Αναφορά στον ταμπουρά

Πρόσφατα μάθαμε μέσω του «Ρεμπέτικου Φόρουμ» ότι ο Νίκος Φρονιμόπουλος, που επιμελήθηκε τον αποδιδόμενο στο στρατηγό Μακρυγιάννη ταμπουρά, έχει γράψει βιβλίο για το λαϊκό αυτό όργανο, το οποίο όμως δεν έχει ακόμα εκδοθεί. Πιστεύω πως είναι υποχρέωση του Υπουργείου Παιδείας να εκδώσει το συγκεκριμένο βιβλίο και να το μοιράσει -τουλάχιστον- στα Μουσικά Σχολεία όλης της χώρας και όχι μόνο. Τέτοια βιβλία είναι πολύτιμα για όλους μας, καθώς μας φέρνουν σε επαφή με το γνήσιο, το λαϊκό, πολιτισμό μας. Ευελπιστώντας ότι σύντομα θα προχωρήσει η έκδοση αυτή, επιχειρώ μια σύντομη αναφορά στον ταμπουρά.

Ο ταμπουράς ανήκει στην κατηγορία των χορδόφωνων λαϊκών οργάνων.

Περιγραφή

Ταμπουράς κατασκευασμένος από το Θεόφιλο Μπρα το 1988

Οι κατασκευαστές του ταμπουρά ακολουθούν πάντα την ίδια σειρά: σκάφος, χέρι, καπάκι. Εργάζονται με υπομονή, προσοχή και μεράκι, για να πετύχουν τη στερεότητα, την καλή λειτουργία και την τέλεια ηχητική απόδοση. Για το σκάφος χρησιμοποιούνται ξύλα σκληρά (έβενος, παλισάνδρη, σφεντάμι, μαόνι, καρυδιά κλπ.). Φλαμούρι ή άλλο μαλακό ξύλο για το σκελετό του χεριού και για το καπάκι πεύκο ή έλατο. Το σκάφος γίνεται ή με ντούγες ή είναι σκαφτό. Το χέρι από μονοκόμματο φλαμούρι ή από κομμάτια φλαμουριού και άλλου μαλακού ξύλου συνδέεται στέρεα στο σκάφος, ώστε τα δυο τους να αποτελούν ένα συμπαγές σώμα, για να είναι στέρεο το όργανο και να μη σκεβρώνει. Το καπάκι είναι ίσιο ή λίγο κυρτό, για να είναι πιο ανθεκτικό στην πίεση των χορδών. Αφού κολληθεί, στολίζεται το άνοιγμα, που μπορεί να είναι μπροστά στο καπάκι ή στο δεξιό ή στο πάνω μέρος του σκάφους, με την ενθετική τεχνική γύρω-γύρω από το άνοιγμα με μικρά γεωμετρικά σχήματα.

Στο μακρύ χέρι (ξεπερνάει το μέτρο) κολλάει ο καράβολας και πάνω του ανοίγονται τρύπες για τα κλειδιά, που είναι ξύλινα και «καρφώνονται» σαν σφήνες, αφού αλειφθούν με υλικό κατάλληλο για να μη γλιστράνε και ξεκουρδίζονται. Στην ταστιέρα τοποθετούνται κινητοί δεσμοί, οι μπερντέδες (παλιότερα από έντερο ή μεταξωτή κλωστή, σήμερα από πλαστική ύλη), οι οποίοι μετακινούνται, επιτρέποντας στον παίκτη να αποδίδει διαστήματα -υποδιαιρέσεις- και μικρότερα του ημιτονίου (της δυτικής, συγκερασμένης κλίμακας), τα μόρια ή κόμματα. Η βυζαντινή μουσική θεωρία αναγνωρίζει ότι η κλίμακα υποδιαιρείται σε 72 κόμματα, αλλά επειδή είναι αδύνατο (πρακτικά) να τοποθετηθούν 72 μπερντέδες στο χέρι του οργάνου (ούτε καν στον Γιαϊλί ταμπούρ, που έχει πολύ μακρύ μπράτσο), τοποθετούνται μέχρι 25 ή 30 το πολύ μπερντέδες. Υπάρχουν 3 ομάδες χορδών (ατσάλινες σήμερα, εντέρινες παλιότερα). Σύμφωνα με τον Ανωγειανάκη «τοποθετούνται 2 διπλές, κουρντισμένες κατά πέμπτες ή 3 ή 4, κουρντισμένες κατά τέταρτες και πέμπτες». Η 1η ομάδα χορδών (καντίνι), η πιο πρίμα, μπορεί να είναι τριπλή. Σ’ αυτή παίζεται η μελωδία, ενώ οι άλλες έχουν περισσότερο συνοδευτικό χαρακτήρα.

Πλεονεκτήματα του Ταμπουρά

Ο ταμπουράς συνοδεύει τέλεια την ανθρώπινη φωνή, δε λειτουργεί ανταγωνιστικά σ’ αυτήν, δεν την υπερκαλύπτει, επειδή ο ήχος του δεν είναι δυνατός. Είναι ιδανικό όργανο για κλειστούς χώρους, ενώ, από την άλλη, αποτελεί πρόκληση για τον ηχολήπτη που αναλαμβάνει την ενίσχυση και μετάδοση του ήχου του σε μεγάλο κλειστό ή μεγάλο ανοιχτό χώρο, χωρίς να αλλοιώσει τα χαρακτηριστικά του φυσικού ήχου του. Για να ακουστεί καλά ο ήχος του χρειάζεται ιδιαίτερη γνώση, υπομονή και μεράκι. Είναι ιδανικό όργανο για τους σπουδαστές της Βυζαντινής Μουσικής, ακριβώς γιατί αποδίδει τους διαφορετικούς τρόπους και ήχους αυτής. Επίσης θεωρείται ιδανικό για τη συνοδεία του παραδοσιακού, δημοτικού μας τραγουδιού. Τραγούδια, όπως του Γιοβάν Τσαούς, αποδίδονται καλύτερα ακόμα και σε επανεκτελέσεις με ταμπουρά, όχι με κάποιο άλλο όργανο.

Είδη Ταμπουράδων

Ο γιαϊλί ταμπούρ

Στην oικογένεια των ταμπουράδων ανήκει και το μπουλγαρί, ονομασία του ταμπουρά στην Κρήτη. Ο Ρεθυμνιώτης δημιουργός Στέλιος Φουσταλιεράκης ή Φουσταλιέρης το ανέδειξε ως όργανο μελωδικό και σολιστικό. Στη Μεσσηνία, πάντως, μπουλγαρί ονόμαζε ο παππούς μου τον μπαγλαμά που είχε από το δικό του πατέρα. Την ονομασία αυτή του μπαγλαμά στην περιοχή επιβεβαιώνει ο Φ. Ανωγειανάκης, ενώ στην Ηλεία τον μπαγλαμά τον ονόμαζαν γιογκάρι. Γιογκάρι ή λιογκάρι ονομαζόταν σε άλλες περιοχές της Ελλάδας ο ταμπουράς και είχε 3 χορδές.
  • Κίτελι ή κιντέλι, ένα άλλο είδος ταμπουρά, με 2 χορδές κουρντισμένες σε διάστημα πέμπτης.
  • Το Kαβόντο είχε επίπεδο σκάφος και 3 διπλές χορδές, μήκους 95 εκ. περίπου.
  • Το Τζιβούρι, είχε 2 διπλές χορδές και μια μονή, κουρντισμένες σε διαστήματα πέμπτης.
  • Καραντουζένι λεγόταν ένας μικρός ταμπουράς που έμοιαζε με μπαγλαμά.
  • Ένα άλλο είδος είναι ο Γιαϊλί ταμπούρ: τοξωτός ταμπουράς που παίζεται με δοξάρι. Έχει στρογγυλό μεταλλικό σκάφος που καλύπτεται με μεμβράνη και μακρύ μανίκι, 3 ζεύγη χορδών, μπερντέδες, άρα είναι ιδανικό για απόδοση μικροδιαστημάτων.

Γενικά, η πανδούρα που οι αρχαίοι Έλληνες πήραν από τους άλλους ανατολικούς πολιτισμούς ανάλογα με το σχήμα, τον αριθμό των χορδών και το κούρδισμα εμφανίζεται με τις ονομασίες: μπουζούκι, μπαγλαμάς, σάζι, γιογκάρι, μπουλγαρί στην Ανατολική Μεσόγειο, σιτάρ στην Ινδία, σαξιάν στην Κίνα, σαμισέν στην Ιαπωνία, charrango στη Λατινική Αμερική.


Ετικέτες άρθρων

Στατιστικά

Αυτή τη στιγμή, διαβάζουν 58 αναγνώστες την κλίκα