Άρθρα
Η κιθάρα στο αστικό λαϊκό τραγούδι
Η κιθάρα στο αστικό λαϊκό τραγούδι
Παρόλο που η κιθάρα έχει αρχαία ελληνική καταγωγή, με τα χρόνια λησμονήθηκε στην Ελλάδα για να επανεισαχθεί στο στερέωμα της σύγχρονης ελληνικής μουσικής από τη Δύση. Ήδη από το Μεσαίωνα ήταν γνωστές διάφορες παραλλαγές του οργάνου στην Κεντρική Ευρώπη και την Ιβηρική χερσόνησο, έχοντας συνοδευτικό ρόλο στις εκεί ορχήστρες μέχρι περίπου το 17ο αιώνα. Η προσθήκη της πέμπτης χορδής και οι άλλες τεχνικές τροποποιήσεις-εξελίξεις που έγιναν στο όργανο τότε, διεύρυναν τις δυνατότητές του, επιτρέποντας τόσο τη δημιουργία έργων για κιθάρα όσο και τη μεταγραφή - επανεκτέλεση των ήδη υπαρχόντων για λαούτο, το οποίο ήταν πολύ διαδομένο όργανο στη Μεσαιωνική Ευρώπη με πολύ μεγάλο πλήθος συνθέσεων γι’ αυτό.

Ο Ζαχαρίας Κασιμάτης (πάνω δεξιά με την κιθάρα) υπήρξε γνωστός λαϊκός δημιουργός, εξαίρετος τραγουδιστής, αλλά και καλός κιθαρίστας. Κράτησε δε το ρόλο του κιθαρίστα σε «δύσκολες» κομπανίες, όπως αυτή της φωτογραφίας. Τα περισσότερα (και γνωστά) μπουζούκια σε ένα πάλκο, στο μαγαζί του Καλαματιανού.
Ήδη στις πρώτες ακουστικές ηχογραφήσεις της Orfeon είναι ευδιάκριτη η κιθάρα που συνήθως συνοδεύει τις φωνές, πλην όμως δεν έχουμε μέχρι τώρα στοιχεία για τους μουσικούς που συμμετέχουν στις πρώιμες αυτές ηχογραφήσεις. Ο πρώτος κιθαρίστας στη δισκογραφία για τον οποίο υπάρχουν στοιχεία είναι ο Σωτήρης Χλιμίντζας, ο οποίος, μολονότι τραγουδιστής του μελοδράματος, συνοδεύει με την κιθάρα του στην πρώτη συστηματική σειρά ηχογραφήσεων που έκανε το 1922 η His Masters Voice στην Ελλάδα και εκτύπωσε στη Μεγάλη Βρετανία. Στη σειρά αυτή με την μπλε ετικέτα περιλαμβάνονται ελαφρά τραγούδια, λυρικά αποσπάσματα, δημοτικά και δημώδη, αλλά και αμιγώς λαϊκά τραγούδια, πράγμα που υποδηλώνει σαφώς την ικανότητα του συγκεκριμένου καλλιτέχνη, αλλά και τους ανοικτούς μουσικούς του ορίζοντες. Τον Χλιμίντζα διαδέχτηκε μετά το 1926 ο Ιωάννης Ντάβος, ο πρώτος σπουδαίος κιθαρίστας του μεσοπολέμου, γνωστός κυρίως για τη συμμετοχή του στις ορχήστρες του Τούντα, αλλά και του Βιτάλη και του Χατζηαποστόλου. Λίγο αργότερα εμφανίστηκαν στη δισκογραφία ο Καρίπης, ο Σκαρβέλης και οι άλλοι κιθαρίστες του σμυρνέικου τραγουδιού, οι άνθρωποι δηλαδή που κατέστησαν απαραίτητη την παρουσία του κιθαρίστα στις λαϊκές ηχογραφήσεις.
Σε όλες τις περιόδους του αστικού λαϊκού τραγουδιού η κιθάρα είχε κυρίως συνοδευτικό ρόλο στη λαϊκή ορχήστρα. Αυτό συνέβη κυρίως επειδή τα χαρακτηριστικά και κύρια όργανα ήσαν άλλα (βιολί, σαντούρι, μαντολίνο, μπουζούκι) κατά τις διάφορες φάσεις της εξέλιξής της, ενώ έτυχε οι δεξιοτέχνες σ’ αυτά να είναι πραγματικά πολύ σημαντικοί μουσικοί. Ενδεικτικά και μόνο, στο βιολί υπήρχαν οι Σέμσης (Σαλονικιός) και Δραγάτσης (Ογδοντάκης), στο σαντούρι ο Λορέντζος και ο Τζόβενος, στο μαντολίνο ο Τούντας και ο Περιστέρης, στο μπουζούκι δεκάδες… Μοιραία ο χώρος που έμεινε για την ανάδειξη των κιθαριστών που περιορίστηκαν στο ρόλο του συνοδού ήταν περιορισμένος και μουσικοί όπως ο Κώστας Καρίπης, ο Γιώργος Κωνσταντινίδης (Μακαρόνας), ο Στεφανάκης Σπιτάμπελος ή ο Ζαχαρίας Κασιμάτης ήταν και είναι ελάχιστα γνωστοί, παρόλο το πάρα πολύ υψηλό μουσικό τους επίπεδο. Έτσι πολλοί από αυτούς ήταν παράλληλα και τραγουδιστές, βελτιώνοντας με αυτόν τον τρόπο το επίπεδο βιοπορισμού και δημοτικότητας που είχαν ως κιθαρίστες. Ενδιαφέρον είναι πως οι περισσότεροι καταρτισμένοι μουσικοί, που ενεπλάκησαν από νωρίς στην υπόθεση του αστικού λαϊκού τραγουδιού, ήταν εξαιρετικοί κιθαρίστες συνοδείας και όχι μόνο (Σκαρβέλης, Παπάζογλου, Περιστέρης κ.ά.), ενώ και πολύ σπουδαίοι μπουζουξήδες της μεταπολεμικής περιόδου ήταν εξίσου σημαντικοί κιθαρίστες (Χιώτης, Μπέμπης, Σταματίου κ.ά.). Όλοι οι παραπάνω χαρακτηρίζονται από ιδιαίτερο ηχόχρωμα και τρόπο παιξίματος, διαφορετικό ο καθένας, μεταφέροντας τα ζητήματα τεχνικής του οργάνου σε δυσθεώρητα ύψη. Μερικές κορυφαίες στιγμές τους: ο Χιώτης παίζει κιθάρα το 1946 στο «Μινόρε του Τσιτσάνη» με μπουζούκι τον συνθέτη, ο Μπέμπης με το Χιώτη στο «Βουνό» του τελευταίου, ο Σταματίου (Σπόρος) δίπλα στο Χιώτη στο «Σε λίγα δευτερόλεπτα».

Ο μαέστρος Στέλιος Χρυσίνης στην ταβέρνα με τους φίλους του. Ένας από τους δυο-τρεις καλύτερους κιθαρίστες της ελληνικής δισκογραφίας, κατά πολλούς ο κορυφαίος.
Τα τελευταία χρόνια η λαϊκή κιθάρα έγινε ηλεκτρική τόσο στις πίστες όσο και στα πανηγύρια και περιορίστηκε στη ρυθμική συνοδεία μάλλον αδιάφορων ακουσμάτων. Έτσι ακροατές και μουσικοί όλο και πιο συχνά ανατρέχουμε στις ηχογραφήσεις του παρελθόντος για να ανιχνεύσουμε ήχους και τεχνικές, αλλά κυρίως ήθος και χρώμα που σήμερα σπανίζει.
Τραγούδι του Μάρκου Βαμβακάρη, γραμμένο στο δρόμο Χιτζαζκάρ. Ηχογραφήθηκε από τον ίδιο το 1933 και κυκλοφόρησε από την Columbia με αριθμό DG-326. Εδώ ουσιαστικά πρόκειται για μια διασκευή για κιθάρα με ανοικτό Σολ κούρδισμα (από κάτω προς τα πάνω D, B, G, D, G, D) και την τεχνική της «τσιμπιτής» κιθάρας.
Του Ιάκωβου Μοντανάρη, τραγουδισμένο από το Γιώργο Κάβουρα το 1935. Κυκλοφόρησε από την Parlophone με αριθμό Β-21838.
Οργανικό του Σπύρου Περιστέρη, στο οποίο πλέκει ωραία του δρόμους Νικρίζ, Χουζάμ και Καρσιγάρ. Κυκλοφόρησε το 1936 από την Odeon με αριθμό GA 7020.
Άλλα άρθρα με ίδιες ετικέτες:
- Η πρακτική προσέγγιση του Σαμπάχ
- Ο Μάρκος Σανούδος ήταν σκέτη λέρα
- Δρόμος Χιτζάζ
- CD: «Νίκος & Kάρολος Μιλάνος: Η ιστορία του λαϊκού τραγουδιού στο Βόλο»
- Μουσικά δείγματα
- Τα αγαπημένα εβδομηνταοχτάρια (Μέρος Τρίτο)
- Τα κουρδίσματα (ντουζένια) του τρίχορδου μπουζουκιού
- Σύντομο σημείωμα για τον Νίκο Βραχνά
- Ο Δρόμος Ραστ
- O δρόμος Χιτζασκιάρ στο μπουζούκι