Άρθρα
Μάρκος Μέλκον
Μάρκος Μέλκον
1. Η ζωή του1
Πρώτη περίοδος
Ο Μάρκος Αλεμσεριάν (Marko Alemsherian), γνωστός ως Μάρκος Μέλκον, γεννήθηκε στη Σμύρνη της Μικράς Ασίας στις 2 Μαΐου του 1895. Οι γονείς του, Garabed και Hripsime Alemsherian, ήταν αρμενικής καταγωγής. Η μητέρα του Μέλκον ήθελε αρχικά να ασχοληθεί ο γιος της με την κιθάρα. Κατέληξαν ωστόσο να του αγοράσουν ούτι (ένα όργανο συγγενικό με την κιθάρα), μιας και την εποχή εκείνη ήταν πολύ πιο εύκολο να βρει κανείς κάτι τέτοιο στη Σμύρνη. Στα δεκαεφτά του χρόνια, ο Μέλκον έπρεπε να εκπληρώσει τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις στον τουρκικό στρατό. Ο πατέρας του δεν είχε τα οικονομικά περιθώρια να εξαγοράσει τη θητεία, κι έτσι ο Μάρκος διέφυγε στην Αθήνα, αφού κατείχε ήδη πολύ καλά την ελληνική γλώσσα και κουλτούρα, λόγω της συναναστροφής του με Έλληνες της γενέτειράς του. Εκεί, εξάσκησε το επάγγελμα του μουσικού διδάσκοντας ούτι, αλλά κυρίως παίζοντας σε μαγαζιά της εποχής. Παράλληλα, πραγματοποίησε με την ορχήστρα του περιοδείες σε ολόκληρη την Ελλάδα.

Παρόλο που ο Μέλκον ήταν ένας Αρμένης από την Ελλάδα που έπαιζε κυρίως Ελληνική και Τούρκικη μουσική, έπαιζε με ούτι Αράβικης κατασκευής, το οποίο – όπως φαίνεται και στη φωτογραφία, είναι διακοσμημένο με πολλά περίτεχνα στολίδια.
Το 1923, οι γονείς του αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την Τουρκία, να διαφύγουν στην Ελλάδα και στη συνέχεια στην Αμερική. Ο Μέλκον πλήρωσε τα έξοδα για το ταξίδι τους με χρήματα που είχε ήδη εξοικονομήσει στις Η.Π.Α. Το 1928 ο Μέλκον γύρισε στην Ελλάδα και συγκεκριμένα στη Θεσσαλονίκη για να βρει νύφη. Πράγματι, μέσα σε μια εβδομάδα γνώρισε και παντρεύτηκε την Azad Karnoogian, αρμενικής καταγωγής, από τη Σμύρνη. Τη νύχτα πριν από το γάμο, ο Μέλκον είδε την Azad να κλαίει και θεώρησε ότι δεν ήθελε να τον παντρευτεί. Έφυγε λοιπόν θυμωμένος και ο Αχιλλέας Πούλος, που ήταν κουμπάρος του ζευγαριού, προσπάθησε να τον μεταπείσει. Η κουβέντα τους εξελίχτηκε σε τσακωμό και το ούτι του Μέλκον κατέληξε τελικά στο κεφάλι του Πούλου. Ο γάμος εν τέλει έγινε και ο Πούλος ανταπέδωσε με την σειρά του, χτυπώντας το γαμπρό κατά τη διάρκεια του γάμου με τα στέφανα. Το μικρό αυτό διάστημα παραμονής του στην Ελλάδα, όπως μαρτυρούν κάποιες φωτογραφίες, ο Μέλκον βρέθηκε και συνέπραξε μουσικά με το γνωστό βιολιστή Δημήτρη Σέμση ή Σαλονικιό.

Ο Μέλκον με τον Δημήτρη Σέμση (Σαλονικιός). Θεσσαλονίκη, 1928. (Η φωτογραφία είναι από το βιβλίο της Lisbet Torp. Salonikios. “The Βest Violin in the Balkans”. Denmark: Museum Tusculanum Press – University of Copenhagen, 1993.)
Δεύτερη Περίοδος: Φίρμα από το 1940 και μετά
Η φήμη του άρχισε να εξαπλώνεται τη δεκαετία του '40 με την κυκλοφορία των δίσκων που πραγματοποίησε στις εταιρίες Me-Re, Balkan, Kaliphon και Metropolitan. Μέχρι το 1950, δεν υπήρχε αρμένικο σπιτικό χωρίς δίσκο του Μέλκον. Στη βασική του ορχήστρα συμμετείχαν ο αρμένιος Nishan Sedefjian ή ο βουλγάρικης καταγωγής Nick Doneff στο βιολί, ο Garbis Bakirgian στο κανονάκι4 και συνήθως μία τραγουδίστρια-χορεύτρια στα κρουστά (τουμπελέκι, ζήλια ή κουτάλια). Ο Μέλκον, ως τραγουδιστής, αναλάμβανε κατά κύριο λόγο το λαϊκό μέρος του προγράμματος, ενώ ο Garbis εστίαζε περισσότερο στο κλασσικό ρεπερτόριο και τους μανέδες. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του τραγουδιού «Sheker Oglan» (Kaliphon D-705) στο οποίο τραγουδάει ο Μέλκον, ενώ ο Garbis ερμηνεύει έναν φωνητικό αυτοσχεδιασμό (μανέ) στη μέση του κομματιού. Για μεγάλα διαστήματα, ο Μέλκον έπαιξε σε διάφορα μαγαζιά της Φιλαδέλφειας, του Σικάγου, του Ντιτρόιτ και στο Rhode Island. Έπαιξε επίσης στη Βοστόνη, στα κέντρα Club Zara και Club Khyam5. Τους καλοκαιρινούς μήνες συνήθιζε να πηγαίνει μαζί με την οικογένειά του στην περιοχή Catskill Mountains της Νέας Υόρκης, όπου παραθέριζαν πολλοί Αρμένιοι από την Ανατολική Ακτή. Εκεί έπαιζε στα κέντρα Tannersville Bar, Washington Irving Hotel και Clinton Hotel.
Ωστόσο, ο χώρος που δραστηριοποιήθηκε μουσικά μέχρι το τέλος της ζωής του ήταν τα διάφορα κέντρα «ανατολικής» μουσικής, στην όγδοη λεωφόρο της Νέας Υόρκης. Καθώς οι πελάτες των εν λόγω μαγαζιών πλήθαιναν κατά τη δεκαετία του '50, το κοινό του Μέλκον άρχισε να περιλαμβάνει και Αμερικανούς. Τα πιο φημισμένα μαγαζιά που εργάστηκε ήταν τα Port Said, Britania, Egyptian Gardens και Grecian Palace Cafe, στα οποία σύχναζαν διασημότητες όπως οι Leonard Bernstein, Melvin Douglas, Ann Sheridan και Dave Brubeck. Αξιοσημείωτο είναι ακόμα, ότι την περίοδο αυτή το κέντρο Egyptian Gardens είχε τιμή εισιτηρίου $3.50 – πενήντα σεντς περισσότερα από το Copacabana6! Η συμβολή του Μέλκον ήταν ιδιαίτερα σημαντική στην ανάπτυξη και διάδοση της «ανατολικής» μουσικής στις ΗΠΑ, η οποία στα μέσα του 20ου αιώνα άρχισε να καθιερώνεται ως ένα νέο ενιαίο ρεύμα, με το δικό του κοινό. Στη συγκεκριμένη μουσική σκηνή υπήρξε μία από τις πιο κεντρικές φιγούρες και σημαντικές μουσικές προσωπικότητες. Πάνω από όλα, ο Μέλκον ήθελε να διασκεδάζει τον κόσμο, κάτι που έκανε άλλωστε για περισσότερο από σαράντα χρόνια, γι' αυτό το παίξιμό του ήταν εξωστρεφές και ιδιαίτερα ρυθμικό. Είχε πολύ καλή επικοινωνιακή σχέση με το κοινό του, θυμόταν τα ονόματα όλων των θαυμαστών του καθώς και τα αγαπημένα τραγούδια καθενός, προσαρμόζοντας έτσι το ρεπερτόριό του ανάλογα με τις απαιτήσεις της εκάστοτε δουλειάς.
Συχνά μάλιστα άφηνε το πάλκο για να συναναστραφεί με τους πελάτες. Ήξερε πότε και πώς να παίξει το κάθε τραγούδι, έτσι ώστε να μερακλώσει κάθε ακροατή του, κάνοντάς τον μάλιστα να πιστεύει ότι παίζει αποκλειστικά γι' αυτόν. Με τον τρόπο αυτό μάλιστα, κατάφερνε να βγάζει και πολύ «χαρτούρα».Η κόρη του αναφέρει χαρακτηριστικά: "...Η σκηνική του παρουσία και η ικανότητά του να δημιουργεί αυτό που εμείς οι Αρμένιοι λέμε «κέφι», ήταν ιδιαίτερα αξιοσημείωτη. Είχε ιδιαίτερη ικανότητα να μετατρέπει το κέφι του σε τέχνη και αυτό νομίζω ήταν το μεγαλύτερό του ταλέντο. Προφανώς υπήρχαν παίκτες του ουτιού με πιο βαθιά γνώση και μεγαλύτερη δεξιοτεχνία, αλλά κανείς δεν μπορούσε να προκαλέσει τέτοιο γλέντι όπως ο Μέλκον."
Χαρακτηριστικό γεγονός αποτελεί η επίσκεψη του θρυλικού τυφλού ουτίστα Udi Hrant από την Κωνσταντινούπολη στο σπίτι του Μέλκον στη Νέα Υόρκη. Μετά από το φαγητό ο Hrant έπαιξε για να τους ευχαριστήσει. Η αδερφή του Μέλκον ενθουσιάστηκε από το διαφορετικό τρόπο παιξίματος του Τούρκου ουτίστα και απευθυνόμενη προς τον αδερφό της είπε: «Παίζει πολύ ωραία, έτσι δεν είναι;». Τότε εκείνος απάντησε: «Εγώ δεν παίζω αυτού του είδους τη μουσική. Εγώ κάνω τους ανθρώπους να χορεύουν».