Η λέξη "αλάνης" στο λαϊκό τραγούδι

Προδημοσίευση από το βιβλίο: "Λεξικό των θωρακικών ανθρώπων και πραγματεία για τα μικρασιάτικα, ρεμπέτικα και λαϊκά τραγούδια (1900 - 1960)"

α λάνης ο, αλάνι το, ουσ. [+] (για χαρακτηρισμό ανδρών) (τουρκ. alan = ξέφωτο δάσους) (βλ. ΣΧΟΛΙΟ): ”εγώ είμ’ αλάνης, μάνας γιος, μάγκας (βλ.λ.) σωστός στην τρίχα ” (βλ.λ.)|”Στου Πειραία το λιμάνι μου συστήσαν έν’ αλάνι “|”αμολάς (βλ.λ.) τα βράδια και γυρνάς μ’ όλα τ’ αλάνια “|”αν είσαι μόρτισσα (βλ.λ.) εσύ, αλάνι λεν εμένα, κι αν έχεις δυνατό αρκά (βλ.λ.), δε νοιάζομαι κανέναν “ ( = δε φοβάμαι κανέναν)

| αλανιάρης ο, αλανιάρα, αλάνα η, ουσ.[+] (ειδικότερα γιά τον ξεχωριστό ορισμό αρσενικού – θηλυκού, βλ. παρόν σχόλιο και προβληματισμό στις εισαγωγικές σελ. του λεξικού, κεφ. Στίχοι περί των «ελευθέρων» γυναικών του ΄30) : “Αλανιάρα, με τους μάγκες, κάθε βράδι ξενυχτάς, κι όλο με μπαγλαμαδάκια, αχ, και με μαύρο την περνάς “|”μού’κανε τη χωριατάρα (βλ.λ.) μιά χαρά, μα αυτή ήταν αλανιάρα, στα γερά “|”γιατί ’μαι ’γω η αλανιάρα η Λιλή, η πρώτη σκανταλιάρα (βλ.λ.) που δε δίνω γρόσι (βλ.λ.) γιά τους μάγκες (βλ.λ.) και δεν τρώω κρύγιες ματσαράγκες “ (βλ.λ.)|“σα το κεράκι, αλανιάρα μου, θα λειώσεις “|”θυμάσαι, όταν γύριζες στους δρόμους, αλανιάρα, γιά σένανε δεν έδινε κανένας μιά δεκάρα “|”Tώρα με αποστρέφονται, με λένε αλανιάρη “|”Αχ, έγινα αλανιάρης, κακούργος και γκρινιάρης και μεθάω κάθε μέρα, κούκλα μου, εγώ γιά σένα “|”Είμαι αλανιάρης στους δρόμους και γυρίζω, κι απ’ την πολλή μαστούρα (βλ.λ.) μου κανέναν δε γνωρίζω “| αλανάκι το, ουσ.[ν](υπκρ.)(γιά χαρακτηρισμό γυναικών) : “Αλανάκι με φωνάζουν ( = με ονομά- ζουν), αλανάκι με καλούν γιατί όλοι το σεβντά (βλ.λ.) τους τον περνούν “ | αλανιάρικο, επιθ.[ν](χαϊδευτικό υπκρ. γιά τις αλανιάρες γυναίκες): “όλο μες τα ταβερνειά πας και μπεκρουλιάζεις, αλανιάρικο | αλάνικο το, ουσ.[ν](χαϊδευτικό υπκρ.): “κάθε μέρα μια γουλιά, αλάνικο, φαρμάκι με ποτίζεις“

ΣΧΟΛΙΟ: Λέξη που δε μπορεί να εξηγηθεί επακριβώς. Μαζί με τις λέξεις «μάγκας», «μόρτης», «ρεμπέτης», ανήκει σ’ αυτές που η ερμηνεία τους είναι ασαφής, σαν ένα πουλί που ολοένα ξεφεύγει.

Τα λεξικά και τα διάφορα γλωσσάρια αποτελούν κι αυτά φορείς διαμόρφωσης ή επισημοποίησης ιδεολογίας.
Παραθέτω τα σχετικά λήμματα από πχ., το ΝΕΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ, ΚΡΙΑΡΑ ΕΜΜ., ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΑΘΗΝΩΝ, ΑΘΗΝΑ 1995. Ο παραπάνω λεξικογράφος παραθέτει στην αρχή του λεξικού και το ακόλουθο:

«... την κοινή λέξη σαφή χωρίς χυδαιότητα,
την λόγια λέξη εύστοχη, μα όχι σχολαστική,
το τέλειο ταίρι χορεύοντας μαζί».
(T.Σ. Έλιοτ, Άπαντα τα ποιήματα, ελλ. μετάφρ. Αριστοτέλη Νικολαϊδη, σελ. 245)

αλάνι το, ουσ. (λαϊκ). 1 (σπανίως) ανοιχτός υπαίθριος χώρος (συνήθως μέσα σε μια πόλη): Μέσα στ’ –ια ο άνεμος σήκωνε...πέτρες (Κόντογλου)(συνων. αλάνα). 2 αλητόπαιδο, αλήτης: ένα –ι απ’ το λιμάνι (λαϊκ. τραγ.). [τουρκ. alan] αλανιάρης, θηλ. –άρα και –ισσα, ουδ. –ικο, επιθ.(συνιζ., λαϊκ.) 1. που γυρίζει άσκοπα στους δρόμους: παιδί –ικο | (ως ουσ.) γέμισε το μαγαζί –ηδες (συνων. αλήτης, ρέμπελος, σοκακάς). 2. που δεν έχει καλή ανατροφή ή συμπεριφορά: γυναίκες –ες (συνων. χυδαίος)».

Όπως θα δείτε παρακάτω, οι ίδιοι οι στιχουργοί των ρεμπ. αφήνουν ανοιχτές αιχμές που «συμπαρατάσσονται» με τις παραπάνω ερμηνείες. Αυτό δεν είναι παράξενο, γιατί ήταν εκτεθειμένοι σε μια «ιδεολογική» σύγχυση και σε σήματα που εκπέμπονταν και από τα «ανώγεια» και από τα «κατώγεια». Ωστόσο, το λεξικό αυτό αρνείται να παραδώσει αυτή τη λέξη, κυρίως στους νέους ανθρώπους, χωρίς να σχολιάσει. Υπάρχει μια τρέχουσα ρομαντική άποψη ότι «αλανιάρης» και «αλανιάρα» ή «αλανιάρισσα» ήταν, καταπώς πιστεύεται ότι εννοούσαν οι «ρεμπέτες», ο/η ξένοιαστος, γλεντζές, μποέμ, ο «ωραίος τύπος». Μιά συνηθισμένη τακτική των σχολιαστών αυτής της μουσικής είναι να «τσιμπάν» στίχους, τυχαία (;), επιλεκτικά (;) και να στήνεται μια άποψη ή θεωρία. Δεν είναι παράξενο μέχρι ενός σημείου, κάτι αντίστοιχο κάνει κι αυτό το λεξικό. Για ορισμένα θέματα, πχ. τις «αλανιάρες» γυναίκες, δεν έχουμε άλλες πηγές εκτός απ’ τους στίχους, τα λεχθέντα από διάφορους επώνυμους της εποχής και τα σκόρπια δημοσιεύματα εφημερίδων και περιοδικών. Τα λεχθέντα των επωνύμων είναι αμφίβολης ασφάλειας και τα δημοσιεύματα, όπως είναι φυσικό, «χρωματισμένα» από την ιδεολογία του εντύπου, του δημοσιογράφου, την αυτολογοκρισία του και την επίσημη «ηθική» της εποχής. Έτσι, απομένουν οι στίχοι. Στίχοι όμως υπάρχουν πολλών ειδών. Αν υπάρχει ένας (πολύ περιωρισμένος, τελικά) αριθμός τραγουδιών που αφήνουν να κατανοηθεί ότι το ουσ. «αλανιάρης» ήταν για τους «ρεμπέτες» ο ξένοιαστος κλπ., υπάρχει πλειοψηφία παραδειγμάτων που δείχνει καθαρά κάτι άλλο. Ο Μ. Μαμβακάρης γιά παράδειγμα (πού τόσο έχουμε ασχοληθεί μαζί του γιατί άφησε την πιο «εσώψυχη» βιογραφία), χρησιμοποιούσε, από νωρίς, τη λέξη με αρνητικό τρόπο. Κανονικά, και για να είμαστε πιο δίκαιοι, θα έπρεπε να παραθέτουμε και τα μεν και τα δε παραδείγματα και ν’ αφήνουμε τα συμπεράσματα – τελικά δεν υπάρχουν συμπεράσματα, αλλά μόνο άνθρωποι – να πλανιούνται στον αέρα.

Παραθέτω μια μικρή σειρά παραδειγμάτων όπου είναι σαφές το αρνητικό φορτίο που κουβαλάει η λέξη. Τα 1,2,3 και 4, προέρχονται από τρ. του Μάρκου Βαμβακάρη:
  1. “τώρα με αποστρέφονται, με λένε αλανιάρη “ , τι θέλω τέτοια μιά ζωή, ο Χάρος ας με πάρει “
  2. “κι αν είμ’ αλάνης φουκαράς δε φταίω, σας το λέω “ (και τα δύο, από το τρ. «Μπουζούκι μου διπλόχορδο» (1937)(Σπ. Περιστέρη)
  3. ”Είμαι αλανιάρης στους δρόμους και γυρίζω κι απ’ την πολλή μαστούρα μου κανέναν δε γνωρίζω ” («Αλανιάρης» (1934) Μ. Βαμβακάρη)
  4. “Λούστρος κι αν εγίνηκες, αλήτης κι αλανιάρης, πρέπει να το καλοσκεφτείς, εμέ δεν έχεις πάρει “ (« Ο Μάρκος πολυτεχνίτης» (1937)(Σπ. Περιστέρη) Μ. Βαμβακάρης)
  5. ”Χρόνια μες την Τρούμπα μαγκίτης κι αλανιάρης, φρόντισε να μάθεις κι ύστερα να με πάρεις ” (« Χρόνια στον Πειραία» (1946) Μ. Βαμβακάρης
    Σημείωση: Το παράδειγμα 5 μπορεί να εκληφθεί και με άλλο τρόπο, σαν «εύσημο». Κατά την προσωπική μου άποψη, είναι «τραβηγμένο απ’ τα μαλλιά» το να υποστηρίζεται κάτι τέτοιο, αλλά για περισσότερη ανάλυση για το συγκεκριμένο, βλ.λ. Τρούμπα.
  6. ”Αχ, έγιν’ αλανιάρης, αχ, κακούργος και γκρινιάρης ” («’Εγινα αλανιάρης», Δημ. Ατραϊδη)
  7. ”μ’ έκανε και αλανιάρη , χασικλή και κουρελιάρη ” (παραλλαγή, “μπουρδελιάρη” )
  8. ”μπροστά με λέγαν έξυπνο και πίσω αλανιάρη” («Ξεμάγκας» ή Βαρέθηκα τον αργιλέ, Βαγγ. Παπάζογλου)
  9. ”Βρε αλανιάρηδες , για κάντε μου τη χάρη κι απ’ το μαγαζί να πάρετε ποδάρι ”
  10. αλάνι με φωνάζουνε και με κατηγορούνε, η μάνα και τ’ αδέρφια μου δε θέλουν να με δούνε “
  11. αλάνι πως κατάντησα το πως, κανείς δεν ξέρει “ (δυό παραδείγματα από τους στίχους του τρ. «Το αλανάκι» (1940) (Δ. Γκόγκου.Μπαγιαντέρα)
  12. “μα ’συ μου λες πως δε με θες γιατ’ είμαι αλανιάρης και μου χτυπάς κατάμουτρα (βλ.λ.) πως πλούσιο θα πάρεις “ («Κάθε βραδάκι τραγουδώ» , με τον Σ. Παγιουμτζή και Κ. Ρούκουνα)
  13. “μπορεί να είμαι λίγο αλάνης, μ’ αξίζω τάληρα πολλά “ («Καπριτσιόζα» Γ. Μητσάκη με τη Γεωργακοπούλου)
  14. ”θυμάσαι όταν γύριζες στους δρόμους αλανιάρα, γιά σένανε δεν έδινε κανένας μια δεκάρα ” («Εσύ μ’ αυτά τα πείσματα» - (Κ. Καρίπη) στίχοι Γ. Πετροπουλέα,
    To 14 είναι από τα ελάχιστα παραδείγματα όπου το ουσ., στο θηλυκό του γένος, χρησιμοποιείται καθαρά αρνητικά.
  15. Ο Μάρκος Βαμβακάρης, όταν στόλισε τον εαυτό του με λεβέντικες ιδιότητες στο χασάπικο « Ο Μάρκος κάνει σαρμάκο» (1936), διάλεξε τα ουσ. «σεβνταλής», «ντερβίσης», «ντερμπεντέρης». Το ότι το ουσ. «αλανιάρης» δεν ταίριαζε στο μέτρο, αν ήθελε να το χρησιμοποιήσει, δεν αποτελεί εξήγηση
  16. Τέλος, σε ένα υπέροχο ερωτικό τρ. του Μανώλη Χιώτη (πριν περάσει σε άλλα τοπία), το «Είσαι φίνος χαρακτήρας», φαίνεται καθαρά η υποτίμηση και ο κατατρεγμός και της πιάτσας, απέναντι στους «αλανιάρηδες».
    Σημείωση:
    Η ελληνική κοινωνία έκανε πάντα απεγνωσμένο αγώνα γιά να είναι «αξιοπρεπής» και να δείξει, μεταξύ άλλων, ότι δεν είχε σχέση με το «μίζερο» κόσμο του ρεμπέτικου. Τώρα που το «κατάφερε», τη διασκεδάζουν τα κανάλια (ας μην αναφέρω πιά...) με «ρεμπέτικα», με μακριά φορέματα και ανθρώπους που έχουν καταπιεί προβολείς...


Ετικέτες άρθρων

Στατιστικά

Αυτή τη στιγμή, διαβάζουν 60 αναγνώστες την κλίκα