Συνέντευξη με τον Χρήστο Σπουρδαλάκη

Τον Χρήστο Σπουρδαλάκη τον συναντήσαμε ένα πρωινό στο εργαστήριό του στον Προφήτη Ηλία του Πειραιά. Ευγενής και ανεκτικός άρχισε να απαντάει αβίαστα στις ερωτήσεις μας και τελικά η «συνέντευξη» εξελίχθηκε σε μία πολύ φιλική κουβέντα που κράτησε περίπου 3 ώρες. Τα θέματα που θίξαμε πάμπολλα και οι απαντήσεις του δείχνουν έναν άνθρωπο «ψαγμένο» όχι μόνο με το αντικείμενό του αλλά εν γένει με το λαϊκό τραγούδι και τη ζωή. Η στάση του σε πολλά θέματα μας έκανε ευχάριστη εντύπωση όπως και η άνεση με την οποία μίλησε για θέματα που πολλοί συνάδελφοί του θεωρούν «ταμπού» ή απλά δεν μπορούν να εκφράσουν με λόγια... Είναι βέβαιο πως κάποιος που θα επιλέξει τα μπουζούκια του Σπουρδαλάκη δεν θα παραμείνει στο επίπεδο της τυπικής πελατειακής σχέσης αλλά θα αποκτήσει «after sales υποστήριξη» από έναν πολύ αξιόλογο επαγγελματία και τους συνεργάτες του (Νεωρείων 27 & Ελ. Βενιζέλου, Προφήτης Ηλίας, Πειραιάς, τηλ. & Fax: 210 4223 056, ιστοσελίδα: www.music-instruments.gr).

Πόσα χρόνια ασχολείσαι με αυτή την ιστορία;
Από το ’79.

Πριν από αυτό είχες ασχοληθεί με τη μουσική;
Ναι.

Ήσουν μουσικός;
Όχι ακριβώς, δεν μπορώ να το πω. Όπως όλοι οι έφηβοι... όχι όλοι αλλά τέλος πάντων όπως διάφορα ενδιαφέροντα αναφύονται στην εφηβεία, έτσι κι εμένα είχε βγει η σχέση με τη μουσική, είχα γνωριστεί με κάποιους μουσικούς. Τώρα είναι μουσικοί αυτοί. Ας πούμε με το Μανώλη τον Πάππο, με το Σπύρο τον Γκούμα, κάναμε παρέα από τα μαθητικά χρόνια.

Ήταν από την περιοχή εδώ τα παιδιά αυτά;
Ναι. Ήταν από τα Καμίνια ο Σπύρος, από πιο γειτονική περιοχή εδώ κοντά στη βιομηχανική το πατρικό του Μανόλη και γνωριστήκαμε. Εγώ ήδη είχα ξεκινήσει με τα μπουζούκια να έχω μία επαφή κι αυτοί ότι είχανε ξεκινήσει, ξέρεις τώρα, μικρά παιδιά...

Να ακούτε πρώτη φορά...

Καλά εγώ είχα τρελαθεί με της Μιχαλίτση τις εκπομπές για το ρεμπέτικο. Της Σοφίας Μιχαλίτση. Εκείνη ήταν η πρώτη νύξη. Με το που άκουσα ρεμπέτικα, έπαθα... δε χρειάστηκε να κάτσω πολύ καιρό για να το ερωτευτώ, τρελάθηκα, με το που το πρωτοάκουσα έμεινα κάγκελο.

Ήταν το άγγιγμα άμεσο...
Ναι, αυτό ήτανε.

Οπότε αρχίζεις να ασχολείσαι με τη μουσική παίζοντας κιθάρα;
Ναι, ναι.

Και παίζατε σε παρεΐτσες;
Ναι, παρεΐτσες, ξέρεις. Εγώ δεν έπαιζα ακριβώς, ψιλομάθαινα. Κάποια στιγμή κάναμε κι ένα υποτυπώδες, για τα εφηβικά στάνταρντς, σχήμα. Ένα ψιλοσχηματάκι που παίζαμε και το ευχαριστιόμασταν. Κάναμε κάτι αιώνιες πρόβες. Ήταν αφορμή να βρισκόμαστε και να μπουζουκίζουμε.

Με την οργανοποιία πώς έτσι θέλησες να μπλέξεις;
Με την οργανοποιία... Ήθελα να πάρω όργανα, να αγοράσω. Και δεν είχα λεφτά. Ήταν κι ένα είδος υπό δίωξη από το πατρικό σπίτι.

Η μουσική;
Η μουσική, γιατί μου ’παιρνε τα μυαλά, γιατί οι άλλοι θέλανε να διαβάζω και δεν «επιδοτούσανε» μία τέτοια τρέλα. Ξέρω ας πούμε και του Μανόλη το μπουζούκι το είχε κρύψει η μάνα του μέσα στο πατάρι. Ο δικός μου πατέρας, που έκανε τότε ταξίδια Πειραιά-Κρήτη, μου είχε πάρει το δικό μου μπουζούκι μέσα στο καράβι, για να μην παίζουμε, να μην παίζω, προκειμένου να μη σπαταλάω το χρόνο μου εκεί.

Να αναφέρουμε ως παρένθεση ότι έχεις γεννηθεί εδώ στον Πειραιά.
Ναι εδώ στον Προφήτη Ηλία, στην Καστέλα για την ακρίβεια.

Και ξαφνικά πήγες κάπου; Ξεκίνησες μόνος σου να φτιάχνεις όργανα;
Ναι, νομίζοντας ότι είναι κάτι πιο απλό απ’ ό,τι τελικά απεδείχθη. Έτσι με τη νεανική αισιοδοξία, λέω «Θα φτιάξω». Ε, ασχολήθηκα και κόλλησα με αυτό το πράγμα.

Το επαγγελματικό κομμάτι πότε άρχισε;
Το επαγγελματικό έγινε σταδιακά, δεν μπορώ να σου πω ακριβώς πότε. Κάποια στιγμή τα πρώτα οργανάκια τα έκανα δώρο.

Σε φίλους;
Ναι, κάτι μπαγλαμαδάκια με καρύδα. Μιλάμε ήμουν 17-18 χρονών.

Οπότε σιγά-σιγά άρχισε το ερασιτεχνικό να γίνεται επαγγελματικό.
Ναι, άρχισα να πουλάω τα πρώτα όργανα από εκεί το ’79. Αλλά για να πει κάποιος «θα στηριχθώ για να ζήσω», έγινε σταδιακά. Γιατί τα πρώτα χρόνια δε με ξέρανε. Πού να εμπιστευτούνε ένα πιτσιρικά. Και καλά κάνανε γιατί είχα μεγάλη απειρία κι έτσι στηρίχθηκα στη μουσική.

Για να ζήσεις;
Για να ζήσω. Δηλαδή έπαιζα.

Δούλευες σε μαγαζιά;
Δεκατρία χρόνια δούλευα.

Στα ρεμπετάδικα της εποχής;
Στα ρεμπετάδικα της εποχής, δούλεψα ως κιθαριστής ή ως μπαγλαματζής σε συνδυασμό με τραγούδι. Συνοδευτικά δηλαδή έπαιζα. Δεν ήμουν ποτέ καλός μουσικός. Καλός-καλός δηλαδή. Απλώς διεκπεραίωνα με επάρκεια αυτό που μου ανάθεταν. Δεν ήμουν κακός, αλλά δεν είχα αυτό το «άγγιγμα» του ιδιαίτερου ταλέντου. Ποτέ δεν είχα αυτό το πράγμα. Ήμουνα μία μέτρια κατάσταση αλλά χαιρόμουνα αυτό το πράγμα, αγαπούσα τα ρεμπέτικα, δεν το έκανα μόνο για βιοπορισμό. Αυτό κράτησε για 13 χρόνια, ώσπου…


Ετικέτες άρθρων

Στατιστικά

Αυτή τη στιγμή, διαβάζουν 55 αναγνώστες την κλίκα