Αρθρογραφία
Άρθρα
Δοκίμιον περί μεγαλοπρέπειας
Άρθρα
Δοκίμιον περί μεγαλοπρέπειας
Δοκίμιον περί μεγαλοπρέπειας
Σελίδα 1 από 3
(Το μεγαλοπρεπές, το χαριτωμένο, το τραγικό, το θριαμβευτικό και το γελοίο)
Στην κωμωδία του «Βάτραχοι» ο Αριστοφάνης παρουσιάζει τον Αισχύλο και τον Ευριπίδη, τους δυο μεγάλους τραγικούς ποιητές της αρχαιότητας, να ανταγωνίζονται για το ποιος είναι ο σπουδαιότερος, με κριτή το Διόνυσο, το θεό-προστάτη της τραγωδίας. Σε κάποια φάση τίθεται ως κριτήριο της αξίας τους το βάρος, η βαρύτητα του στίχου τους, η οποία υποτίθεται ότι θα ζυγιστεί σε μια ζυγαριά για το σκοπό αυτό.
Ο Αισχύλος φαίνεται να επικρατεί με στίχους που περιέχουν μεγαλύτερο υλικό βάρος σε σχέση με εκείνους του Ευριπίδη, που κρίνονται ελαφρότεροι. Αποκορύφωμα αυτών των αισχυλίων στίχων είναι εκείνος που στοιβάζει «άρματα πάνω σε άρματα και σκοτωμένους πάνω σε σκοτωμένους», στίχος που εκτιμάται από το Διόνυσο ότι έχει τόσο πολύ βάρος, ώστε να μην μπορούν να τον σηκώσουν ούτε εκατόν Αιγύπτιοι σκλάβοι, συνηθισμένοι να σηκώνουν πολύ μεγάλα βάρη. Βέβαια, το υλικό ή νοηματικό βάρος δεν είναι και το μόνο κριτήριο αξίας του στίχου ή της τέχνης γενικά, είναι όμως ένα από τα κριτήρια. Το βάρος του αναφερόμενου αντικειμένου προσδίδει στο λογοτεχνικό ή άλλο καλλιτεχνικό έργο μεγαλοπρέπεια, το κάνει σεβαστό από άποψη θέματος και ύφους και εντυπωσιακό από την άποψη του αποτελέσματος, που έχει πάνω στο πνεύμα και στο συναίσθημα του δέκτη.
Σύμφωνα με την αξιόλογη μελέτη του αρχαίου συγγραφέα Δημητρίου «Περί ύφους», αν το αντικείμενο του λογοτεχνήματος είναι μεγάλο, προσδίδει στο έργο μεγαλοπρέπεια. Το μεγάλο αντικείμενο δίδει μεγαλείο στον λόγο. Κι αναφέρει σαν παραδείγματα μεγάλες πεζομαχίες ή ναυμαχίες ή περιπτώσεις που γίνεται λόγος για τον ουρανό ή τη γη και τα παρόμοια. Αναφέρει ότι το συγγραφέα Θεόπομπο πολλοί τον χαρακτήριζαν «δεινό» μόνο και μόνο επειδή μιλούσε για μεγάλα και σπουδαία πράγματα. Επίσης αναφέρει το ζωγράφο Νικία, που έλεγε ότι το να πραγματεύεται κανείς θέματα με ευρύτητα και μέγεθος δείχνει τεχνική ικανότητα στη ζωγραφική. Το μεγαλοπρεπές ύφος είναι αντίθετο προς το χαριτωμένο, που κι αυτό το επιδιώκουνε πολλοί συγγραφείς και καλλιτέχνες. Είναι φανερό ότι άλλη εντύπωση δημιουργεί το μεγαλόπρεπο και άλλη το χαριτωμένο. Ένα βουνό, ένα κάστρο, ένας πλανήτης, ένας γίγαντας είναι κάτι το μεγαλόπρεπο, δεν μπορεί όμως να χαρακτηριστεί χαριτωμένο. Αντίθετα, ένα λουλούδι, ένα πουλί, ένα δακτυλίδι, ένα παιδί μπορεί να είναι χαριτωμένο, δεν μπορεί όμως να χαρακτηριστεί μεγαλόπρεπο. Η μεγαλοπρέπεια προσιδιάζει στο έπος και στην τραγωδία. Το χαριτωμένο προσιδιάζει στο ρομαντικό, το κωμικό, το ερωτικό στοιχείο. Όλα αυτά δείχνουν ότι ούτε το ένα ούτε το άλλο αποτελεί το τελικό κριτήριο αξίας ενός έργου. Αποτελούν όμως αξίες που συνυπολογίζονται μαζί με άλλα κριτήρια.Η Τιτανομαχία, όπως μας την περιγράφει ο Ησίοδος, χρησιμοποιεί τόσο πολλά και μεγάλα μεγέθη, ώστε σίγουρα διεκδικεί το χαρακτηρισμό της μεγαλοπρέπειας. Ο Δίας από τον ουρανό έριχνε στη γη αλλεπάλληλους κεραυνούς μέσα σε βροντές, αστραπές και φλόγες. Τα δάση καίγονταν, η γη, τα ποτάμια και η θάλασσα έβραζαν, βγάζανε καπνούς κι εξατμίζονταν. Οι άνεμοι βουίζανε κουβαλώντας τεράστιους όγκους χώματος και σκόνης, όλο το σύμπαν τρανταζότανε. Οι Τιτάνες, όσο τεράστιοι και γενναίοι κι αν ήτανε, τυφλώθηκαν από τις φωτιές και τις λάμψεις και κάηκαν από τα αστροπελέκια. Ύστερα μπήκανε στη μάχη και οι Εκατόγχειρες, εκσφενδονίζοντας εκατοντάδες τεράστια βράχια, μέχρι που οι Τιτάνες τσακίστηκαν και υποτάχτηκαν εντελώς. Αυτού του είδους τη μεγαλοπρέπεια θα μπορούσαμε να τη χαρακτηρίσουμε μυθική μεγαλοπρέπεια, αφού προέρχεται από μια προϊστορική εποχή, οπότε πολλοί άνθρωποι πιστεύαν στην αλήθεια αυτών των αφηγήσεων και μάλιστα τους αποδίδανε θρησκευτική αξία και λατρεία. Στην «Ιλιάδα», όταν ένας ήρωας αντιπαλεύει με ένα θεό, σίγουρα η πράξη αυτή έχει μεγαλοπρέπεια. Η μεγαλοπρέπεια δεν στηρίζεται μόνο στο υλικό βάρος και μέγεθος, αλλά επίσης στο ψυχικό και πνευματικό μέγεθος. Όταν ο Έκτορας διακηρύσσει περήφανα «Εις οιωνός άριστος: αμύνεσθαι περί πάτρης», δηλαδή ο καλύτερος οιωνός είναι να μάχεται κανείς για να υπερασπίσει την πατρίδα, σίγουρα ο λόγος του έχει μιαν άφθαστη μεγαλοπρέπεια. Βέβαια, η επιδίωξη μεγαλοπρέπειας είναι πιο εύκολη στην ποίηση παρά στην πεζογραφία. Η ποίηση, χρησιμοποιώντας τη μεταφορά, την παρομοίωση, την αλληγορία, το μύθο και άλλα σχήματα λόγου, μπορεί να φέρει ακαριαία στο προσκήνιο το μεγάλο μέγεθος, μέσα σε μια φράση: «Δυνατός σαν λιοντάρι», «Απέραντη σαν τη θάλασσα», «Τεράστιος σαν ένα βουνό» κτλ. Αυτό το πράγμα είναι δυσκολότερο για την πεζογραφία, επειδή το χαρακτηριστικό της είναι η αφήγηση κι όχι τα πολλά σχήματα λόγου. Κι όταν χρησιμοποιεί σχήματα λόγου, αυτά χάνονται μέσα σε πολλές άλλες φράσεις που δεν έχουν μεγαλείο.
Στο νεοελληνικό τραγούδι νομίζω πως δε θα βρεθεί τίποτε μεγαλοπρεπέστερο από το ψυχομάχημα και το θάνατο του Διγενή Ακρίτα. Η συσσώρευση τόσων πολλών μεγαλοπρεπών πραγμάτων και καταστάσεων είναι άκρως εντυπωσιακή: Ουρανός, γη, πάνω και κάτω κόσμος (Άδης), βουνά, λόφοι και βουνοκορφές, βράχια, σπηλιές, τεράστια ριζιμιά δέντρα, αξιοθαύμαστα κατορθώματα κυνηγιού, άλματος, τρεξίματος, δύναμης… Το ψυχομάχημά του αναταράζει τη φύση, προκαλεί σεισμούς, βροντές, αστραπές και κοσμοχαλασιά… Ο τρόπος που ο άγνωστος και ανώνυμος ποιητής τα παρουσίασε όλα αυτά είναι αξιόπιστος, αποδεκτός και συνάμα συγκλονιστικός, πράγμα που δείχνει ότι ήταν ένας μεγάλος μάστορας.
Ο Διγενής ψυχομαχεί κι η γη τόνε τρομάσσει.
Βροντά κι αστράφτει ο ουρανός και σειέτ’ ο απάνω κόσμος
κι ο κάτω κόσμος άνοιξε και τρίζουν τα θεμέλια,
κι η πλάκα τον ανατριχιά πώς θα τόνε σκεπάσει,
πώς θα σκεπάσει τον αητό, τση γης τον ανδρειωμένο.
Σπίτι δεν τον εσκέπαζε, σπήλιο δεν τον εχώρει
τα όρη εδιασκέλιζε, βουνού κορφές επήδα,
χαράκια αμαδολόγανε και ριζιμιά ξεκούνειε.
Στο βίτσιμά ‘πιανε πουλιά, στο πέταμα γεράκια,
στο γλάκιο και στο πήδημα τα λάφια και τ’ αγρίμια.
Ζηλεύγει ο Χάρος, με χωσιά μακρά τόνε βιγλίζει
κι ελάβωσέ του την καρδιά και την ψυχή του πήρε.
Βροντά κι αστράφτει ο ουρανός και σειέτ’ ο απάνω κόσμος
κι ο κάτω κόσμος άνοιξε και τρίζουν τα θεμέλια,
κι η πλάκα τον ανατριχιά πώς θα τόνε σκεπάσει,
πώς θα σκεπάσει τον αητό, τση γης τον ανδρειωμένο.
Σπίτι δεν τον εσκέπαζε, σπήλιο δεν τον εχώρει
τα όρη εδιασκέλιζε, βουνού κορφές επήδα,
χαράκια αμαδολόγανε και ριζιμιά ξεκούνειε.
Στο βίτσιμά ‘πιανε πουλιά, στο πέταμα γεράκια,
στο γλάκιο και στο πήδημα τα λάφια και τ’ αγρίμια.
Ζηλεύγει ο Χάρος, με χωσιά μακρά τόνε βιγλίζει
κι ελάβωσέ του την καρδιά και την ψυχή του πήρε.
Αυτού του είδους τη μεγαλοπρέπεια μπορούμε να τη χαρακτηρίσουμε θρυλική μεγαλοπρέπεια, αφού και ο ποιητής και οι ακροατές του γνωρίζουν ότι πρόκειται για υπερβολές, οι οποίες αποσκοπούν στο να δώσουν μια λογοτεχνική εντύπωση μεγαλείου. Με κριτήριο το βάρος και τη μεγαλοπρέπεια οι παραπάνω στίχοι δείχνουν να ξεπερνούν εκείνους του Αισχύλου. Κι αυτό σημαίνει ότι η τέχνη της ελληνικής ποίησης δεν έμεινε στάσιμη, αλλά εξελίχθηκε από τον καιρό του Αισχύλου μέχρι σήμερα. Ο Νίκος Εγγονόπουλος ενθουσιασμένος με την επαναστατική προσωπικότητα του ελευθερωτή της Νοτίου Αμερικής Μπολιβάρ, που τον συγκρίνει με το Ροβεσπιέρο, το Ρήγα Φεραίο και τον Οδυσσέα Ανδρούτσο, τον παριστά να έχει μακροκοσμικές διαστάσεις, να ταυτίζεται με τη γεωγραφία της Αμερικανικής Ηπείρου:
Μπολιβάρ (...) Τ’ όνομά σου τώρα είναι δαυλός αναμένος, που φωτίζει την Αμερική και τη Βόρεια και τη Νότια και την οικουμένη!
Οι ποταμοί Αμαζόνιος και Ορινόκος πηγάζουν από τα μάτια σου.
Τα ψηλά βουνά έχουν τις ρίζες στο στέρνο σου,
η οροσειρά των Άνδεων είναι η ραχοκοκαλιά σου.
Στην κορφή της κεφαλής σου, παλληκαρά, τρέχουν τ’ ανήμερα άτια και τ’ άγρια βόδια
ο πλούτος της Αργεντινής.
Πάνω στην κοιλιά σου εκτείνονται οι απέραντες φυτείες του καφέ.
Σαν μιλάς, φοβεροί σεισμοί ρημάζουνε το παν,
από τις επιβλητικές ερημιές της Παταγονίας μέχρι τα πολύχρωμα νησιά,
ηφαίστεια ξεπετιούνται στο Περού και ξερνάνε στα ουράνια την οργή τους,
σειούνται τα χώματα παντού και τρίζουν τα εικονίσματα στην Καστοριά,
τη σιωπηλή πόλη κοντά στη λίμνη.
Μπολιβάρ, είσαι ωραίος σαν Έλληνας.
Οι ποταμοί Αμαζόνιος και Ορινόκος πηγάζουν από τα μάτια σου.
Τα ψηλά βουνά έχουν τις ρίζες στο στέρνο σου,
η οροσειρά των Άνδεων είναι η ραχοκοκαλιά σου.
Στην κορφή της κεφαλής σου, παλληκαρά, τρέχουν τ’ ανήμερα άτια και τ’ άγρια βόδια
ο πλούτος της Αργεντινής.
Πάνω στην κοιλιά σου εκτείνονται οι απέραντες φυτείες του καφέ.
Σαν μιλάς, φοβεροί σεισμοί ρημάζουνε το παν,
από τις επιβλητικές ερημιές της Παταγονίας μέχρι τα πολύχρωμα νησιά,
ηφαίστεια ξεπετιούνται στο Περού και ξερνάνε στα ουράνια την οργή τους,
σειούνται τα χώματα παντού και τρίζουν τα εικονίσματα στην Καστοριά,
τη σιωπηλή πόλη κοντά στη λίμνη.
Μπολιβάρ, είσαι ωραίος σαν Έλληνας.
Επιλογές
Ετικέτες άρθρων
78_στροφές
blues
internet
ross_daly
έρευνα
αδαμίδου
αισθητική
αλτής
αναγνωστάκης
αττίκ
αφοι_μιλάνοι
βίντεο
βαμβακάρης
βαρλάς
βενιός
βιβλίο
βιογραφία
βιώματα
βραχνάς
γάιλας
γενίτσαρης
γεωργιόπουλος
δίσκοι
δανάη
δημητριανάκης
διακοπές
δισκογραφία
δοκίμια
δρόμοι
εις_μνήμην
εκδηλώσεις
ελύτης
ζοζέφ
ηχογράφηση
θεοδωράκης
ιστορικά
ιωαννίδης
καθημερινά
καραπιπέρης
καρβούνης
καρνέζης
καρσιγάρ
κετέντζογλου
κιθάρα
κιουρντί
κλίκα
κλίμακες
κομπολόι
κώτη
λατέρνα
λαϊκά
λογοκρισία
μάμμος
μέλκον
μήτσου
μαθηματικά
μακάμια
μανιάτης
μεζέδες
μελέτες
μεράκια
μεσθεναίος
μητρέντσης
μουσική_θεωρία
μουσικό_χωριό
μουφλουζέλης
μπάτης
μπέλλου
μπιθικώτσης
μπουζουξήδες
μπουζούκι
μυστακίδης
νικολαΐδης
ντουζένια
οδοιπορικά
οινοποιΐα
οργανοποιΐα
ούτι
παγιουμτζής
παπάζογλου
παπαδόπουλος
παπαϊωάννου
παράδοση
πειρατεία
πριγκηπέσσα
προβληματισμοί
πρωτομαγιά
ρέερμπυ
ραστ
ρεμπέτικα
σακαφλιάς
σαμπάχ
σαρικούς
σελασίδης
σολίστες
σπουρδαλάκης
σπυρόπουλος
σπόρος
στέκια
στίχοι
σταματίου
στουραΐτης
συλλογές
συνέντευξη
συντήρηση_μουσικού_οργάνου
συνταγές
σφίγγος
τέχνες_που_χάνονται
τέχνη
ταβέρνες
ταμπουράς
ταξίδια
ταξίμια
τατασόπουλος
τεχνολογίες
τραγούδια
τσίγκος
τσίπουρο
τσιτσάνης
τσομίδης
φρονιμόπουλος
χασικλίδικα
χατζιδάκις
χιτζάζ
χιτζασκιάρ
χοροί
χρονογράφημα
Στατιστικά
Αυτή τη στιγμή, διαβάζουν 61 αναγνώστες την κλίκα