Άρθρα
Ποιά είναι η πρωτοτυπία του ρεμπέτικου;
Ποιά είναι η πρωτοτυπία του ρεμπέτικου;
Όταν ψάχνουμε να βρούμε την πρωτοτυπία οποιουδήποτε θέματος -όπως και για το ρεμπέτικο- εννοούμε ότι ψάχνουμε να βρούμε αυτό που το κάνει μοναδικό σε σχέση με άλλα θέματα. Στην προκειμένη περίπτωση γυρεύουμε να βρούμε εκείνο που έχει αυτό το είδος τέχνης και δεν το έχουν τα άλλα σύγχρονα παρόμοια είδη, παγκοσμίως. Ακόμα, γυρεύουμε να βρούμε αυτό που έχει το αποκαλούμενο συμβατικά ρεμπέτικο τραγούδι και δεν το έχουν προηγούμενα ή επόμενα είδη ελληνικού τραγουδιού. Κοντολογίς γυρεύουμε τη σχετικότητα του ρεμπέτικου, που συνδημιουργεί τη ροή του κοινωνικού χώρου και χρόνου, που δεν είναι καθόλου ομοιόμορφη και σταθερή. Άλλοτε είναι πυκνή και γρήγορη, άλλοτε αργή, έχει σταθμούς, έχει πάλεμα αντιθέτων τάσεων, σμικρύνσεις και γιγαντώσεις. Αυτό το είδος τραγουδιού, της περιόδου 1922-1952, έχει όμως και διαχρονικότητα, καθιέρωσε δηλαδή αξίες που περιέχονται στη ζωή όλων των επόμενων γενεών.
Έχει περάσει πάνω από μισός αιώνας από τότε που διάφοροι λαογράφοι, μουσικολόγοι, ρεμπετολόγοι και κάθε λογής διανοούμενοι, ερευνούν το ρεμπέτικο. Η δουλειά έχει γίνει τσάτρα-πάτρα, βρίζοντας ο ένας ερευνητής τον άλλον, χώρια το κλασσικό θάψιμο από κάθε πολιτική παράταξη και κάθε επίσημο όργανο του κράτους. Είναι ο σύγχρονος ελληνικός τρόπος του ερευνείν. Ωστόσο έχει μαζευτεί πολύ κι αξιόλογο υλικό, που μετά από τόσα χρόνια επιτρέπει να εξαχθούν τα πρώτα γενικά συμπεράσματα σχεδόν με βεβαιότητα. Η διερεύνηση ομοιοτήτων και διαφορών του ρεμπέτικου επικεντρώνεται σε πέντε-έξη ζητήματα, όπως: των μουσικών δρόμων και ρυθμών που καθιέρωσαν, το στίχο με το περιεχόμενο του, τα μουσικά όργανα που χρησιμοποίησε, το είδος της λαϊκότητάς του σε σχέση με άλλα παρόμοια είδη και τέλος το είδος και τον ιστορικό ρόλο των ανθρώπων που το δημιούργησαν και τους εξέφρασε.Ας αρχίσουμε λοιπόν από τον αισθητό κόσμο, από αυτό που φαίνεται κι ακούγεται. Το ρεμπέτικο σαν μουσικό είδος, από τότε που εμφανίστηκε, στ’ αφτιά των Δυτικών ακουγόταν σαν ανατολίτικη μουσική με ελλιπή συνοδεία απ’ την κιθάρα (μη πλήρη ακόρντα). Για το ανατολίτικο αφτί πάλι ακουγόταν παράφωνο, διότι τα διαστήματα που χρησιμοποιούσαν οι φυλακόβιοι και η αληταρία δεν ήταν αυτά της ανατολίτικης μουσικής αλλά τα διαστήματα της δυτικής. Κάτι παρόμοιο παρουσιάστηκε και με τη μουσική του Αζερμπαϊτζάν2. Έτσι το ρεμπέτικο ήταν κάτι «άλλο» για τους Δυτικούς και κάτι «άλλο» για τους Ανατολίτες. Λοιπόν, αν κάποιος ήθελε να γράψει, την παγκόσμια ιστορία της μουσικής του 20ού αιώνα και να είναι συνεπής με αυτό που κάνει, θα έπρεπε να αναφέρει ότι έχουμε τη Δυτική μουσική, την Ανατολική με τα παρακλάδια της... συν το ρεμπέτικο και τη μουσική των Αζέρων. Το ρεμπέτικο ακούγεται ελλιπές για το δυτικό αφτί και παράφωνο για το ανατολικό. Όταν όμως ένας λαός, χαρακτηρίζεται από αυτό το είδος τέχνης, τότε η παγκόσμια ιστορία της τέχνης οφείλει να ξαναγράφεται από την αρχή σε ένα καινούργιο σύνολο, όπου θα περιλαμβάνεται και το νέο είδος που εμφάνισε αυτός ο λαός μέσα στην ανθρωπότητα. Από τότε, όταν ακούνε πια ρεμπέτικο, δεν λένε «παράφωνο» ή «λειψό», μα λένε ελληνικό.
Για να γίνουν αυτά αντιληπτά και από τους αναγνώστες που δεν έχουν ασχοληθεί με τη θεωρία της μουσικής και τη μουσικολογία, η κατάσταση θα μπορούσε να περιγραφεί σαν την περίπτωση, όπου έχουμε να περάσουμε ένα ποταμάκι αρκετά φαρδύ χωρίς να βραχούμε. Ο της δυτικής παράδοσης διαθέτει δώδεκα βραχάκια που τα τοποθετεί σε ίσες αποστάσεις (συγκερασμένα) μέχρι την απέναντι όχθη. Ο Ανατολίτης όμως διαθέτει πολύ περισσότερα βραχάκια που τα τοποθετεί σε ακανόνιστα διαστήματα ( ασυγκέραστα, όπως τα πρωτοόρισαν οι πυθαγόρειοι) μεταξύ τους, μέχρι να φτάσει απέναντι. Την ίδια εντύπωση θα αποκομίσει κανείς βλέποντας δίπλα-δίπλα τις αποστάσεις ανάμεσα στα σιδεράκια της ταστιέρας μιας δυτικής κιθάρας και ενός σαζιού η λάφτας. Είναι φανερό ότι ο Δυτικός, θέλοντας να χορέψει στα βραχάκια του, θα κάνει πολύ πιο απλές και ομοιόμορφες κινήσεις από τον Ανατολίτη με τα πολύπλοκα βηματάκια που άξαφνα γίνονται άλματα. Έτσι και στις μελωδίες τους, ο ένας φαίνεται να έχει μια ομοιόμορφη μετρημένη κίνηση, ενώ ο άλλος χαρακτηρίζεται από μια τσαχπίνικα πολύπλοκη κίνηση. Ε! Λοιπόν οι ρεμπέτες κατάφεραν να έχουν την πολύπλοκη τσαχπίνικη κίνηση του Ανατολίτη, χορεύοντας όμως πάνω στα ισαπέχοντα βραχάκια του δυτικού.3
Όσον αφορά βέβαια τους ρυθμούς, στο ρεμπέτικο επήλθε ένας περιορισμός του αριθμού, σε σχέση με τους προϋπάρχοντες των δημοτικών και των μικρασιάτικων, αναδείχτηκε όμως ως πρωταγωνιστής ένα ουσιαστικά νέο όργανο, το μπουζούκι. Αυτό αποτελεί παγκόσμια πρωτοτυπία, γιατί ελάχιστα άλλα είδη λαϊκής μουσικής καθιέρωσαν πρωτότυπα δικά τους όργανα.4 Η καθιέρωση του μπουζουκιού στοίχισε πολλή καταδίωξη. Είναι γνωστό πως αν σε έβλεπε μπάτσος με μπουζούκι στο χέρι, αμέσως στο έσπαζε και πολλές φορές σου έφερνε φυλάκιση και εξορία, όπως στη περίπτωση του Γενίτσαρη, ενώ αν κράταγες καμιά κιθαρούλα ή μαντολίνο δεν έτρεχε τίποτα. Αυτοί που κάνουν τις καμπές στην Ιστορία, τους σταθμούς, όπου το αύριο είναι ριζικά διαφορετικό από το χθες, σπάνια έχουν συνείδηση των συνεπειών των πράξεών τους, όπως συμβαίνει εξάλλου και με την καθημερινή ζωή. Ο λαός και οι καλλιτέχνες που έκαναν αυτή την παγκόσμια πρωτοτυπία, γρήγορα την εγκατέλειψαν. Ήδη απ’ το 1955 οι παλιότεροι ρεμπέτες αποκαλούσαν τον Τσιτσάνη …ο «μινοράκιας» και πολύ αργότερα, όταν ρώτησαν το Μάρκο «γιατί δε γράφονται πια καλά τραγούδια», εκείνος απάντησε «γιατί δεν ακολουθούν τα μακάμια».5 Παρόμοια πράττουν και οι σύγχρονοι Άραβες μουσικοί. Σιγά-σιγά προσπαθούν να κάνουν την ανατολίτικη μουσική τους αρεστή στο δυτικό αφτί, διότι εκεί είναι η «αγορά» κι ο πλούσιος βιοπορισμός τους, αλλοιώνοντας τα ασυγκέραστα διαστήματά τους προς τα δυτικά. Αυτό ομολογήθηκε εξάλλου κι απ τους ίδιους, τους καλύτερους σολίστες του κόσμου στο ούτι , στη Θεσσαλονίκη το 2003.6 Ο λαός όμως που έκανε αυτή την παγκόσμια μουσική πρωτοτυπία του ρεμπέτικου, την εγκατέλειψε (δήθεν για να εμπλουτίσει το φτωχούλη λαϊκό τραγούδι) και την κατάντησε μια φτωχή γωνίτσα της δυτικής μουσικής… κι έτσι δε χρειάστηκε να ξαναγραφτεί η παγκόσμια ιστορία της μουσικής.
Η άλλη πρωτοτυπία που φέρνει το ρεμπέτικο είναι ότι εμφανίστηκε μόνο στην περιοχή των πόλεων του Αιγαίου, ήταν λαϊκό (όλων των κατώτερων τάξεων του έθνους) και συγκρότησε αυτόνομες δικές του μουσικές και ιδεολογικές αξίες, κόντρα στις επιβαλλόμενες κι επικρατούσες της εκδυτικοποίησης, τις φιλοχρηματίας και της περιφρόνησης των καθυστερημένων και βάρβαρων λαών της Ανατολής. Αυτό το είδος αστικού λαϊκού τραγουδιού δεν εμφανίστηκε ούτε στις άλλες βαλκανικές χώρες ούτε στην τούρκικη κι αραβική Ανατολή, που αποτελούν εξίσου σταυροδρόμια μεταξύ Δύσης κι Ανατολής. Απ’ την άλλη μεριά, η διάλεκτος και τα ιδανικά που υιοθέτησαν αυτοί οι απόκληροι με τον υπόκοσμό τους, δείχνει ότι δε θέλανε να αποκοπούν απ’ τον πλατύ αγώνα που κάνανε οι λαοί της Ανατολής για ν’ απαλλαγούν απ’ την οθωμανική εξουσία και τους αποικιοκράτες στυλοβάτες τους, οι λαγγεμένοι τόποι τους ήταν η Ανατολή κι όχι η Δύση.
Κάπου διάβασα ότι κάποιος ξένος ερευνητής απεφάνθη πως το ρεμπέτικο είναι η μόνη αυθεντική γηγενής λαϊκή τέχνη που εμφανίστηκε στην Ευρώπη τον 20ό αιώνα. Δηλαδή η εμμονή στα πρότυπα ζωής της Ανατολής έφερε το σπουδαιότερο είδος πρωτότυπης τέχνης στην Ευρώπη του 20ού αιώνα. Σ’ αυτή την πρωτοτυπία πρέπει να ισχύει το «ουδέν κακό αμιγές καλού». Το πολιτιστικό δυναμικό του ελληνισμού της Ανατολής, που είχε διαμορφωθεί μέσα σ’ ένα απ’ τα πιο πολυεθνικά περιβάλλοντα, όπως ήταν αυτά στις μεγάλες πόλεις της οθωμανικής επικράτειας και ξεριζώθηκε το 1922, ήρθε και συναντήθηκε με το δυναμικό που ήδη είχε κουτσοαναπτυχθεί στην παλιά Ελλάδα. Αυτό έγινε μέσα σε συνθήκες κρατικής αυτοτέλειας (χωρίς τον προαιώνιο φόβο του Τούρκου) μα και ολοκληρωτικής προλεταριοποίησης. Ενάμισι εκατομμύριο Έλληνες μικρασιάτες ήρθανε με μόνη περιουσία τα γυμνά τους χέρια και τον τρόμο. Μα οι μισοί από αυτούς, περίπου 600.000 με 700.000, ήταν πρώην κάτοικοι μεγάλων πόλεων κι όχι πρώην αγρότες κι αυτό είχε μεγάλη σημασία για τη δράση που ανέπτυξαν εδώ. Αυτές πρέπει να ’ναι οι γενεσιουργές αιτίες αυτού του θαύματος που ονομάζουμε ρεμπέτικο, μα με αυτές δεν εξηγιούνται και τα πάντα.7
Το συνομήλικο μπλουζ πλησιάζει τη μεγάλη θεματολογική γκάμα του ρεμπέτικου -που όμως δε χορεύεται, όπως και το φάντο- δεν μπορεί όμως να θεωρηθεί λαϊκό, γιατί ποτέ δεν κατάφερε να υπερπηδήσει τα ρατσιστικά εμπόδια και να εξαπλωθεί, να γίνει το τραγούδι όλου του αμερικάνικου λαού. Το παρόμοιο τάγκο επίσης περιορίστηκε στη φτωχή ερωτική θεματολογία των λευκών μεταναστών του Μπουένος Άυρες και πήρε πανεθνικό χαρακτήρα πολύ αργότερα, όταν πια είχε εμπορικοποιηθεί και γίνει τυφλό όργανο του πολιτιστικού ιμπεριαλισμού και των μεγάλων τζίρων. Το φλαμέγκο πάλι, που αναπτύχθηκε στις παρυφές των πόλεων απ’ τους τσιγγάνους, δεν ήταν λαϊκό τραγούδι πόλεων. Η δε μουσική του Αμπντέλ Ουαχάμπ και της Ουμ Καλσούμ στη μεταπολεμική Αίγυπτο ήταν απ’ την αρχή της λόγια, έντεχνη, που υιοθετήθηκε απ’ τον αραβικό εθνικισμό. Ο στίχος του ρεμπέτικου τραγουδιού χαρακτηρίζεται από απέριττη αμεσότητα και μαχητικότητα. Είναι απ’ τις λίγες περιπτώσεις όπου οι ίδιοι οι προλετάριοι περιγράφουν τον ίδιο τους τον εαυτό κι όχι μέσω ειδικευμένων μουσικών αντιπροσώπων. Τραγουδούν τα επαγγέλματά τους, το λαϊκό χασίσι τους, τους πόθους τους, τους καημούς τους, την καχυποψία τους για οποιονδήποτε ποζάρει για σωτήρας τους, το σεξ που τους διεγείρει, το είδος της οικογένειας που αποδέχονται με κυρίαρχη τη μορφή της μάνας, τον τρόπο που αγαπάνε και το είδος της λεβεντιάς που επιδιώκουν.
Ε και λοιπόν; Τι το θαυματουργό κουβαλάνε αυτοί οι ξυπόλυτοι κι αμόρφωτοι προλετάριοι; Με προλετάριους ήταν κατακλεισμένη και η αρχαία Αθήνα κι η Ρώμη κι η Αλεξάνδρεια και η Κωνσταντινούπολη. Ανεπάγγελτοι, συνεχώς άεργοι, διότι την παραγωγή την κάνανε οι δούλοι, ήταν ο μεγάλος μπελάς για όλες τις αρχαίες μεγαλουπόλεις. Οι κυβερνήτες φρόντιζαν να εισάγουν και να τους μοιράζουν τζάμπα σιτηρά, να τους προσφέρουν διαρκώς θεάματα για να έχουν το κεφάλι τους ήσυχο. Το θαυματουργό που είχαν οι σύγχρονοι προλετάριοι ήταν ότι -εκτός από απόκληροι, χωρίς καμιά ιδιοκτησία- ήταν και ταυτόχρονα παραγωγικοί και μάλιστα, με τον διαρκώς τεχνολογικά εξελισσόμενο συγκεντρωτικό τρόπο της μεγάλης βιομηχανίας, ήταν οι γεννήτορες των εργατικών τάξεων που τρέφουν και συντηρούν τη σύγχρονη κοινωνία.
Στις νεοδημιουργημένες πόλεις -κι ας είχαν χτιστεί στα θεμέλια αρχαίων πόλεων- εμφανίζεται το τραγούδι των ανθρώπων που για πρώτη φορά προσπαθούν να ζήσουν αποκλειστικά από ένα μισθό. Για πρώτη φορά βρέθηκαν τόσοι πολλοί άνθρωποι δίχως καμία περιουσία, να συμβιώνουν στους ίδιους αποπνιχτικούς χώρους μαζί με όλο τον περιρρέοντα κόσμο που προσπαθούσε να συντηρηθεί απ’ αυτό το είδος ανθρώπων, δηλαδή τους μικρομαγαζάτορες, τους λωποδύτες, τις πόρνες κ.λπ.8 Πρόκειται για τις πρώτες βιομηχανικές πόλεις, σε μια Ελλάδα 6 περίπου εκατομμυρίων με το 67% του πληθυσμού να μένει στην ύπαιθρο. Τα μειοψηφούντα τότε μεσαία στρώματα της πόλης και η διανόηση ψάχνανε τη διασκέδαση στο εισαγόμενο και μεταγλωττισμένο δυτικό τραγούδι, στις χοροεσπερίδες, στο λεγόμενο ελαφρό τραγούδι, στα ταγκό, στη νεοεμφανιζόμενη θεατρική επιθεώρηση και τις οπερέτες του δυτικού συρμού, στο αψέντι και το νεοεμφανιζόμενο ουίσκι, καθώς και τις χημικές παραλλαγές του δυσεύρετου όπιου. Πλην όμως, όπως πάντα, σαν μεσαία τάξη, διεκπεραιωτής των κατά καιρούς επιδιώξεων της κυρίαρχης οικονομικά κι εθνικά τάξης, ήταν αυτή που δημιουργούσε τη μόδα, αυτό που είναι ευυπόληπτο, αξιοπρεπές και μοντέρνο, κολλώντας ρετσινιές στα άλλα είδη διασκέδασης και επιβίωσης: τα δημοτικά είναι για τα βλαχαδερά, τα τουρκομερήτικα για τους ξυπόλυτους πρόσφυγες και το κλαψιάρικο ρεμπέτικο για την αληταρία και τους χασικλήδες. Ο πολιτισμός των μικροαστών δεν μπόρεσε να δώσει τίποτα τότε, αλλά έγινε ο αίτιος, με την αρθρογραφία του, να πέσει η αλύπητη καταστολή του κράτους πάνω στο κεφάλι των συνήθων θυμάτων, με τους νόμους του Μεταξά. Το ρεμπέτικο είναι ένα απ τα περισσότερο καταδιωκόμενα είδη λαϊκού τραγουδιού στην ιστορία της ανθρωπότητας. Το κράτος θέσπισε νόμους για το τι επιτρέπεται να τραγουδούν οι πολίτες του. Βγήκαν νόμοι που απαγόρευαν με αυστηρές ποινές τους αμανέδες, τα χασικλίδικα, τα γραμμένα σε μειονοτικές γλώσσες, πράγμα που δεν γνωρίζω να έκανε ποτέ άλλο κράτος της τότε εποχής, εκτός απ’ το κράτος που έστησε ο Κεμάλ Ατατούρκ μετά την επικράτησή του.9 Μπορούμε να φανταστούμε ένα παγκόσμιο πρωτάθλημα των πιο κατατρεγμένων λαϊκών μουσικών, όπου θα χουμε σημειώσει θριαμβευτικές επιτυχίες ως έθνος.