Κώστας Παπαδόπουλος: ο Παγκανίνι του μπουζουκιού


Προδημοσίευση από το βιβλίο του Νέαρχου Γεωργιάδη και της Τάνιας Ραχματούλινα: «Κώστας  Παπαδόπουλος - ο Παγκανίνι του μπουζουκιού», που θα κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή»

Η ζωή και η σταδιοδρομία του Κώστα Παπαδόπουλου είναι χαρακτηριστικοί δείκτες των ιστορικών, κοινωνικών και οικονομικών γεγονότων της εποχής του: Μικρασιατικός Ελληνισμός, Μικρασιατική Καταστροφή, προσφυγικές συνοικίες, Κατοχή, Δεκεμβριανά, Εμφύλιος, μετεμφυλιακή περίοδος, διεύρυνση και άνοδος των μεσαίων στρωμάτων, «Ανένδοτος αγών», δικτατορία, μεταδικτατορική εποχή...

Η καταγωγή των γονιών, των θείων του και γενικά των προγόνων του, από τη Μικρά Ασία, η κουλτούρα που κουβαλούσαν μαζί τους μάς παραπέμπουν στο δυναμισμό και στον πολιτισμό της μικρασιατικής ρωμιοσύνης, στη συμβολή αυτών των ανθρώπων στην κατοπινή ανάπτυξη της Ελλάδας, του πολιτισμού γενικά, και του Λαϊκού Τραγουδιού των πόλεων ειδικότερα. Ο θείος του, Γιάννης Γιάκαλος, και αργότερα ο ίδιος ο Κώστας Παπαδόπουλος, παίζανε ταξίμια συνοδεύοντας τον Στελλάκη Περπινιάδη στους αμανέδες του και στα άλλα τραγούδια μικρασιάτικου χρώματος και κλίματος. Το ταξίμι είναι η οργανική εκδοχή μικρασιάτικου αμανέ. Κι ο Κώστας Παπαδόπουλος είναι ξακουστός για τα ταξίμια του. Εκτός από αυτά, διάφορα οργανικά κομμάτια της Μικράς Ασίας, αλλά και τραγούδια του Τούντα, του Βαγγέλη Παπάζογλου, του Γιοβάν Τσαούς κατέχουν ξεχωριστή θέση στην ορχηστρική δισκογραφία του δεξιοτέχνη μας. Αυτά είναι τα ισχυρά αποτυπώματα της μικρασιατικής μουσικής κουλτούρας πάνω στην τέχνη του Κώστα Παπαδόπουλου. Ισχυρές βάσεις και αφετηρία. 

Η Κοκκινιά, όπου γεννήθηκε και μεγάλωσε ο Κώστας Παπαδόπουλος, είναι αντιπροσωπευτική των συνοικισμών που κτίστηκαν από Έλληνες και Αρμένιους πρόσφυγες όλων των περιοχών της Μικράς Ασίας στην περιφέρεια των ελληνικών πόλεων. Δεν είναι τυχαίο που αυτές οι συνοικίες έγιναν η μήτρα πολλών συνθετών, τραγουδιστών και δεξιοτεχνών του Λαϊκού Τραγουδιού, αφού αυτό εκφράζει τη ζωή και τα καλλιτεχνικά γούστα των χαμηλότερων κοινωνικών στρωμάτων, άρα και της μεγάλης μάζας των προσφύγων. Στην Κοκκινιά κατοικούσε ο Συριανός Μάρκος Βαμβακάρης, η παρέμβαση του οποίου επέβαλε οριστικά το μπουζούκι σαν το βασικό όργανο της ελληνικής δισκογραφίας. Η Κοκκινιά γέννησε και ανέδειξε πληθώρα επωνύμων και ανωνύμων παικτών του οργάνου αυτού. Ανάμεσά τους οι συγγενείς του Μάρκου Βαμβακάρη Αργύρης, Στέλιος, Δομένικος και Γιάννης Παλαιολόγος. Επίσης οι θείοι του Κώστα Παπαδόπουλου, Γιάννης και Ανδρέας Γιάκαλος, ο ίδιος ο Κώστας Παπαδόπουλος και ο Λάκης Καρνέζης. Ακόμα, ο Ιορδάνης Τσομίδης και άλλοι πολλοί. Η σύνδεση του Λαϊκού Τραγουδιού και του μπουζουκιού με τα προσφυγικά και τα άλλα χαμηλά κοινωνικά στρώματα είναι στενή και προφανής.

Η ένταξη των γονιών του στο εργαζόμενο προλεταριάτο (ο πατέρας οικοδόμος και η μάνα του βιομηχανική εργάτρια) αντανακλά τη διεύρυνση της εργατικής τάξης, επειδή η μεγάλη προσφορά φθηνών εργατικών χεριών, μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, παρακίνησε το ελληνικό κεφάλαιο να επενδύσει στη βιομηχανία. Τα Δεκεμβριανά του 1944, πρωθυπουργεύοντος του Γεωργίου Παπανδρέου, κάτω από την επικυριαρχία των Άγγλων, σφράγισαν τη μοίρα και την καλλιτεχνική καριέρα του Κώστα Παπαδόπουλου. Παρακρατικοί δολοφόνησαν τη μητέρα του μπροστά στα μάτια του και το συγκλονιστικό αυτό γεγονός άφησε βαθιά τα σημάδια στον ψυχισμό και στο παίξιμό του, όπως μαρτυρεί και ο ίδιος.

Το Λαϊκό Τραγούδι, όπως είπαμε, εξέφραζε τα χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα (εργατική τάξη, λούμπεν, ακόμα και μικροαστούς). Τα μεσαία και τα ανώτερα στρώματα, μέχρι και τη δεκαετία του ’50, εκφράζονταν από τα ανόητα επιθεωρησιακά τραγούδια, τις οπερέτες, τις ελαφρές καθαρευουσιάνικες καντάδες και τα ελαφρά τραγούδια που μιμούνταν τους ευρωπαϊκούς ρυθμούς βαλς, ταγκό, φοξ-τροτ κλπ. Στη δεκαετία του ’50 το Ελαφρό Τραγούδι οικειοποιήθηκε με έναν τρόπο αδέξιο, στοιχεία του Λαϊκού Τραγουδιού, όπως το μπουζούκι, τους λαϊκούς ρυθμούς ζεϊμπέκικο, χασάπικο, τσιφτετέλι και πολλές μάγκικες εκφράσεις κατά έναν τρόπο υπερβολικό, κραυγαλέο και χοντροκομμένο. Χαρακτηριστικοί συνθέτες αυτού του είδους, που ονομάστηκε «Αρχοντορεμπέτικο», ήταν ο Σουγιούλ, ο Μουζάκης και εν μέρει και ο Χατζιδάκις. Στη συνέχεια, ανταποκρινόμενος στις απαιτήσεις των μεσαίων και μεγαλοαστικών στρωμάτων, ο Χατζιδάκις προχώρησε σε μιαν εκλέπτυνση των στίχων και των θεμάτων, εξακολουθώντας να δανείζεται στοιχεία του Λαϊκού Τραγουδιού... Ώσπου τέλος ο Τάκης Λαμπρόπουλος, που πρόσφατα είχε αναλάβει τη διεύθυνση των δίδυμων εταιρειών Κολούμπια - Χις Μάστερς Βόις, αποφάσισε να καθιερώσει ένα νέο είδος, βασισμένο στη λόγια ποίηση και στο στοιχείο του μπουζουκιού και των λαϊκών τραγουδιστών. Πρωτομάστορες αυτού του είδους κλήθηκαν να γίνουν ο Χατζιδάκις και ο Θεοδωράκης.

Η διεύρυνση και άνοδος των μικρομεσαίων στρωμάτων στις πόλεις, γύρω στα 1960, με την αστυφιλία, το μεταναστευτικό συνάλλαγμα,  τον τουρισμό και άλλες αιτίες δημιουργούσαν μια μεγαλύτερη αγοραστική δύναμη των στρωμάτων αυτών , και συνεπώς δυνατότητες για μεγαλύτερες πωλήσεις δίσκων. Ο Τάκης Λαμπρόπουλος διέγνωσε αυτή την εμπορική και οικονομική πραγματικότητα και σκέφτηκε να εισαγάγει στην Ελλάδα, κατά τρόπο συστηματικό, τους δίσκους μακράς διαρκείας (LP), κι έτσι, αντί να πουλάει τα τραγούδια δυο-δυο, να τα πουλάει 12-12. Για να στηριχτούν καλύτερα οι δίσκοι μακράς διαρκείας, σκέφτηκε να καθιερώσει κύκλους τραγουδιών που θα αντλούσαν έτοιμους στίχους από τους λόγιους ποιητές, όπως ο Σεφέρης κι ο Ελύτης, που προαλείφονταν για το Βραβείο Νόμπελ ή το είχαν ήδη πάρει. Με κύριο όργανο τον Θεοδωράκη, έβαλε το σχέδιό του σε εφαρμογή και επέβαλε ένα νέο είδος, το λεγόμενο «Έντεχνο» (που όμως αργότερα αποδείχτηκε βραχύβιο). Παράλληλα, παραμέρισε το Λαϊκό Τραγούδι, «χαμηλώνοντάς του το φιτίλι», κατά την έκφραση των λαϊκών συνθετών. Η μεσαία κι η ανώτερη τάξη κολακεύονταν να ακούνε και να τραγουδούν αυτούς τους λόγιους ποιητές με τα βραβεία Νόμπελ  και μουσικούς με ακαδημαϊκή μόρφωση, που είχαν αποφοιτήσει από τα ωδεία.

Σε αυτή τη διαδικασία οι Λαμπρόπουλος- Θεοδωράκης χρησιμοποίησαν στοιχεία του Λαϊκού Τραγουδιού σαν πρώτες ύλες. Χιώτης, Πετσάς, Παπαδόπουλος, Καρνέζης, Καζαντζίδης, Μαρινέλλα, Μαίρη Λίντα, Μπιθικώτσης κλήθηκαν να χρησιμοποιηθούν ως βασικά στοιχεία του νέου είδους, στη συνέχεια οι Χιώτης - Λίντα και Καζαντζίδης - Μαρινέλλα, αφού έδωσαν μια πρώτη ώθηση στον Θεοδωράκη, προτίμησαν, ως πιο αναγνωρισμένοι, να συνεχίσουν τη δική τους αυτοτελή και ανεξάρτητη πορεία. Ενώ οι Μπιθικώτσης, Παπαδόπουλος, Καρνέζης επέλεξαν να γίνουν δομικά στοιχεία της μουσικής του Θεοδωράκη. Να, λοιπόν, που η κοινωνική κινητικότητα συνοδεύτηκε και από μιαν... ασματική κινητικότητα και μετακίνηση. Η άνοδος και διεύρυνση των μεσαίων στρωμάτων συνοδεύτηκε και από μιαν αναβάθμιση του πρώην Ελαφρού Τραγουδιού, το οποίο τώρα εμπλουτισμένο και με τίτλους ευγενείας βαφτίστηκε «‘Εντεχνο». Το Λαϊκό Τραγούδι παρέμεινε έμβλημα της εργατικής τάξης, ενώ το «Έντεχνο» έγινε το έμβλημα των ανερχόμενων οικονομικά και μορφωτικά νέων κοινωνικών στρωμάτων...


Ετικέτες άρθρων

Στατιστικά

Αυτή τη στιγμή, διαβάζουν 60 αναγνώστες την κλίκα