Άρθρα
Ψαράδες και βάρκες στο ελαφρό και ρεμπέτικο τραγούδι
Ψαράδες και βάρκες στο ελαφρό και ρεμπέτικο τραγούδι
Προδημοσίευση από το υπό έκδοση έργο του Λεωνίδα Κιούση: «Σε ποιον ανήκει το ρεμπέτικο τραγούδι»
Γιατί άραγε επιβιώνει, μέχρι τις μέρες μας, μόνο το ρεμπέτικο τραγούδι και όχι το λεγόμενο «ελαφρό», που είναι και συνομήλικό του; Από τα δύο σύγχρονα είδη τραγουδιού του μεσοπόλεμου, το ένα επιβιώνει μέχρι σήμερα κάνοντας μέχρι τώρα πάνω από τέσσερις αναβιώσεις, σε ειδικά μαγαζιά, τα λεγόμενα ρεμπετάδικα, μαζί με τα ταβερνάκια και τις σχετικές συναυλίες σε όλη την Ελλάδα. Το άλλο είδος όμως, παρ' όλες τις φιλότιμες προσπάθειες σύγχρονων καλλιτεχνών, Ζορμπαλά, Αρλέτα, Κηλαηδόνη, Δ. Σαββόπουλου κ.λπ., δεν καταφέρνει να βρει θέση στις σύγχρονες αξίες και στη μουσική ζωή του τόπου… κι αυτό ψάχνουμε να το εξηγήσουμε. Ξέρουμε ότι τα δύο είδη συνυπήρχαν την εποχή του μεσοπολέμου και μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, ταυτόχρονα με το δημοτικό, στη ρημαγμένη επαρχία. Το επιθεωρησιακό που τραγουδιότανε στις θεατρικές παραστάσεις, τα μικρασιάτικα από τους πρόσφυγες, και από την άλλη, οι άκαρπες προσπάθειες των Καλομοίρη, Βάρβογλη κ.λπ. για τη δημιουργία ελληνικής εθνικής κλασσικής μουσικής. Σκεφτήκαμε λοιπόν να συγκρίνουμε τα δύο είδη, για να βρούμε τις απαντήσεις. Διαλέξαμε, για το σκοπό αυτό, ένα κοινό θέμα τραγουδιών, τους ψαράδες, τις βάρκες και τους έρωτες, και θα κάνουμε την αντιπαράθεση των κειμένων τους και μερικών αποσπασμάτων, παρακάμπτοντας τις διαφορές στη μουσική τους.
Η Ψαροπούλα (του Χρ. Χαιρόπουλου σε στίχους Χρ. Γιαννακόπουλου), 1932.
Στην αμμουδιά τη μαγεμένη/ μια ψαροπούλα αγκαλιασμένημε τον καλό της τον ψαρά/ μεθάει από χαρά.
Κι οι δυο τους έχουν μεθύσει/ και μες στην πορφυρένια δύση
σφίγγεται επάνω του εκείνη σαν παιδί/ κι εκείνος της σιγοτραγουδεί.
Ρεφρέν: Αχ ψαροπούλα/ μες στις θάλασσες και στα ακρογιάλια
δεν θα βρεθούνε/ σαν τα χείλη σου τέτοια κοράλλια.
Πάνω στα μαλλιά σου/ παιχνιδίζουν τρελά μαϊστράλια
και σου γελά/ το κύμα όταν κυλά.
Μα μια βραδιά φουρτουνιασμένη/ άδικα εκείνη περιμένει.
Άφησε εκείνος τη στεριά/ και πάει μακριά.
Έφυγε με το πυροφάνι/ ποτέ πια πίσω δεν εφάνη,
κι ενώ κοιτάζει με μια ελπίδα του κρυφή/ το μαϊστράλι φέρνει τούτη τη στροφή.
Αχ ψαροπούλα κ.λπ.

Αττίκ
Κάτω από το έρημο χωριουδάκι/ τρεχαντήρι όμορφο το άλλο πρωί
άραξε χαρούμενα στο λιμανάκι/ και το περιγιάλι ήταν όλο ζωή…
Άσπρο πουλί τρεχαντήρι/ πούθε μας ήρθες γοργό,
ποιον έχεις καραβοκύρη/ πού πας στερνά από δω;…
Μια βδομάδα ακούγονταν γέλια, τραγούδια/ περ' απ' το μικρό καπηλειό
φόραγαν οι νιες στα μαλλιά τους λουλούδια/ έλεγες πως είχε γιορτή στο χωριό.
Ώσπου χθες το είδα με την αυγή/ άγκυρα να σύρει
κι έμεινε ο γιαλός / πάλι σιωπηλός.
Από τα ρεμπέτικα, θα παραθέσουμε εκ πρώτης τον «Ψαρά» του Γιώργου Μητσάκη:
Γιατί δεν με θες κυρά μου /επειδή είμαι ψαράς;
Είμαι λίγο αλανιάρης /σαν ψαράς και σαν βαρκάρης
και θαρρείς ότι με μένα/ δεν θα την περνάς καλά.
Έχω μια μικρούλα βάρκα / με πανί και με κουπιά
και ψαρεύω κάθε βράδυ/ μόνος με το παραγάδι
και τα ψάρια που θα πιάσω/ τα πουλώ στην αγορά.
Κι αν ξυπόλητος γυρίζω / μη με βλέπεις και γελάς
τη γυναίκα που θα έχω /ξέρω να τηνε προσέχω
και τα κέφια της να κάνω/ μην κοιτάς που είμαι ψαράς.
Έχουμε και πλήθος άλλων στη ρεμπέτικη παράδοση, όπως την περίφημη «Γκιόζα»,το «Βάρδα κι αράξαμε» του Τσιτσάνη, τον «Καπετάν Αντρέα Ζέππο» του Παπαϊωάννου, την «Ψαροπούλα» του Μπαγιαντέρα, καθώς και το δραματικό «Νικόλα τον Ψαρά» της συνεργασίας Τσιτσάνη-Μητσάκη, αλλά και πολλά άλλα, που τα αντιπαρέρχομαι, για να συγκεντρωθούμε στην Ψαροπούλα και στον Ψαρά. Συγκρίνοντας τα δύο τραγούδια και αφαιρώντας τον παράγοντα μουσική, η πρώτη εντύπωση που αποκομίζουμε, είναι πως το ένα ηχεί ξενέρωτα, ενώ στο άλλο διαλαλιέται ένας τσαμπουκάς. Το κοινό βέβαια που διακρίνομε και στα δύο είναι ότι έχουμε να κάνουμε με επώνυμους δημιουργούς. Ο ένας μιλά για λογαριασμό κάποιου που δεν έχει ιδέα πώς είναι οι πραγματικοί ψαράδες, και τους φαντάζεται αυθαίρετα, όπως εξιδανικευμένα θα τους ήθελε η στερημένη του φαντασία… βγαλμένους απ' τις παλιές σουρουπόχρωμες καρτ ποστάλ με την υποτιθέμενη Χαβάη. Ο άλλος πάλι μιλά σαν να είναι ο ίδιος ο ψαράς που μιλά για τον εαυτό του, και μέσα στο πιο παράφορο πάθος του δεν μπορεί να ξεχάσει τα παράπονά του για την υποδεέστερη θέση του, για την απόρριψη του έρωτά του, λόγω της κοινωνικής του θέσης.

Ψαράδες στο Μεσοπόλεμο