Το μουσικο-ποιητικό εργαστήρι του Βαμβακάρη

Όταν ο Ηλίας Πετρόπουλος έγραφε ότι τα «ρεμπέτικα» γεννήθηκαν μέσα στους τεκέδες και τις φυλακές, υπονοούσε ότι αυτοί που τα έφτιαξαν δεν ήταν επαγγελματίες τραγουδοποιοί, οι οποίοι δημιουργούσαν τα έργα τους στους χώρους της δουλειάς (μουσικά κέντρα, πανηγύρια κτλ.), ή της διαμονής τους, αλλά εγκληματίες, που σκάρωναν περιστασιακά στιχάκια και μουσικές αποκλειστικά σε χώρους του εγκλήματος.

Εξάλλου αυτό το υπονοούμενο το επιβεβαίωσε και σε άλλες σελίδες του, λέγοντας ότι το ρεμπέτικο είναι το τραγούδι του υποκόσμου. (Πετρόπουλος, 1968, σ. 20, 24 και 1990, σ. 55.). Την ανοησία αυτή του Πετρόπουλου την αντέγραψαν και την αναπαρήγαγαν άκριτα και άλλοι ρεμπετολόγοι. Ο Δαμιανάκος γράφει επί λέξει ότι χώρος δημιουργίας του ρεμπέτικου είναι ο τεκές και η φυλακή. (Δαμιανάκος, 1976, σ. 244 -245.) Η Γκέηλ-Χολστ, διατυπώνοντας πληρέστερα την αόριστη και νεφελώδη άποψη του Πετρόπουλου, ισχυρίστηκε ότι μέσα στις φυλακές φτιάχτηκαν τραγούδια που εξακολουθούσαν να τραγουδιούνται και έξω από αυτές, η δε μουσική τους έγινε δημοφιλής στους κύκλους του υποκόσμου. (Χολστ, 1977, σ.25.) Ο Εντ Έμερυ, αντιγράφοντας επί λέξει τον Πετρόπουλο, λέει ότι «κοιτίδα του ρεμπέτικου ήταν η φυλακή κι ο τεκές του χασίς» (Έμερυ, 2007, σ.7).

Αυτό κάνει πιο επιτακτικό το αίτημα να εξεταστεί ο χώρος και ο χρόνος γέννησης των αστικο-λαϊκών τραγουδιών, τουλάχιστον για τον εικοστό αιώνα, για τον οποίο διαθέτουμε αρκετές μαρτυρίες.
Ένα λαϊκό τραγούδι της πόλης δεν δημιουργείται μονομιάς. Δημιουργείται σταδιακά, συνεπώς έχει διάφορες χρονικές φάσεις, σε διαφορετικούς χρόνους και φυσικά σε διαφορετικούς τόπους. Ας πάρουμε, για παράδειγμα, την ξακουστή «Φραγκοσυριανή». Ο Μάρκος Βαμβακάρης στα 1935 πήγε στην ιδιαίτερη πατρίδα του, τη Σύρα, για καλλιτεχνική περιοδεία. Παρέμεινε περίπου για δύο μήνες. Έπαιζε και τραγουδούσε σε ένα κέντρο της παραλίας. Μια νύχτα ξεχώρισε μέσα στον κόσμο που γέμιζε το μαγαζί μια όμορφη γυναίκα που του έκανε μεγάλη εντύπωση. Δεν αντάλλαξαν ούτε λέξη, αλλά όταν επέστρεψε στον Πειραιά που ήταν ή μόνιμη κατοικία του, έγραψε τη «Φραγκοσυριανή» (Βαμβακάρης, 1978, σ.157) και αρκετές μέρες αργότερα πήγε στο στούντιο και την ηχογράφησε. Εδώ λοιπόν ξεχωρίζουμε τέσσερις διαδοχικές χρονικές φάσεις:

1Το βίωμα - είδε αυτή τη γυναίκα που τον μαγνήτισε, σ’ ένα κέντρο στην παραλία της Ερμούπολης.


2Τη συγγραφή των στίχων, στον Πειραιά.


3Τη μελοποίηση των στίχων με τη χρήση του μπουζουκιού και της φωνής του.


4Την ηχογράφηση του τραγουδιού στο στούντιο.


Φυσικά θα μπορούσαμε να διακρίνουμε κι άλλες χρονικές φάσεις, για παράδειγμα το χρόνο επεξεργασίας και διαμόρφωσης του τραγουδιού, που σίγουρα είχε κάποια διάρκεια, από μερικές ώρες μέχρι μερικές μέρες. Επίσης τη δοκιμασία (τεστάρισμα) του τραγουδιού στο κέντρο, όπου δούλευε επαγγελματικά, για να δοκιμάσει, όπως συνήθιζε, ποια ρυθμική αγωγή ταίριαζε καλύτερα στα πόδια των χορευτών και ποιες ήταν οι αντιδράσεις του κοινού στην ακρόαση του τραγουδιού.

Ας πάρουμε ένα άλλο παράδειγμα, από τις περιοδείες του στη Θεσσαλονίκη. Η συμπρωτεύουσα του έκανε μεγάλη εντύπωση με τις πολλές, μεγάλες και πλούσιες αγορές της, με τα πολλά φρούτα, λαχανικά, όσπρια, ψάρια, κρέατα, που καταφθάνανε από τα γύρω χωριά και προάστια με φορτωμένα κάρα. Τα πολλά και όμορφα είδη ρουχισμού που ήτανε προσιτά ακόμα και στις χαμηλότερες τάξεις είχαν ως αποτέλεσμα γυναίκες και άντρες καλοντυμένους, που δημιουργούσαν μιαν αίσθηση Ευρώπης. Το ακροατήριό του, αποτελούμενο από αυτούς τους ανθρώπους, τού έδειχνε μεγάλη συμπάθεια, περιποίηση και θαυμασμό. Έτσι ο Βαμβακάρης εμπνεύστηκε και έγραψε το τραγούδι για τη Θεσσαλονίκη:

Ωραία την επέρασα μες στη Θεσσαλονίκη
θυμήθηκα το ’12 που πήραμε τη νίκη.

Μικροί, μεγάλοι τρέξανε εμένα για να δούνε
ν’ ακούσουνε γλυκιά πενιά και να φχαριστηθούνε.

Πλούσια ’ταν τα ελέη τους, τα γλέντια κι η χαρά τους,
εμένα μ’ αγαπήσανε όλοι με την καρδιά τους.

Στην προκειμένη περίπτωση το βίωμα αναλύεται σε περισσότερες χρονικές στιγμές: Στα 1912, ο Βαμβακάρης, εφτά χρονών τότε, μάθαινε από τις εφημερίδες ότι ο ελληνικός στρατός ελευθέρωσε τη Θεσσαλονίκη και ένιωθε εθνική υπερηφάνεια και ικανοποίηση. Οι θυσίες των Ελλήνων στρατιωτών, ανάμεσα στους οποίους ήταν και ο πατέρας του, δεν πήγανε χαμένες!... Στα 1935, όταν πήγε στη Θεσσαλονίκη αυτοπροσώπως, θαύμασε την αγορά, την κοινωνική ζωή και την ανταπόκριση των ακροατών του… Έτσι εμπνεύστηκε το τραγούδι. (Βαμβακάρης, 1978, σ.167-168.) Σε επόμενη χρονική στιγμή έγινε η συγγραφή των στίχων, μετά η μελοποίηση και αρκετές μέρες αργότερα η ηχογράφηση.

Ένα από τα περιφημότερα τραγούδια του Βαμβακάρη σχετίζεται με την περιοδεία του στα Τρίκαλα, όπου παρέμεινε 15 ως 20 μέρες, επίσης στα 1935. Εκεί γνώρισε τους μάγκες των Τρικάλων που του έδειξαν αγάπη και εκτίμηση. Μάγκες, ρεμπέτες, κουτσαβάκηδες, που δεν τον ήξεραν προσωπικά μέχρι τότε, είχαν την ευκαιρία να τον γνωρίσουν από κοντά, να του μιλήσουνε και να ανταλλάξουν καλαμπούρια. Όλοι αυτοί ήταν άνθρωποι των λαϊκών τάξεων (ο Βαμβακάρης σε κάποιο σημείο της «Αυτοβιογραφίας» του μιλά για μάγκες που βγάζαν τα λεφτά με τον ιδρώτα τους) κι αυτό του έφερνε στη μνήμη ότι κι ο ίδιος προερχόταν απ’ τη φτωχολογιά και βέβαια ζούσε πάντα μέσα στη σχετική ή απόλυτη φτώχεια. Έτσι ήταν πολύ καταδεχτικός μαζί τους. Οι μάγκες των Τρικάλων ανακαλούσαν στη μνήμη του τους μάγκες, ρεμπέτες και κουτσαβάκηδες και άλλων περιοχών, όπου έζησε ή όπου περιόδευσε. Με αυτά τα βιώματα, τα οποία ξεκινούσαν από την παιδική του ηλικία (μάγκες της Σύρου), συνεχίζονταν στον Πειραιά (κατοικία του) και επαναλαμβάνονταν σε αστικούς χώρους που περιόδευε, συμπληρώνεται η εμπειρία του σχετικά με το θέμα. Συνεπώς, το βίωμα αναλύεται σε περισσότερες από μια χρονικές φάσεις. Στο φρούριο των Τρικάλων, που είχε μετατραπεί σε μουσικό κέντρο, όπως μας αφηγείται ο ίδιος, έγραψε τους στίχους και μετά τη μουσική ενός εμβληματικού τραγουδιού του. Το επεξεργάστηκε και το λανσάρισε μέσα στο κάστρο των Τρικάλων. (Βαμβακάρης, 1978, σ. 166.) Κι όταν επέστρεψε στην Αθήνα, το ηχογράφησε:

Όλοι οι ρεμπέτες του ντουνιά εμένα μ’ αγαπούνε
μόλις θα μ’ αντικρίσουνε, θυσία θα γινούνε.

Όσοι δε με γνωρίζουνε, τώρα θα με γνωρίσουν
εγώ κάνω την τσάρκα μου κι ας με καλαμπουρίζουν.

Κι εγώ φτωχός γεννήθηκα, στον κόσμο έχω γυρίσει
μέσα απ’ τα φύλλα της καρδιάς κι εγώ ‘χω μαρτυρήσει.

Όλοι οι κουτσαβάκηδες που ζούνε στο κουρμπέτι
κι αυτοί μες στην καρδούλα τους έχουν μεγάλο ντέρτι.

Στα Τρίκαλα ολοκλήρωσε και το τραγούδι «Ισοβίτης». Το είχε εμπνευστεί, όπως λέει ο ίδιος, από την πρώτη του γυναίκα και από τα βίαια συναισθήματα εκδίκησης που του γεννούσε: «Είχα τη γυναίκα μου που μου ‘κανε κόνξες...». Σε πρώτη φάση λοιπόν είχε το βίωμα. Σε δεύτερη φάση έγραψε τους στίχους, στο σπίτι του, στα Άσπρα Χώματα, όπως δήλωσε ο ίδιος. Σε τρίτη φάση το ολοκλήρωσε μουσικά, στη Θεσσαλονίκη και φυσικά το ηχογράφησε όταν επέστρεψε στην Αθήνα. (Βαμβακάρης, 1978, σ.167-168.) Στο Βοτανικό, στο κέντρο του Αντώνη Βλάχου, όπου ο Βαμβακάρης δούλεψε από το 1936 μέχρι το 1940, οπότε κηρύχτηκε ο Ελληνο-ιταλικός Πόλεμος, πηγαίνανε και πολλές γυναίκες με τους συνοδούς τους, είτε απλώς για να τον ακούσουν και να τον δουν είτε μερικές με σκοπό να συνάψουν σχέση μαζί του. Από αυτά τα διαδοχικά βιώματα δημιουργήθηκαν τραγούδια, όπως: «Κάθε βράδυ θα σε περιμένω», «Ρίξε, Τσιγγάνα, τα χαρτιά», «Τα βράδια στο Βοτανικό», «Μια ξανθιά, τρελή γαλανομάτα» (Βαμβακάρης, 1978, σ. 175-178, 187). Για το τελευταίο ο τραγουδοποιός λέει ρητά ότι το «έγραψε» τα βράδια στο Βοτανικό, όπου ερχόταν η ξανθιά γαλανομάτα και τον έβλεπε... Έτσι λοιπόν, μπορεί κανείς να παρατηρήσει τα διάφορα στάδια, από το βίωμα μέχρι την ηχογράφηση, μερικά εκ των οποίων αναλύονται βεβαίως σε περισσότερα του ενός χρονικά σημεία.


Ετικέτες άρθρων

Στατιστικά

Αυτή τη στιγμή, διαβάζουν 59 αναγνώστες την κλίκα