Η "χαρτογράφηση" μιας άγνωστης (;) χώρας...

Όταν σκύβει κανείς πάνω στο παραδοσιακό τραγούδι, ανακαλύπτει έκπληκτος ένα τεράστιο θησαυρό από στίχους και μελωδίες, μια ολόκληρη κυριολεκτικά «χώρα», κάτοικοι της οποίας ήταν όλες οι πτυχές της ζωής εκατομμυρίων ανθρώπων εκφρασμένες μελωδικά. Όλα αυτά τα τραγούδια μεταδίδονταν με τον πιο «φυσικό τρόπο», από στόμα σε στόμα κι από γενιά σε γενιά. Άλλα άντεχαν στο χρόνο κι άλλα χάθηκαν, όπως συνέβαινε τότε. Μέχρι που ορισμένες ιστορικές και κοινωνικές αναγκαιότητες «υποχρέωσαν στην καταγραφή αυτού του θησαυρού, στη «χαρτογράφηση» δηλαδή μιας άγνωστης (;) χώρας, της οποίας κάτοικοι είμαστε κι εμείς.

Θα χρειαστεί να γυρίσουμε πολύ πίσω στον χρόνο και συγκεκριμένα στην περίοδο 1770-1830. Είναι μια κρίσιμη περίοδος διότι στη διάρκειά της συνέβησαν τεράστιες αλλαγές στον ευρωπαϊκό χώρο, αλλαγές καθοριστικές για τις μετέπειτα εξελίξεις. Ένα πρώτο στοιχείο είναι ότι στα χρόνια αυτά αμφισβητείται η παντοδυναμία του Διαφωτισμού και αναδεικνύονται ρεύματα που τον αντιστρατεύονται όπως ο Ρομαντισμός. Τα χρόνια αυτά θα έχουμε παλινόρθωση της αντίδρασης στην Ευρώπη σε πολιτικό επίπεδο, όμως η ορμή και το νόημα του «ορθού λόγου» θα περάσει στις σφαίρες της οικονομίας, της τεχνολογίας, της εκπαίδευσης. Είναι η εποχή του ελεύθερου ανταγωνισμού, είναι η εποχή που η αστική τάξη βίαια καταλύει όλο το παλιό οικοδόμημα και όλο το παλιό σύστημα της ιεραρχίας. Ο καθένας πλέον, το κάθε άτομο, δοκιμάζει την προσωπική του τύχη. Ανοίγει έτσι ο δρόμος του υποκειμενισμού και της ατομικότητας. Την εποχή αυτή θα γεννηθεί και ένα άλλο σπουδαιότατο φαινόμενο και αυτό δεν είναι παρά η γέννηση της εθνικής συνείδησης. Σχηματικά: Ενώ παλαιότερα ο συνεκτικός κρίκος ανάμεσα στα πλήθη των ανθρώπων ήταν ότι αυτοί ήταν υπήκοοι ενός ηγεμόνα, τώρα, κάτω από τις οικονομικές και πολιτικές εξελίξεις έχει δημιουργηθεί ένα διαφορετικό σύνολο ανθρώπων, ομοιογενές και ισότιμο: οι πολίτες. Μιλάμε πάντα για τους αστούς, διότι οι αγροτικοί πληθυσμοί είναι αμφίβολο αν είχαν ξεπεράσει τα στενά τοπικά όρια. Οι αστοί λοιπόν έπρεπε να βρουν τους δεσμούς που τους ενώνουν και να τους συγκροτήσουν σε ιδεολογικό σύστημα. Αυτό το σχηματικό πλαίσιο δεν ήταν καθόλου εύκολο στην πράξη, καθώς από κοινωνία σε κοινωνία διέφερε. Για παράδειγμα στη Γαλλία ήταν θέμα συσχετισμού πολιτικών δυνάμεων. Έτσι οι οπαδοί του έθνους ήταν και οπαδοί της Δημοκρατίας.

Στη Γερμανία, όπου το παλιό καθεστώς δεν είχε αφήσει ενιαίο κράτος, το ερώτημα «ποιοι είναι το γερμανικό έθνος;» είχε μεγάλη σημασία. Σε αυτή την περίπτωση έπρεπε να βρεθούν οι όροι που αποτελούν τα στοιχεία του έθνους. Στη Γερμανία θα γεννηθούν οι αντιλήψεις που θα αντιταχθούν στην παγκόσμια τάση του Διαφωτισμού και θα επισημάνουν τις εθνικές ιδιομορφίες. Είναι η εποχή που γεννιέται ο Ρομαντισμός, ο οποίος δεν είναι σύστημα, αλλά στάση και νοοτροπία. Είναι η εποχή που έχουν μπει σε εφαρμογή τα οράματα του Διαφωτισμού και τα αποτελέσματα δεν είναι ευνοϊκά για όλους. Η γενική παραγωγικότητα αυξάνεται, όμως αυξάνεται παράλληλα και ο αριθμός των δυστυχισμένων. Ο ελεύθερος ανταγωνισμός των αστών είναι βίαιος, ο άνθρωπος είναι αποκομμένος και μόνος σε έναν άγριο κόσμο. Παράλληλα έχει ατονήσει και η παλιά παρηγοριά του Θεού, αυτή είναι η έννοια του «όπιου του λαού», η θρησκεία που «απάλυνε» τη δυστυχία με την υπόσχεση μιας καλύτερης ζωής σε ένα διαφορετικό από το μάταιο τούτο κόσμο. Το μόνο υποκατάστατο ήταν η λογοτεχνία και αυτή στάθηκε το καταφύγιο του μοναχικού ανθρώπου. Πόσες αλήθειες κρύβει πραγματικά η γλώσσα; Ακόμα και σήμερα, χρόνια αφότου έχει κοπάσει το φιλολογικό ρεύμα του Ρομαντισμού, ο ρομαντικός δεν είναι ο οραματιστής, που δεν προσαρμόζεται εύκολα στους άγριους καιρούς μας;

Η γέννηση του λαογραφικού ενδιαφέροντος πραγματοποιήθηκε στα πλαίσια του γερμανικού ρομαντισμού. Για ιστορικούς λόγους η γερμανική σκέψη στράφηκε εναντίον του Διαφωτισμού και του ορθού λόγου γενικότερα. Όλα αυτά που ξεκίνησαν με την Αναγέννηση και τη Μεταρρύθμιση, βρήκαν τη Γερμανία σπαραγμένη. Δίπλα σε αυτά προστέθηκε αργότερα και η Γαλλική Επανάσταση, που ενώ αρχικά είχε γίνει αποδεκτή, οι Ναπολεόντειοι Πόλεμοι έφεραν το αντίθετο αποτέλεσμα. Από την άλλη ο Διαφωτισμός ήταν το κύριο όπλο της Αγγλίας και της Γαλλίας, των θανάσιμων δηλαδή εχθρών της. Όμως όλη αυτή η αντίθεση κάπου έπρεπε να στηριχθεί. Οι αναζητήσεις στράφηκαν σε οτιδήποτε ήταν αντίθετο στον ορθό λόγο. Μελέτες επί μελετών πραγματοποιήθηκαν για την αρχαϊκή αλήθεια, για την αρχαϊκή γλώσσα και τελικά επινοήθηκε η μελέτη των λαών για να αποδειχθεί -αρχικά- η ενότητα και η υπεροχή του γερμανικού λαού. Κάτω από την επίδραση λοιπόν του Ρομαντισμού, η συνδεόμενη με αυτόν στο διάστημα 1770-1830, η ευρωπαϊκή παιδεία κατακερματίζεται σε εθνικά σύνολα και ο κάθε συγγραφέας νιώθει, χωρίς να υψώνονται βεβαίως διαχωριστικά τείχη, ότι απευθύνεται πρωτίστως στους συμπατριώτες του. Παράλληλα, είναι η εποχή της δημιουργίας κρατικών μηχανισμών με εθνική υπόσταση και αυτό έγινε με εξεγέρσεις, επαναστάσεις και πολέμους, όχι τόσο γιατί δεν ήταν ξεκάθαρα τα εθνικά όρια, όσο γιατί μέσα από αυτό πέρασαν όλες οι αντιφάσεις της κεφαλαιοκρατικής κοινωνίας.

Το 1774 εκδόθηκε στη Γερμανία μια δίτομη ανθολογία με τίτλο «Παλαιά Λαϊκά Τραγούδια». Και μόνο ο τίτλος ήταν πράγμα πρωτόγνωρο. Το περιεχόμενο της ανθολογίας ήταν διαφορετικό από αυτό που εννοούμε σήμερα με τον όρο αυτό. Περιείχε αρχαία ελληνική ποίηση, Σαίξπηρ, Γκαίτε, μαζί με τραγούδια από την προφορική παράδοση, παλιά χειρόγραφα κλπ. Το καινούργιο που έφερνε η αντίληψη του Χέρντερ, που ήταν ο εκδότης, ήταν ότι αυτά δεν εξέφραζαν μόνο το δημιουργό τους αλλά όλο το λαό, γιατί τραγουδήθηκαν ή τραγουδιόνταν. Παραπέρα: η αρετή της ποίησης έγκειται στο τραγούδισμά της. Άρα το απλό τραγουδάκι που ακούγεται με το αυτί της ψυχής, εγκλείει περισσότερη αξία από το περίτεχνο δημιούργημα, καθώς δε βρίσκεται στα ράφια και τις παλιοφυλλάδες αλλά στο αυτί και την καρδιά τραγουδιστών και ακροατών που ζούσαν. Ο Χέρντερ προσπάθησε να δωρίσει στη γερμανική διανόηση την πηγαία, λαϊκή έκφραση. Φυσικά ο έμμεσος σκοπός ήταν η ανάδειξη των αξιών του γερμανικού έθνους, προσπάθησε να ενώσει τον πολιτισμό με τις πολιτικές ανάγκες. Αυτή η ένωση γέννησε τη λαογραφία, αρχικά ως ενδιαφέρον που αργότερα εξελίχθηκε σε επιστήμη. Ταυτόχρονα γεννιέται και η αρκετά ασαφής έννοια «λαός», η οποία και πάλι θα αποκτήσει περιεχόμενο ανάλογα με τις ιδιομορφίες, σε χώρες χωρίς εθνικά προβλήματα θα αποκτήσει ταξικό περιεχόμενο, σε άλλες χώρες θα συνδεθεί με τη λύση του εθνικού προβλήματος. Βεβαίως η αστική τάξη δεν αποδεχόταν ολόκληρο το σύστημα των αξιών που είχαν τα αγροτικά στρώματα, αλλά μονάχα ό,τι έκρινε σκόπιμο να ενσωματώσει στον πολιτισμό της. Ό,τι απέρριπτε ήταν ξεπεσμένο και διεφθαρμένο. Η γέννηση λοιπόν του λαογραφικού ενδιαφέροντος ενσωμάτωσε τα λαϊκά τραγούδια στη λόγια συνείδηση. Για να συμπεριληφθούν και τα ελληνικά δημοτικά τραγούδια θα έπρεπε οι Νεοέλληνες να βρίσκονται στο οπτικό πεδίο της Ευρώπης.

Η ύπαρξή μας ως λαού δεν έπαψε να είναι γνωστή ποτέ. Οι Ευρωπαίοι είχαν σχέση με την Ανατολή, περνούσαν ως περιηγητές, ενώ και οι Έλληνες πήγαιναν στην Ευρώπη, ως λόγιοι ή έμποροι. Το 18ο αιώνα οι σχέσεις άλλαξαν ποιοτικά, πρώτα-πρώτα με την μετατόπιση του εμπορικού άξονα Ευρώπης-Ανατολής βόρεια και με αποτέλεσμα τα ελληνικά λιμάνια να βρεθούν στους δρόμους του εμπορίου αυτού. Παράλληλα η δημιουργία εθνικών συνειδήσεων έχει ως αποτέλεσμα να πάψει ο χωρισμός του κόσμου σε «πιστούς» και «άπιστους». Για την καθολική Ευρώπη παύουμε να είμαστε οι «σχισματικοί» της Εκκλησίας και γινόμαστε απόγονοι των Αρχαίων Ελλήνων. Οι ελληνικές παροικίες πληθαίνουν στην Ευρώπη και οι Έλληνες έχουν πλέον ταυτότητα. Έχουν δική τους γλώσσα, δικό τους όνομα και δική τους πατρίδα. Έχουν και κάτι σημαντικότερο: προγόνους. Από τα μέσα του 18ου αιώνα και μετά οι περιηγητές και οι μελετητές συνδέουν τους αρχαίους με τους νεότερους Έλληνες. Ένα ορόσημο όλης αυτής της πορείας είναι η 6η Δεκεμβρίου 1800: Τη μέρα αυτή άρχισε να διδάσκεται το μάθημα της νέας ελληνικής γλώσσας στο Παρίσι, στη Σχολή Ανατολικών Γλωσσών, γεγονός που συνέβαινε πρώτη φορά στην Ευρώπη από δημόσιο ίδρυμα.

Ετικέτες άρθρων

Στατιστικά

Αυτή τη στιγμή, διαβάζουν 60 αναγνώστες την κλίκα