Αρθρογραφία
Συνεντεύξεις
Συνέντευξη με τον Λάκη Καρνέζη
Συνεντεύξεις
Συνέντευξη με τον Λάκη Καρνέζη
Συνέντευξη με τον Λάκη Καρνέζη
Σελίδα 1 από 14
Συναντηθήκαμε με τον κ. Λάκη Καρνέζη όταν ήρθε από τη Νορβηγία για να συμμετάσχει σε συναυλία-αφιέρωμα στον Άκη Πάνου, τον περασμένο Αύγουστο. Αρπάξαμε την ευκαιρία και του ζητήσαμε να μας διαθέσει λίγο από τον περιορισμένο χρόνο του για μία συνέντευξη. Αυτός, χωρίς δεύτερη κουβέντα, μας κάλεσε σπίτι του. Κατά τη διάρκεια της συζήτησης επιβεβαιώθηκαν όλες οι «φήμες» που είχαμε ακούσει γι’ αυτόν. Ευγενής, ειλικρινής, ανοιχτόκαρδος, μια σπάνια για τις μέρες μας προσωπικότητα. Και ξεκάθαρος στις κουβέντες του: «Αν τύχει και σου πω "μου είπαν πως...", μην το γράφεις γιατί δεν μπορώ να στο αποδείξω. Ό,τι όμως σου πω πως το είδα και το άκουσα εγώ, γράφτο όπως είναι, κι αν χρειαστείς πες μου να στο υπογράψω».
Πάμε από την αρχή;Γεννημένος στην Κοκκινιά...
Καταγωγή εκεί, Πειραιώτης;
Όχι-όχι η μητέρα μου είναι Μικρασιάτισσα. Από την Αττάλεια της Μικράς Ασίας ήρθανε τότε το ’22 όπως όλοι οι άλλοι, Ελληνες γονείς όλοι. Βέβαια η μητέρα μου γεννημένη εκεί στην Αττάλεια, όταν ήρθανε το ’22 τότε στην οικογένεια μιλούσαν τούρκικα όταν ήταν όλοι μαζί. Τα ελληνικά τα μάθανε μετά, σιγά-σιγά και η μητέρα μου ποτέ δεν τα ’μαθε σωστά με τη γραμματική τους. Ο πατέρας μου είναι από ένα χωριό πάνω από τα Άγραφα, το Ροποτό, έτσι λέγεται... Όμορφα μέρη εκεί, άγια μέρη σίγουρα, με πηγές κ.λπ. Ο πατέρας μου χώρισε με τη μητέρα μου όταν ήμουνα 5 χρονών. Είμαστε τρία παιδιά, εγώ ο αδερφός μου και η αδερφή μου. Εγώ ήμουν ο μικρότερος. Μέσ’ στην Κατοχή, μέσ’ στον πόλεμο το ’42 -το ’37 γεννήθηκα εγώ- καταλαβαίνεις να έχεις χωρισμένους γονείς. Ό,τι προσπάθεια έγινε για να επιζήσουμε ήτανε από το θείο μου, της μητέρας μου τον αδερφό, που στάθηκε πραγματικά κοντά μας και στη συνέχεια από τον αδερφό μου που άρχισε να εργάζεται λίγο από εδώ, λίγο από εκεί και τη μητέρα μου που πούλαγε κουλούρια καμιά φορά και σηκωνόταν πρωί-πρωί. Αρχικά μέναμε στη Χαλκηδόνα με νοίκι. Μετά το ’42, όταν χώρισε ο πατέρας μου και η μητέρα μου, φύγαμε από τη Χαλκηδόνα. -ποιος να πληρώσει το νοίκι;- και ήρθαμε στου παππού μου, στο προσφυγικό που είναι στην Κοκκινιά, Βοσπόρου και Πέτρου Ράλλη. Ο θείος μου έμενε εκεί, αλλά όταν πήγαμε εμείς πού να χωρέσουμε μέσα σ’ ένα δωμάτιο και μία κουζίνα; Τα προσφυγικά τα ξέρετε πως ήτανε. Οπότε ο θείος μου έφυγε, βρήκε μία κοπέλα παντρεύτηκε μετά και όλα αυτά. Δύσκολα χρόνια, όχι μόνο για τη δική μου την οικογένεια, αλλά για όλες τις οικογένειες, νομίζω τα ξέρετε αυτά τα πράγματα...
Με τη μουσική πώς ασχοληθήκατε;
Με τη μουσική εγώ δεν είχα σχέση. Από το σόι της μητέρας μου και του πατέρα μου μόνο ένας υπήρχε, στο χωριό του πατέρα μου, ή θείος του ή ξάδελφός του που έπαιζε βιολί αλλά ερασιτεχνικά. Δεν είχαμε όμως σχέσεις μαζί του, γιατί αφού χώρισε ο πατέρας μου με τη μητέρα μου το ’42 δεν είχαμε καμία σχέση με τους συγγενείς του πατέρα μου, δηλαδή δεν είχαμε τον άνθρωπο που θα μας έφερνε σε επαφή να γνωρίσουμε και το σόι του πατέρα μου. Κι αν πήγα μια-δυο φορές μικρός, θυμάμαι μας πήρε ο πατέρας μου και πήγαμε στο χωριό γιατί είχε πολύ σόι στα Τρίκαλα και στο Ροποτό. Κι έτσι αυτές τις δυο φορές όλες-όλες κι αν πήγα εκεί πάνω να γνωρίσω τη γιαγιά μου, του πατέρα μου τη μητέρα. Ο πατέρας μου ήταν αστυνομικός. Ήρθε εδώ, πήγε στην Κέρκυρα, σπούδασε στη σχολή εκεί, βγήκε αστυνομικός και γνώριζε το θείο μου της μάνας μου τον αδερφό κι έτσι βρήκε τη μάνα μου και παντρευτήκανε. Μέχρι που χωρίσανε ήταν ακόμη στην αστυνομία. Ήτανε βέβαια και δεξιός φανατικός, γιατί εγώ λέω πολλές φορές ότι στα κόμματα υπάρχουνε τρία είδη ανθρώπων. Υπάρχει ο ιδεολόγος, αυτός που δουλεύει και ζει από κει και ο τρίτος που είναι από αίμα είτε δεξιός είτε αριστερός. Ο πατέρας μου ήταν από αίμα δεξιός, του σκοτώσανε τον αδερφό του τότε στα βουνά οι αντάρτες, αλλά εγώ σαν μικρό παιδάκι, αφού μεγάλωσα με τη μάνα μου, με τους πρόσφυγες δηλαδή, δεν είχα πολλά-πολλά με τον πατέρα μου, παρόλο που έμενε στην Κοκκινιά κοντά μας. Κάποια στιγμή όμως, πρέπει να ’τανε το 1947, ακούγαμε τη μάνα μου που έλεγε ότι έφυγε από το σώμα ο πατέρας μου και πήγε νυχτοφύλακας στη ΣΕΚ. Η ΣΕΚ ήτανε σιδηρόδρομοι Ελληνικού κράτους κάτω στη Λεύκα στον Πειραιά και από εκεί ο πατέρας μου πήρε σύνταξη και πήγαινα εκεί και τον έβλεπα και εγώ καμιά φορά...
Η μουσική τώρα. Είχαμε δύο κουρεία πολύ κοντά στο σπίτι μου. Απέναντι ακριβώς από το σπίτι μου ήταν το ένα κουρείο (όπου αργότερα έγινε στιλβωτήριο), το δε άλλο κουρείο του Θόδωρου Αλεξανδρίδη, όπου εκεί εγώ έμαθα τα όργανα, ήτανε λίγο πιο κάτω από το σπίτι μου. Ο Θόδωρος Αλεξανδρίδης ήτανε άνθρωπος ακέραιος, διαμάντι. Εγώ πήγαινα και κουρευόμουνα εκεί, αλλά και τα δύο κουρεία είχανε κιθάρα, γιατί και ο άλλος που ήτανε ακριβώς απέναντι είχε έναν υπάλληλο κουρέα που δούλευε εκεί και έπαιζε κιθάρα. Λοιπόν επήγαινα στην έκτη δημοτικού, κάπου εκεί, ίσως και λίγο πιο πριν. Έχω πάει να κουρευτώ και έξω στο πεζοδρόμιο κάθεται ένας ανάπηρος, ένα ομορφόπαιδο, λεβέντης πρέπει να ’τανε με τα πόδια του, αλλά του ’χανε κόψει τα πόδια και είχε φτιάξει μία τάβλα και είχε βάλει τέσσερα ρουλεμάν από κάτω και με τα χέρια πήγαινε, έσπρωχνε στο δρόμο. Αυτός έπαιζε κιθάρα. Δεν τον ήξερα βέβαια εγώ. Τον βλέπαμε εκεί γιατί κάπου εκεί κοντά έμενε και όπως πάω να κουρευτώ είναι αυτός στο πεζοδρόμιο, έχει πάει να κουρευτεί και αυτός και έχει πάρει την κιθάρα του μπαρμπέρη και παίζει. Μόλις άκουσα τον ήχο της κιθάρας εκεί… από εκεί αρχίζει η ιστορία μου με τη μουσική, από αυτό τον άνθρωπο.
Κάποια φορά πάω πάλι να κουρευτώ κι ήτανε ένας άλλος πελάτης. Δεν έπαιζε φαίνεται κιθάρα, αλλά την είχε πιάσει να τη σκαλίζει λίγο. «Δεν έχεις πένα; Πάρε πένα» του λέω εγώ, γιατί είχα φτιάξει μία κιθάρα μόνος μου, μικρούλα βέβαια. Παίζεις κιθάρα μου λέει; Πάρε την κιθάρα και παίξε. «Όχι» του λέω «λίγα πράγματα»... Έπαιξα, δύο-τρία κομματάκια αν είχα μάθει τότε. Κάποια στιγμή φεύγει ο παραγιός του κουρέα και μου λέει ο κουρέας: «Λάκη θα φύγει ο παραγιός. Θέλεις να έρθεις να δουλέψεις εδώ;». Εγώ θα είχα κιθάρα τώρα εκεί σε καθημερινή βάση... Δεν έμαθα να κουρεύω. Κάθισα τρία χρόνια στο κουρείο και έμαθα την κιθάρα και το μπουζούκι εκεί (γέλια). Αλλά ο κουρέας με είχε σαν παιδί του. Καθόμουνα με την κιθάρα να σκαλίζω, γιατί μετά τις εννιά η ώρα το πρωί -οκτώ ανοίγαμε- ετσάκωνα την κιθάρα και όλη μέρα εκεί ερχόντουσαν και άλλα παιδιά. Βλέπανε εμένα που ήμουν με το όργανο εκεί και ήρθανε κι άλλα πολλά παιδιά που παίζανε κιθάρα. Εκεί ερχότανε και το τρίο Μπελγκάντο και κουρευόντουσαν και καταλαβαίνεις τι γινότανε. Ο Τσοπανάκης, ο Βαγγέλης ο Μεταξάς και ο Γιάννης ο Παπαμακαρίου (κάπως έτσι λεγότανε). Μετά πήγε μαζί τους ο Λάκης ο Ματθαίου, ο οποίος έπαιζε και μπουζούκι και αυτός έπαιξε σπουδαίο ρόλο με μένα. Ο Λάκης εκείνη την περίοδο ήτανε ο καλύτερος κιθαρίστας στην περιοχή. Έμενε στον Κορυδαλλό. Ενας πελάτης που με είχε δει να παίζω στο κουρείο έφερε και το Λάκη - μια μέρα χειμώνας. Είχαμε το μαγκάλι δίπλα, κάθεται ο ανιψιός του κουρέα -Βαγγέλη τον λένε, δε θυμάμαι το επίθετό του- έπαιζε και αυτός κιθάρα κι εγώ εδώ κι έρχεται ο πελάτης μαζί με το Λάκη το Ματθαίου. Μπαίνει μέσα. Μόλις μπήκε -εγώ τον ήξερα, αυτός δεν με ήξερε- σταματήσαμε αμέσως και οι δύο...
- Γιατί σταμάτησες; μου λέει. Παίξε μας.
- Τι να παίξω; του λέω. Να μας παίξεις εσύ.
- Όχι, παίξε, παίξε να σ’ ακούσω, λέει.
Εγώ τότε είχα μάθει την «Αννιώ» που νομίζω ότι τραγουδούσε ο Πολυμέρης (...όταν σιγοκατεβαίνεις το βραδάκι απ’ το βουνό όλους μας ξετρελαίνεις όμορφη Αννιώ. Ωωωω όμορφη Αννιώ, ωωωω πόσο σ’ αγαπώ...) και αυτό είχε ένα ταξίμι με την κιθάρα. Επειδή μ’ άρεσε το ταξιμάκι το είχα βρει και το ’χαμε μάθει με τον ανηψιό του κουρέα, το Βαγγέλη και το παίζαμε. Επαιξα αυτό. Κάποια στιγμή, ακομπανιάραμε κιόλας ο ένας τον άλλο, μου λέει ο Λάκης ο Ματθαίου:
- Εκεί να βάλεις ντιμινουίτα, μου λέει.
Εγώ ούτε ήξερα τη λέξη ντιμινουίτα ακόμα, δεν την είχα μάθει. Ξέραμε Ντο μινόρε, Σολ μινόρε, Λα σέτιμο, Λα ματζόρε… ξέρεις τα σχετικά, λίγο να πούμε. Δεν ήμουνα προχωρημένος ακόμη.
- Τι είναι ντιμινουίτα, τι είναι αυτό; του λέω.
Μου λέει:
- Να, θα βάλεις έτσι τα δάκτυλα εκεί.
Ε αυτό ήτανε, δε χρειαζόταν να μου το πει δεύτερη φορά, δηλαδή τη μάθαμε και τη ντιμινουίτα. Από κείνη τη μέρα ο Λάκης ο Ματθαίου ερχότανε κάθε μέρα στο κουρείο. Κάθε μέρα και πλακωνόμασταν οι δυο μας. Αλλά αυτός ήτανε προχωρημένος...
Επιλογές
Ετικέτες άρθρων
78_στροφές
blues
internet
ross_daly
έρευνα
αδαμίδου
αισθητική
αλτής
αναγνωστάκης
αττίκ
αφοι_μιλάνοι
βίντεο
βαμβακάρης
βαρλάς
βενιός
βιβλίο
βιογραφία
βιώματα
βραχνάς
γάιλας
γενίτσαρης
γεωργιόπουλος
δίσκοι
δανάη
δημητριανάκης
διακοπές
δισκογραφία
δοκίμια
δρόμοι
εις_μνήμην
εκδηλώσεις
ελύτης
ζοζέφ
ηχογράφηση
θεοδωράκης
ιστορικά
ιωαννίδης
καθημερινά
καραπιπέρης
καρβούνης
καρνέζης
καρσιγάρ
κετέντζογλου
κιθάρα
κιουρντί
κλίκα
κλίμακες
κομπολόι
κώτη
λατέρνα
λαϊκά
λογοκρισία
μάμμος
μέλκον
μήτσου
μαθηματικά
μακάμια
μανιάτης
μεζέδες
μελέτες
μεράκια
μεσθεναίος
μητρέντσης
μουσική_θεωρία
μουσικό_χωριό
μουφλουζέλης
μπάτης
μπέλλου
μπιθικώτσης
μπουζουξήδες
μπουζούκι
μυστακίδης
νικολαΐδης
ντουζένια
οδοιπορικά
οινοποιΐα
οργανοποιΐα
ούτι
παγιουμτζής
παπάζογλου
παπαδόπουλος
παπαϊωάννου
παράδοση
πειρατεία
πριγκηπέσσα
προβληματισμοί
πρωτομαγιά
ρέερμπυ
ραστ
ρεμπέτικα
σακαφλιάς
σαμπάχ
σαρικούς
σελασίδης
σολίστες
σπουρδαλάκης
σπυρόπουλος
σπόρος
στέκια
στίχοι
σταματίου
στουραΐτης
συλλογές
συνέντευξη
συντήρηση_μουσικού_οργάνου
συνταγές
σφίγγος
τέχνες_που_χάνονται
τέχνη
ταβέρνες
ταμπουράς
ταξίδια
ταξίμια
τατασόπουλος
τεχνολογίες
τραγούδια
τσίγκος
τσίπουρο
τσιτσάνης
τσομίδης
φρονιμόπουλος
χασικλίδικα
χατζιδάκις
χιτζάζ
χιτζασκιάρ
χοροί
χρονογράφημα
Στατιστικά
Αυτή τη στιγμή, διαβάζουν 94 αναγνώστες την κλίκα