Απ’ το Καραντουζένι στη... Βιέννη

Το παρακάτω άρθρο το δημοσίευσα πριν μερικά χρόνια στο περιοδικό του ΠΜΣ «Μουσικοί Ορίζοντες», το οποίο απευθύνεται αποκλειστικά στα μέλη του. Επειδή το θέμα του «εμπίπτει» στην ...αρρώστια μας, το αναδημοσιεύουμε στο περιοδικό μας.

Μέρος Α'

Οργανο με παραδοσιακά ξύλινα στριφτάρια

Σε επαφή με τα μουσικά όργανα πρωτοήρθα όταν ήμουν μικρό παιδί, όταν προσπαθούσα να γρατσουνίσω το -από τότε παλιό- μπουζούκι που είχε ο πατέρας μου. Ένα «Τσακιριάν», κατασκευασμένο γύρω στο ’50, που από καθαρή τύχη γλίτωσε την καταστροφή απ’ τον βάνδαλο πιτσιρικά. Οι βασικές μου τότε απορίες γύρω απ’ το όργανο δεν είχαν να κάνουν μόνο με το πώς παίζεται, αλλά και με διάφορα άλλα «υπαρξιακά» ζητήματα: Τι ρόλο παίζουν τα ζωγραφισμένα λουλούδια στο καπάκι του, γιατί η τρύπα είναι σαν αβγό και όχι ολοστρόγγυλη ή τετράγωνη, γιατί μερικά απ’ τα διαστήματα της ταστιέρας είναι άσπρα και ό,τι άλλα ερωτήματα θα μπορούσε να γεννήσει το μυαλό ενός παιδιού. Οι περισσότερες απορίες μου λύθηκαν σχετικά γρήγορα. Δυο όμως ερωτήματα με «τυράννησαν» αρκετά χρόνια: Πρώτο, ποια είναι η νεαρή καλλονή, που ποζάρει φορώντας το μαγιό και κρατώντας μια ομπρέλα, στη φωτογραφία που βρίσκεται μες στο σκάφος του μπουζουκιού και δεύτερο, γιατί το μπουζούκι έχει οχτώ κλειδιά ενώ διαθέτει έξι χορδές; Η πρώτη απορία λύθηκε πριν δέκα περίπου χρόνια: Ήταν η Άννα Φόνσου σε εφηβική ηλικία. Η απάντηση στο δεύτερο ερώτημα τείνει να ολοκληρωθεί μετά από τρεις περίπου δεκαετίες.

Το μπουζούκι στη διάρκεια της εξέλιξής του, απ’ τον παραδοσιακό ταμπουρά μέχρι τη σημερινή του μορφή, υπέστη αρκετές αλλαγές, π.χ. το σκάφος φτιάχνεται από «ντούγιες» και όχι σκαφτό, οι μπερντέδες αντικαθίστανται από τα τάστα, αλλάζει ο συγκερασμός της ταστιέρας σύμφωνα με τα δυτικά πρότυπα κ.ά. Ας επικεντρωθούμε όμως στη λεπτομέρεια που μας απασχολεί. Μπαίνοντας στον 20ό αιώνα το μπουζούκι διαθέτει για το κούρδισμα των χορδών του τα παραδοσιακά στριφτάρια, όπως οι λύρες, το ούτι, το βιολί κλπ. Οι οργανοποιοί, στην προσπάθειά τους να διευκολύνουν το κούρδισμα, αρχίζουν να χρησιμοποιούν τα κλειδιά του μαντολίνου. Επειδή η κλειδιέρα του μαντολίνου έχει οχτώ κλειδιά και το μπουζούκι έχει έξι χορδές (τρεις διπλές) τα δυο τελευταία κλειδιά μένουν «άδεια». Έτσι τουλάχιστον νόμιζα!

Περνώντας πριν μερικά χρόνια από το ταβερνάκι ενός χωριού στη Μάνη, συναντάω ένα γέροντα να «κουτσοπαίζει» δημοτικά τραγούδια με ένα επτάχορδο(!) μπουζούκι: Ένα ζευγάρι χορδές κάτω, ένα στη μέση και τρεις πάνω. «Γιατί ρε μάστορα τρεις χορδές επάνω;» τον ρωτάω. «Για να ακούγεται πιο δυνατά στις …γεμάτες» απαντάει. Μερικούς μήνες αργότερα συναντάω το δεξιοτέχνη μπουζουξή Γιάννη «Σπόρο» Σταματίου και του αναφέρω το παράδοξο που είδα. Κι αυτός όχι μόνο δεν εκπλήσσεται αλλά μου το επιβεβαιώνει, λέγοντας μάλιστα ότι πρόλαβε παλιούς μπουζουξήδες που εκμεταλλεύτηκαν τα οχτώ κλειδιά παίζοντας με οκτάχορδα μπουζούκια αλλά με τρεις «φωνές», δηλαδή δυο χορδές κάτω, τρεις στη μέση και τρεις πάνω. Κι αυτό για να «κερδίζουν» ήχο παίζοντας σε ντουζένια.

Τι είναι λοιπόν αυτά τα περίφημα ντουζένια; Οι παλιοί μπουζουξήδες δε χρησιμοποιούσαν ένα κούρδισμα αλλά κάμποσα, ανάλογα με το δρόμο του τραγουδιού και τον τόνο που ήθελαν να το παίξουν. Αυτά κουρδίσματα τα ονόμαζαν ντουζένια. Το κάθε ντουζένι είχε το όνομά του (Αραπιέν, Καραντουζένι κ.ά.) και όσο πιο «ψαγμένος» ήταν ο μπουζουξής τόσο πιο πολλά κουρδίσματα έκανε. Η χρησιμότητά τους έγκειται στο ότι μπορούσε ο μπουζουξής να αλλάξει τον τόνο του τραγουδιού σύμφωνα με τις δυνατότητες του τραγουδιστή και ταυτόχρονα μπορούσε να παίζει στα «γεμάτα», να χτυπάει δηλαδή το ρυθμό στις «ανοιχτές» χορδές, έχοντας πάντα το σωστό τόνο. Κι αυτό γιατί τα μπουζούκια τότε δε συνοδεύονταν απαραίτητα από κιθάρα ή άλλο συνοδευτικό όργανο (χαρακτηριστική είναι η σύνθεση της πρώτης μπουζουξίδικης κομπανίας, της θρυλικής «Τετράδος του Πειραιώς», με δυο μπουζούκια, έναν τζουρά κι έναν μπαγλαμά).

Οικογένεια Στέφανου Μιλάνου. Η εξέλιξη του μπουζουκιού σε μια φωτογραφία

Στις πρώτες ηχογραφήσεις λαϊκών τραγουδιών με μπουζούκι, στις αρχές της δεκαετίας του ’30, ο Μάρκος Βαμβακάρης, ο Γιώργος Μπάτης, ο Ανέστης Δελιάς κ.ά. είναι κουρδισμένοι σε ντουζένια (μου το επιβεβαίωσε πρόσφατα και ο Στέλιος Βαμβακάρης). Την ίδια εποχή όμως «μονιμοποιείται» η κιθάρα σαν συνοδευτικό όργανο στα λαϊκά τραγούδια και σιγά-σιγά «εξευρωπαΐζεται» ο ρεμπέτικος ήχος, με αποτέλεσμα να αλλάζει και τρόπος παιξίματος του μπουζουκιού, που αρκείται πια μόνο στο σόλο, ενώ τα χτυπήματα στις ανοιχτές χορδές λιγοστεύουν. Καθιερώνεται λοιπόν ένα στάνταρ κούρδισμα, το «ΡΕ-ΛΑ-ΡΕ» ή αλλιώς «ευρωπαϊκό», το οποίο μεταξύ άλλων βοηθάει και στην καλύτερη συνεννόηση του μπουζουκιού με τα υπόλοιπα όργανα.

Ο ήχος ενός μπουζουκιού κουρδισμένου σε ντουζένι, αλλά και τα ίδια τα ντουζένια είναι ένα κομμάτι της παράδοσής μας που κινδυνεύει να εξαφανιστεί. Όλοι οι γνωστοί (μέσω της δισκογραφίας) δεξιοτέχνες μπουζουξήδες εξελίχτηκαν πάνω στο ευρωπαϊκό κούρδισμα. Μερικοί από αυτούς (συνήθως οι παλιότεροι) έχουν γνώσεις των παλιών κουρδισμάτων αλλά δεν τα χρησιμοποιούν σε ηχογραφήσεις, με αποτέλεσμα να κινδυνεύουν άμεσα να χαθούν. Σε άλλες χώρες με μουσική παράδοση παρόμοια με τη δική μας (π.χ. Τουρκία) έχουν γίνει σοβαρότατες μελέτες και έχουν εκδοθεί δεκάδες βιβλία με ό,τι αφορά τα παραδοσιακά όργανα. Στη χώρα μας οι ελπίδες εναπόκεινται στο μεράκι κάποιου μουσικού που ίσως βρεθεί και συμμαζέψει αυτή τη «γνώση» και στην καλή θέληση κάποιου εκδότη που ίσως αποφασίσει να την εκδώσει.


Ετικέτες άρθρων

Στατιστικά

Αυτή τη στιγμή, διαβάζουν 82 αναγνώστες την κλίκα