Από τον Σουρή στον Βαμβακάρη

Πολλοί επίδοξοι μελετητές, επιπόλαια σκεπτόμενοι, πιστεύουν ότι οι λαϊκοί συνθέτες είναι άνθρωποι του κοινωνικού περιθωρίου, άρα δεν ενδιαφέρονται για την πολιτική. Όμως η πραγματικότητα είναι πολύ διαφορετική και τους διαψεύδει. Οι λαϊκοί συνθέτες είναι επαγγελματίες του τραγουδιού με επαγγελματικές ταυτότητες και σωματεία και άνθρωποι με οικογενειακές και κοινωνικές υποχρεώσεις. Οι πολιτικές καταστάσεις και εξελίξεις επηρεάζουν άμεσα τη ζωή τους κι έτσι έχουν ενδιαφέρον για την πολιτική, όπως και όλοι οι άλλοι Έλληνες.


Γεώργιος Σουρής

Ο δημοσιογράφος και ποιητής Γεώργιος Σουρής από το 1880 είχε εντοπίσει και περιγράψει τον τύπο του Ρωμιού που ρουφά αχόρταγα τις ειδήσεις και την αρθρογραφία των εφημερίδων και πολιτικολογεί στα καφενεία, πιστεύοντας ότι είναι ο καταλληλότερος να λύσει τα κοινωνικά και πολιτικά προβλήματα της χώρας. Την ίδια χρονιά, σε άλλο σατιρικό ποίημά του, ο Σουρής ισχυρίζεται ότι ακόμα κι ο παράδεισος είναι δυσάρεστος στον Ρωμιό, επειδή εκεί δεν συζητούν καθόλου πολιτικά. Έτσι, παρακαλάει το Θεό να τον στείλει στην κόλαση, για να μπορεί να ακούει πολιτικές συζητήσεις και να συμμετέχει σ’ αυτές.
Ο Σουρής δεν είχε άδικο όταν έβλεπε τον Νεοέλληνα σαν έναν τύπο με ζωηρό και καθημερινό ενδιαφέρον για την πολιτική, ένα ενδιαφέρον που έφτανε στα όρια της μανίας. Η Ελλάδα έχει ένα παρελθόν τριών χιλιετηρίδων στη δημιουργία και τη χρήση πολιτικών εννοιών και πολιτικής ορολογίας. Λέξεις που σήμερα βρίσκονται σε παγκόσμια χρήση, όπως «δημοκρατία», «τυραννία», «αριστοκρατία», έχουν ελληνική προέλευση και φυσικά εκφράζουν τις αντίστοιχες πολιτικές έννοιες. Στην Ελλάδα από την αρχαιότητα είχαν δοκιμαστεί και εναλλαχθεί τα διάφορα πολιτικά συστήματα και οι διάφορες μορφές εξουσιών. Η εξουσία του ενός (μοναρχία), η εξουσία των ολίγων (ολιγαρχική αριστοκρατία), η εξουσία των πολλών (δημοκρατία), οι εκλογές με άμεση ψηφοφορία, οι γενικές συνελεύσεις του λαού για διατύπωση πολιτικών απόψεων (εκκλησία του δήμου) και άλλα πολλά… Η πολιτική παράδοση χιλιετηρίδων ήταν φυσικό να δημιουργήσει για τους Νεοέλληνες μια μεγάλη πολιτική κουλτούρα και να τους προικίσει με μια σημαντική κληρονομιά πολιτικών όρων και εννοιών. Η έννοια της δημοκρατίας που βρισκόταν και βρίσκεται πάντα σε καθημερινή χρήση, δίνει στο Ρωμιό την εντύπωση ότι έχει το δικαίωμα να κρίνει τους πάντες και τα πάντα χωρίς να υφίσταται τιμωρία. Συνεπώς η τάση για πολιτικολογία, που δεν τη βρίσκεις σε πολλά άλλα έθνη, οφείλεται σ’ αυτή την πολιτική κληρονομιά κι αντίληψη.

Εξάλλου, ο θεσμός των καφενείων που είναι πάντα εφοδιασμένα με εφημερίδες πολιτικής ειδησεογραφίας, βοηθά την πολιτική συζήτηση. Γνωστοί και άγνωστοι άνθρωποι συναντιούνται στα καφενεία, περνούν αρκετές ώρες της ημέρας εκεί και για να βρεθεί κοινό έδαφος επικοινωνίας, πρέπει να συζητούν θέματα γνωστά σε όλους: θέματα πολιτικής, κοινωνικής, καλλιτεχνικής, ακόμα και αθλητικής επικαιρότητας. Ειδικότερα στην Ελλάδα των πρώτων δεκαετιών του 20ού αιώνα, η πόλωση μεταξύ βενιζελικών και βασιλοφρόνων ήταν τόσο μεγάλη και οδηγούσε σε τόσο πολλές και κρίσιμες πολιτικές και πολεμικές περιπέτειες, ώστε έβαζε φωτιά στα πολιτικά ενδιαφέροντα όλων των Νεοελλήνων και φυσικά τροφοδοτούσε τις πολιτικές συζητήσεις στα καφενεία και στους δημόσιους χώρους. Ο Ρωμιός του Σουρή που κριτικάρει τους πάντες και τα πάντα, τους Έλληνες και ξένους εξουσιαστές, που δεν μπορεί να ζήσει χωρίς πολιτικές συζητήσεις, ήταν μια καθημερινή και γενικευμένη πραγματικότητα.

Οι λαϊκοί συνθέτες δεν αποτελούσαν εξαίρεση μέσα στο σώμα των Νεοελλήνων με πολιτικά ενδιαφέροντα. Αντίθετα, σαν άνθρωποι που πολλές φορές φιλοδοξούσαν να καθοδηγούν την κοινή γνώμη μέσα από τα τραγούδια τους, αλλά και να εμπλουτίζουν τη θεματολογία τους με όλα τα θέματα που ενδιέφεραν το κοινό τους, είχαν δυο λόγους παραπάνω να ενημερώνονται και να ενδιαφέρονται για τα πολιτικά πράγματα. Στη συνέχεια θα αναφέρω κάποια παραδείγματα λαϊκών συνθετών που έδειξαν έμπρακτο ή δεδηλωμένο ενδιαφέρον για την πολιτική. Ο Μάρκος Βαμβακάρης κι ο Ιάκωβος Μοντανάρης ήταν βασιλόφρονες, τουλάχιστον σε κάποια φάση της ζωής τους κι έγραψαν από ένα τραγούδι ο καθένας για την επιστροφή της βασιλείας και του Γεώργιου Β΄, στα 1935. Υμνητικό τραγούδι για τον Γεώργιο Β΄ έγραψε κι ο Παναγιώτης Τούντας, χωρίς να μπορεί να υποστηριχθεί ότι ήταν βασιλόφρονας, αφού λίγους μήνες αργότερα έγραψε και υμνητικό τραγούδι για τον Ελευθέριο Βενιζέλο, με αφορμή το θάνατό του. Ο Γιάννης Δραγάτσης ή Ογδοντάκης κι ο Μανόλης Χρυσαφάκης ήταν δεδηλωμένοι βενιζελικοί κι αυτό το απέδειξαν έμπρακτα, όταν στα 1916 φύγαν από τη Σμύρνη και πήγαν στη Θεσσαλονίκη για να συμμετάσχουν ενεργά στο βενιζελικό κίνημα της Εθνικής Άμυνας. Κι άλλοι Μικρασιάτες συνθέτες ήταν βενιζελικοί και συνθέσανε ύμνους για τον Κρητικό πολιτικό και ιδρυτή του Κόμματος των Φιλελευθέρων.

Ο Θόδωρος Δερβενιώτης εκτός από συνθέτης υπήρξε και κοινωνικός αγωνιστής, κάτι που εκφράστηκε και στη δημιουργία του

Αρκετοί άλλοι συνθέτες και τραγουδιστές ανήκανε στο χώρο της Αριστεράς. Ο Βαγγέλης Σωφρονίου, ο Νίκος Μάθεσης, ο Μπαγιαντέρας, ο Δερβενιώτης και άλλοι ήταν οπαδοί και ψηφοφόροι του ΚΚΕ. Μάλιστα ο πρώτος ήτανε γνωστός και με το παρατσούκλι «Βαγγελάκης ο κομμουνιστής». Ο τελευταίος υπέστη διώξεις, φυλακίσεις, εξορίες για το λόγο αυτό. Ο Γενίτσαρης, ο Μαρίνος Γαβριήλ, ο Τσιτσάνης, ο Χιώτης, ο Καλδάρας, ο Μπακάλης, ο Σπύρος Καλφόπουλος, ο Κούλης Σκαρπέλης, ο Ορφέας Κρεούζης, ο Παναγιώτης Μιχαλόπουλος, η Λιλή η Θεσσαλονικιά, ο Στέλιος Καζαντζίδης, ο Κώστας Παπαδόπουλος και πολλοί άλλοι ανήκαν στον ευρύτερο χώρο της Αριστεράς και αρκετοί από αυτούς υπέστησαν διώξεις για πολιτικούς λόγους.

Όλα αυτά δεν τα λέμε για να βρούμε ποιος ήτανε σωστός και ποιος λανθασμένος στην πολιτική του τοποθέτηση, αλλά για να δείξουμε το ζωηρό ενδιαφέρον που είχαν οι λαϊκοί τραγουδοποιοί για την πολιτική. Εξάλλου, σε αρκετές περιπτώσεις, στη διάρκεια της ζωής ενός από αυτούς τους καλλιτέχνες μπορούσε να σημειωθεί και μια πολιτική μετατόπιση, όπως θα δούμε παρακάτω στη χαρακτηριστική περίπτωση του Μάρκου Βαμβακάρη. Οι πολιτικές πεποιθήσεις του κάθε λαϊκού καλλιτέχνη είναι σεβαστές, αλλά έτσι κι αλλιώς δείχνουν το ενδιαφέρον του για τα κοινά πράγματα. Ειδικότερα, ο Μάρκος Βαμβακάρης δεν ξέφευγε από τα βασικά χαρακτηριστικά του «Ρωμιού», όπως τον περιγράφει ο Σουρής. Πράγματι ήταν τακτικός θαμώνας του καφενείου, καταβρόχθιζε ανελλιπώς τις εφημερίδες, και κυρίως την πολιτική ειδησεογραφία και αρθρογραφία, παθιαζόταν, συζητούσε και εξέθετε τα πολιτικά του επιχειρήματα. Κι όχι μόνον αυτό, αλλά ήταν και θαυμαστής του Σουρή, είχε τα ποιήματά του στο σπίτι και κάτω από την επίδρασή τους έγραψε κι αυτός τις πολιτικές του σάτιρες.

Εξαιτίας των Βαλκανικών Πολέμων ο Βαμβακάρης στερήθηκε πολλά πράγματα. Την αγάπη του πατέρα του που επιστρατεύτηκε, τη φροντίδα της μάνας του, που αναγκάστηκε να δουλέψει εργάτρια για να ζήσει την οικογένειά της, την ανεμελιά της παιδικής ηλικίας, αφού κι αυτός υποχρεώθηκε να γίνει ανήλικος εργάτης. Στερήθηκε επίσης το σχολείο που το αγαπούσε και τη δυνατότητα να αποκτήσει ακαδημαϊκή μόρφωση. Ο πατέρας του παρέμεινε επίστρατος και κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, μέχρι το 1917. Για όλα αυτά, ενδόμυχα ή φανερά, θεωρούσε υπεύθυνο τον Βενιζέλο, που είχε την πρωτοβουλία να μπει η Ελλάδα στους Βαλκανικούς και στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Σ’ αυτόν απέδινε την ευθύνη και για τη Μικρασιατική Καταστροφή. Τον αντιπαθούσε τόσο πολύ, που τον καταριέται «κακό χρόνο να ‘χει», ακόμα κι όταν ο Βενιζέλος ήταν μακαρίτης από πολλά χρόνια και συνεπώς δεν μπορούσε να του τύχει τίποτα χειρότερο. Η αντίθεσή του προς τον Βενιζέλο τον κάνει να υποστηρίζει την αντίθετη παράταξη: εκείνην του Κωνσταντίνου του Α΄ και του Γεωργίου του Β΄. Κι όταν πανηγυρίζει για το 1912 «που πήραμε τη νίκη», δηλαδή για την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης, προφανώς την αποδίδει στον διάδοχο Κωνσταντίνο, που πολλές λαϊκές ζωγραφιές τον δείχνανε να μπαίνει στην πόλη αυτή σαν ελευθερωτής, καβάλα στο περήφανο άλογό του.


Ετικέτες άρθρων

Στατιστικά

Αυτή τη στιγμή, διαβάζουν 80 αναγνώστες την κλίκα