πρέπει να το ακούσεις από μικρός, να μπει μέσα σου αλλά να το "έχεις" και από γέννημα. Το φάλτσο δεν διορθώνεται, στίχους μαθαίνεις, αν έχεις λίγο φωνή όλο και κάτι κάνεις, την καλλιεργείς, αλλά τον μανέ... Πρέπει να τον "έχεις" αυτόν...
Εσύ λες μανέδες στο πάλκο;
Ναι αμέ (γέλια). Λέω κι εγώ ότι μου βγαίνει. Αστο καλύτερα, τι να σου λέω για μένα; Αν είναι να βγούμε να παίξουμε να τραγουδήσουμε. Αλλά υπάρχουν τραγουδιστές σήμερα με μεγάλη φωνή. Ο Γονίδης για παράδειγμα. Σπουδαίος τραγουδιστής. Αυτός μπορεί να πει αμανέδες, τον έχω ακούσει, έχει πολύ μεγάλες δυνατότητες. Είναι και άλλοι, αλλά αυτός μου έχει κάνει εντύπωση, τον ξεχωρίζω γιατί είναι στο λαϊκό. Είναι και ο Χριστοδουλόπουλος και άλλοι, αλλά είναι σε άλλο στυλ.