Για τις καταβολές του ρεμπέτικου

Είναι δύσκολο να διακρίνουμε με ακρίβεια τη χρονολογική αφετηρία εμφάνισης του ρεμπέτικου τραγουδιού, όπως είναι δύσκολο να διακρίνουμε χρονολογικά και με ακρίβεια και να διαχωρίσουμε συγκεκριμένες ιστορικές περιόδους μεταβολών των κοινωνικών φαινομένων. Αλλωστε το ρεμπέτικο, ως λαϊκή δημιουργία, αποτελεί συνέχεια και μετεξέλιξη λαϊκών τραγουδιών που εμφανίζονται στα αστικά κέντρα κατά το πέρασμα από τη φεουδαρχία στον καπιταλισμό.

Ολοι σχεδόν οι ερευνητές του ρεμπέτικου τραγουδιού θεωρούν σταθμό στην ιστορία του, ως προς τη μαζική διάδοσή του στα εδαφικά όρια της Ελλάδας, το 1922 και τη Μικρασιατική καταστροφή. Το ρεμπέτικο όμως εμφανίζεται και στην Ελλάδα το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα και υπάρχουν μαρτυρίες γι' αυτό. «Καφέ Αμάν» υπήρχαν και στην Ελλάδα, στα τότε εδαφικά της όρια, και όχι μόνο στα Μικρασιατικά παράλια, ως χώροι διασκέδασης με λαϊκές ορχήστρες, που όμως τις έφερναν από τα Μικρασιατικά παράλια. Αλλά αυτό είναι ζήτημα που δε θα απασχολήσει αυτό το άρθρο. Ισως σε επόμενο να παρουσιάσουμε περισσότερα στοιχεία γύρω από το λαϊκό τραγούδι στον Ελλαδικό χώρο εκείνης της περιόδου.

Μαζικά το ρεμπέτικο τραγούδι εμφανίζεται στην Ελλάδα από το προσφυγικό στοιχείο, από την Κωνσταστινούπολη και κυρίως από τη Σμύρνη μετά το 1922. Αυτό ως μαζικό φαινόμενο έχει σχέση με την ανάπτυξη των αστικών κέντρων -και αυτών που προϋπήρχαν και αυτών που αναπτύχθηκαν μετά- λόγω της ανάπτυξης του καπιταλισμού. Οι πρώτοι επώνυμοι δημιουργοί του στην Ελλάδα είναι Σμυρνιοί λαϊκοί μουσικο-στιχουργοί, δημιουργοί τραγουδιών και ερμηνευτές (οργανοπαίχτες και τραγουδιστές). Γιατί ήταν μαζικό φαινόμενο ως λαϊκή δημιουργία στα αστικά κέντρα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ιδιαίτερα δε στη Σμύρνη (εις Μυρν) και την Ισταμπούλ («εις την Πόλη», «Πόλη» συντετμημένα ονομαζόταν η Κωνσταντινούπολη), όπως ονομάστηκε η Κωνσταντινούπολη, πρωτεύουσα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, μετά την κατάληψή της στα 1453 από τους Οθωμανούς. Επόμενα το ρεμπέτικο προϋπάρχει της Μικρασιατικής καταστροφής.

Ορισμένες πηγές και μαρτυρίες

Υπάρχουν ντοκουμέντα που επιβεβαιώνουν αυτό τον ισχυρισμό. Οι πιο αυθεντικές πηγές και ντοκουμέντα ταυτόχρονα είναι τα ηχητικά, οι δίσκοι γραμμοφώνου. Τέτοια ηχητικά ντοκουμέντα που αποδεικνύουν την ύπαρξη και δημιουργία ρεμπέτικου τραγουδιού εμφανίζονται πριν το 1922 στη Σμύρνη και την «Πόλη», αλλά και στην Αμερική (ΗΠΑ). Η διατήρηση δίσκων γραμμοφώνου με περιεχόμενο λαϊκά τραγούδια γραμμοφωνημένα στη Σμύρνη και την Πόλη από το 1905 αποδεικνύουν ότι η μουσικοστιχουργική σύνθεση των τραγουδιών προηγείται, ότι είναι τουλάχιστον αυτής της χρονολογικής περιόδου. Αντίστοιχα υπάρχουν δίσκοι γραμμοφωνημένοι στις ΗΠΑ την ίδια εποχή (μάλιστα, ο Διονύσης Μανιάτης, στο βιβλίου του «Η εκ περάτων δισκογραφία γραμμοφώνου», αναφέρει και μία ηχογράφηση στην αμερικανική δισκογραφική εταιρία Berliner, τη «Σμυρναίικη σερενάτα», την οποία χαρακτηρίζει ως ελαφρό ρεμπέτικο). Αναφορικά με αυτό το «Κέντρο μελέτης και έρευνας του ρεμπέτικου τραγουδιού», στον πρώτο από τους τρεις δίσκους που εκδόθηκαν το 1977, κάνοντας μια προσπάθεια να δώσει συνοπτικά στοιχεία έρευνας σ' αυτό το ζήτημα, αναφέρει:

«Οι έρευνες πάνω στη δισκογραφία των ρεμπέτικων τραγουδιών ως λίγα χρόνια πριν, φτάναν κοντά στα 1930. Και αυτό οφείλεται στο γεγονός, πως κάπου τότε δημιουργείται για πρώτη φορά εργοστάσιο δίσκων στην Ελλάδα. Λίγο πιο παληά, από το 1924 περίπου, γράφονται δίσκοι σε κερί και η αναπαραγωγή τους γίνεται στην Ευρώπη, (Αγγλία, Γερμανία, Γαλλία). Ετσι υπήρξε άλλος ένας λόγος για τον οποίο το κοντινό 1922 δηλαδή η μικρασιατική καταστροφή και η μεταφορά στην κυρίως Ελλάδα των προσφύγων, φαινόταν να αποτελούσε κάτι σαν αφετηρία για την εμφάνιση των ρεμπέτικων. Βέβαια, το 1922 αποτελεί ορόσημο στην πορεία αυτών των τραγουδιών με την αναγκαστική πια συνάντηση και συμπόρευση των δύο ειδών του ρεμπέτικου, δηλαδή αυτού που και παληότερα ερχόταν από τη Μικρά Ασία (με χαρακτηριστικά όργανα το βιολί, το κανονάκι, το ούτι) και αυτού που υπήρχε στην Ελλάδα (με κύρια όργανα το μπουζούκι και το μπαγλαμά). Δίσκοι όμως ρεμπέτικων τραγουδιών υπήρχαν και πριν το 1922 και εδώ μπορούμε να διακρίνουμε δύο κατηγορίες. Αυτά που ηχογραφήθηκαν στη Σμύρνη, Πόλη, Θεσσαλονίκη από τα μέσα της πρώτης δεκαετίας του αιώνα μέχρι την καταστροφή και εκείνα που ηχογραφήθηκαν στις ΗΠΑ από την πρώτη γενιά των Ελλήνων μεταναστών, πάλι από τα μέσα της πρώτης δεκαετίας ή αρχές της δεύτερης, μέχρι τα μέσα της τέταρτης δεκαετίας δηλαδή γύρω στα 1934-35. Στη δεύτερη περίπτωση και οι μετά το 1922 ηχογραφήσεις αναφέρονται κυρίως σε τραγούδια που ανήκουν στα παληότερα χρόνια, στις αρχές του αιώνα ή μέχρι και τα μέσα ίσως του περασμένου σε τραγούδια, δηλαδή κυρίως παραδοσιακά από την άποψη της αναφοράς τους στη μουσική μνήμη του λαού. Το ότι είναι παραδοσιακά φαίνεται από πολλές μαρτυρίες αλλά και από την παρατήρηση ότι τότε, ιδίως στις αρχές του αιώνα, για να γραφτεί ένα τραγούδι σε δίσκο, έπρεπε να ήταν γνωστό κάτω στον κόσμο, να τραγουδιόταν, και ίσως να ήταν και για τα χρόνια εκείνα παραδοσιακό, όπως π.χ. συνέβαινε με την «Κυρά ντουντού» ή το «Και γιατί δεν μας το λες» και με άλλα πολλά που άλλωστε δεν υπήρχε η δυνατότητα να γραφτούν πιο πριν αφού δεν υπήρχε βιομηχανία δίσκων. Με την πάροδο των χρόνων και την επικράτηση τραγουδιών επώνυμων συνθετών που περνάνε στη δισκογραφία, σταδιακά αλλάζει η κατάσταση και το τραγούδι αντίστροφα τώρα αρχίζει να μεταφέρεται και να γίνεται γνωστό από το δίσκο στον κόσμο, έως ότου επικρατεί κάποτε σχεδόν αποκλειστικά αυτός ο τρόπος».

Η προφορική παράδοση επίσης και η μεταφορά τραγουδιών μέσω αυτής, από τους λαϊκούς καλλιτέχνες, Μικρασιάτες πρόσφυγες τους Πολίτες και κυρίως τους Σμυρνιούς, μαρτυράει ότι υπήρχαν ρεμπέτικα πριν το 1922. Ερευνώντας πηγές που υπάρχουν, λαϊκά τραγούδια και επώνυμους δημιουργούς, αλλά και μαρτυρίες, μπορούμε να υποθέσουμε ότι εμφανίζονται, από τον 19ο αιώνα ακόμη, σαν λαϊκές δημιουργίες ελληνόφωνων πληθυσμών ή Ελλήνων σε συγκεκριμένους γεωγραφικούς χώρους, της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Το ελληνικό στοιχείο, πληθυσμιακά, δηλαδή κοινωνίες ανθρώπων με κυρίαρχο στοιχείο την ελληνική γλώσσα, υπάρχουν και υπήρχαν σε διάφορα σημεία του πλανήτη, ανεξάρτητα από τις αιτίες ύπαρξής τους σε διάφορους γεωγραφικούς χώρους (είναι υπόθεση της Ιστορίας να το απαντήσει, όπως και από πότε υπάρχουν σε κάθε χώρο, λαότητες ή κοινωνίες στις οποίες υπάρχουν κοινωνικές ομάδες με κυρίαρχο στοιχείο την ελληνική γλώσσα). Εκτός από την Ελλάδα και τους μετανάστες σε Αμερική, Βόρεια και Νότια και αλλού, υπήρχαν στη Μικρά Ασία, παράλια και ενδότερα, στις παρευξείνιες περιοχές (Τουρκία, Ρωσία, Βουλγαρία, Ρουμανία), στη Συρία, την Αίγυπτο, στα Βαλκάνια και την Κάτω Ιταλία.

Για τις μουσικές ανταλλαγές

Ίχνη του ρεμπέτικου, δηλαδή της μορφής που γνωρίσαμε (ή πιο σωστά στοιχεία του, γιατί το ίδιο εξελίχτηκε) εμφανίζονται σε όλα τα αστικά κέντρα της περιόδου που αρχίζει η αποσύνθεση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και οι πρώτες καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής. Δηλαδή αποσύνθεση φεουδαρχίας και εμφάνιση αστικών κοινωνιών. Λέμε για ίχνη ή στοιχεία, γιατί είναι καλλιτεχνική δημιουργία λαϊκών στρωμάτων, με επίδραση από τη Βυζαντινή μουσική και σε ό,τι αφορά ηχοχρώματα και μελωδίες ακολουθεί κλίμακές της και τα μακάμ (δρόμοι) ανατολικές κλίμακες που σημαίνει και αλληλοεπιδράσεις. Ο Μάρκος Δραγούμης, σαν μουσικολόγος με μια τεράστια και ανεπανάληπτη έρευνα και μελέτη πάνω στο ρεμπέτικο, αλλά και στο μικρασιατικό τραγούδι, δίνει και από ιστορικής πλευράς (ιστορικο-μουσικολογικής θα λέγαμε) την εξής άποψη για τις ρίζες του ρεμπέτικου, στο δεύτερο δίσκο γραμμοφωνημένο στις ΗΠΑ το 1908 - 12, που εκδόθηκε από το «Κέντρο μελέτης και έρευνας του ρεμπέτικου τραγουδιού» το 1977 αναφέρει:

«Οι μουσικές ανταλλαγές που είχαν αρχίσει πριν το 17ο αιώνα, κι ίσως πιο πριν ανάμεσα στον ποικίλο πληθυσμό που αποτελούσε το λαϊκό υπόστρωμα των αστικών κέντρων του Αιγαίου, του Ελλήσποντου, της Προποντίδας και της Μαύρης Θάλασσας συνεχίστηκαν με έντονο ρυθμό ως την καταστροφή της Σμύρνης το 1922. Οι ανταλλαγές αυτές προκάλεσαν τη δημιουργία απειράριθμων μελωδιών, που οι ρίζες τους βρίσκονται κυρίως στη βυζαντινή εκκλησιαστική μουσική με τους «ήχους» της, στην τούρκικη κλασική μουσική με τα «μακάμια» της που ονομάστηκαν από μας «δρόμοι» - στη δημοτική μουσική της Μυσίας, της Αν. Θράκης, της Βιθυνίας και των δυτικών παραλίων της Μικρασίας, στα ελληνικά νησιώτικα και αστικά λαϊκά τραγούδια και τέλος στη δημοτική μουσική τω βορείων γειτόνων μας κι ιδιαίτερα των Ρουμάνων. Η μουσική αυτή - ίσως επειδή ήταν κάπως ανομοιογενής - δεν τράβηξε όσο θα ’πρεπε την προσοχή των λαογράφων μας, κι έτσι δεν ευτύχησε να καταγραφή σε νότες και να δημοσιευθεί σε ειδικές συλλογές, όπως η πιο παληά δημοτική μουσική μας. Δεν χάθηκε όμως. Ενα μεγάλο μέρος της διαφυλάχτηκε σε μια σειρά από δίσκους 78 στροφών, που γυρίστηκαν στις ΗΠΑ κατά τη δεύτερη και τρίτη δεκαετία του αιώνα μας, με εκτελεστές Ελληνες μετανάστες. Εξετάζοντας το υλικό αυτό βλέπουμε ότι πέρα από την καλλιτεχνική του αξία, έχει και μεγάλη ιστορική σημασία, γιατί αποτελεί την πιο ουσιαστική πηγή που διαθέτουμε για τη μελέτη των καταβολών του ρεμπέτικου τραγουδιού».


Ετικέτες άρθρων

Στατιστικά

Αυτή τη στιγμή, διαβάζουν 61 αναγνώστες την κλίκα