Τα Πέριξ

Κριτική παρουσίαση ενός σημαντικού δίσκου

Μάνου Χατζιδάκι: «Τα πέριξ»
LP: ΠΟΛΥΤΡΟΠΟΝ/LYRA 3951, 1974
ανατύπωση σε CD: ΠΟΛΥΤΡΟΠΟΝ/LYRA CD-1151, 1990
ανατύπωση σε CD: LYRA MP-3951, 1996

Εισαγωγή

Το νεοελληνικό κοινό ξαναθυμήθηκε το λεγόμενο «ρεμπέτικο»1 τραγούδι τη δεκαετία του '70. Δεν είναι του παρόντος να ερευνήσουμε τις αιτίες αυτής της στροφής των προτιμήσεων του κοινού, αυτό όμως που οφείλουμε να περιγράψουμε είναι η συγκυρία της εποχής: τότε ήταν που άρχισε να καταγράφεται ένα πλήθος «ρεμπέτικων» τραγουδιών από διάφορους λαογράφους, να δημοσιεύονται οι αυτοβιογραφίες κάποιων από τους δημιουργούς του, να εκδίδονται οι πρώτες μελέτες για το «ρεμπέτικο» τραγούδι, να επανεκδίδονται σε LP κάποιες ηχογραφήσεις από δίσκους 78 στροφών και να δημιουργούνται πολλές κομπανίες που προσπάθησαν να αναβιώσουν ζωντανά το είδος παράλληλα με καταξιωμένους τραγουδιστές. Βέβαια, η μουσική τουλάχιστον αναβίωση του είδους είχε προηγηθεί κατά 10-15 χρόνια, με την επανεκτέλεση κλασικών τραγουδιών σαν τη «Συννεφιασμένη Κυριακή» και το «Όλοι οι ρεμπέτες του ντουνιά» από τους Καζαντζίδη και Μπιθικώτση αντίστοιχα. Παρόλο που ήταν και εμπορικά επιτυχημένες, οι προσπάθειες αυτές έμειναν χωρίς συνέχεια καθώς παρασύρθηκαν στη δίνη του «έντεχνου»2 τραγουδιού που τότε, στις αρχές της δεκαετίας του '60, έκανε ορμητικό την εμφάνισή του.

Μια δεκαετία αργότερα τα πράγματα ήταν πολύ διαφορετικά: με το τέλος της χούντας το «ρεμπέτικο» ακούστηκε πολύ και δυνατά. Λίγο επειδή η φτήνια των αισθητικών επιλογών της χούντας ήταν ανυπόφορη, λίγο επειδή κυνηγήθηκε στην εποχή του (οπότε ήταν σε αρμονία με τα πολιτικά πρότυπα της μεταπολίτευσης), λίγο επειδή ως μουσικό είδος παραπέμπει σε μια ήδη χαμένη αυθεντικότητα, το «ρεμπέτικο» αναδείχθηκε σε κυρίαρχο στο μουσικό προσκήνιο της εποχής. Η επαναφορά αυτού του μουσικού είδους στο προσκήνιο δημιούργησε μιαν ιδιόμορφη σχέση ανάμεσα στο νεοελληνικό κοινό και το δημιουργημένο σε άλλες εποχές «ρεμπέτικο», το οποίο έτυχε περισσότερης αποδοχής και συμπάθειας απ' όσην ίσως γνώρισε την εποχή της εμφάνισης και ακμής του. Η ιδιομορφία αυτή οφείλεται στο απλοποιημένο στερεότυπο που προβλήθηκε τότε: το «ρεμπέτικο» είναι ένα πολύ ενδιαφέρον, πρωτότυπο και «αυθεντικό» μουσικό είδος που αποτελεί ό,τι πιο πηγαία ελληνικό έχει να επιδείξει το μουσικό στερέωμα της Ελλάδας τον 20ο αιώνα. Η προσέγγιση3 αυτή του «ρεμπέτικου» ξεκίνησε εκ των άνω με την περίφημη πια διάλεξη4 του Μάνου Χατζιδάκι, η οποία δόθηκε στο Θέατρο Τέχνης στις 31 Ιανουαρίου 1949, και συνεχίστηκε με τις πρωτοποριακές για την εποχή τους δουλειές διαφόρων λογίων και καλλιτεχνών (Ντ. Χριστιανόπουλος, Κ. Φέρρης, Κ. Βεργόπουλος κ.ά.).

Στα μέσα της δεκαετίας του '60 μια ομάδα φοιτητών (Π. Κουνάδης, Ν. Γεωργιάδης, Κ. Καλαμαρά), τα μέλη της οποίας ήταν συλλέκτες κατά κάποιον τρόπο παλαιών δίσκων του είδους, συνεπικουρούμενη από ανεξάρτητους συλλέκτες και φίλους του είδους (Τ. Σχορέλης, Η. Πετρόπουλος, Φ. Μεσθεναίος, Κ. Χατζηδουλής κ.ά.) ήρθε σε επαφή με τους εν ζωή δημιουργούς του «ρεμπέτικου» (Μάρκος, Μπαγιαντέρας, Ρόζα, Ρούκουνας, Ροβερτάκης, Κυριαζής, Μουφλουζέλης κ.ά.) και τους επανέφερε στο προσκήνιο με συναυλίες και άλλες εκδηλώσεις. Η κίνηση αυτή συνάντησε το ενδιαφέρον και τη συμμετοχή διανοούμενων (Θ. Γκόρπας), συνθετών (Σ. Ξαρχάκος) και διαφόρων άλλων. Το πρωτογενές υλικό που τότε συγκεντρώθηκε (δίσκοι, διηγήσεις, σημειώσεις κλπ.) αποτέλεσε την πρώτη ύλη για μια σειρά εντύπων και ηχητικών εκδόσεων5. Το πνεύμα της πλειονότητας των εκδόσεων αυτών οδήγησε στην πλήρη και σχεδόν άκριτη αποδοχής του μουσικού και κοινωνικού αυτού φαινομένου, χωρίς ταυτόχρονα να υπάρξουν αρκετές μελέτες (κοινωνιολογικές, μουσικολογικές, γλωσσολογικές, συγκριτικές) που να προάγουν την αντικειμενική θεώρηση του «ρεμπέτικου» και την τοποθέτησή του μέσα στο κοινωνικό, οικονομικό και μουσικό γίγνεσθαι της εποχής του.

Ο Χατζιδάκις και το «Ρεμπέτικο»

Αυτήν ακριβώς την εποχή επέλεξε ο Μάνος Χατζιδάκις να κυκλοφορήσει το δίσκο που παρουσιάζουμε με 12 «ρεμπέτικα» τραγούδια και τη φωνή της -πρωτοεμφανιζόμενης τότε- Βούλας Σαββίδη6. Βέβαια, ο Χατζιδάκις είχε μεγάλο παρελθόν με το «ρεμπέτικο» τραγούδι. Ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του '40, όταν η φωτισμένη διανόηση της αστικής τάξης προσέγγισε το λαϊκό τραγούδι, ανακαλύπτοντας σ' αυτό τη χαμένη ελληνική ταυτότητα της αστικής μουσικής και τη γραμμή που την ένωνε με το βυζαντινό μέλος και το δημοτικό τραγούδι, ήταν η μουσική του Χατζιδάκι, ο κύριος φορέας που μπόρεσε να γονιμοποιήσει αυτή την επαφή. Τότε (1950) ο Χατζιδάκις παρουσίασε τις «Έξη λαϊκές ζωγραφιές», μια μεταγραφή για πιάνο έξη λαϊκών τραγουδιών7 σε μορφή μπαλέτου. Η κίνηση αυτή ήταν κατ' ουσίαν επαναστατική δεδομένης της κοινωνικής και αισθητικής κατάστασης της εποχής του εμφυλίου. Η δουλειά του Χατζιδάκι εκείνης της εποχής στο σύνολό της σχεδόν ήταν συνθέσεις ή μεταγραφές για ευαίσθητα αυτιά και αυτό βοήθησε πολύ ν' ασχοληθούν με το ρεμπέτικο οι νέοι «διανοούμενοι» της εποχής. Τέλος, τονίζουμε ότι η προσέγγιση ενός κοινού που (ήθελε να) θεωρείται αστικό με τη «μουσική των καταγωγίων» γινόταν ήδη αμφίπλευρα: όπως ο Χατζιδάκις μετέγγραψε για πιάνο κάποια λαϊκά τραγούδια, έτσι και οι λαϊκοί συνθέτες (με προεξάρχοντα το Χιώτη) προσέγγισαν το ίδιο κοινό προσαρμόζοντας τις ενορχηστρώσεις τους και εν μέρει και τις συνθέσεις τους στα αισθητικά πρότυπα που είχε εκείνη την εποχή η αστική τάξη.

Είναι αλήθεια ότι ο Χατζιδάκις πάντα ερωτοτροπούσε με το «ρεμπέτικο», παρουσιάζοντας περισσότερο ή λιγότερο πρωτότυπες ενορχηστρώσεις (που στην ουσία ήταν διασκευές) αυτών των τραγουδιών8. Πέραν αυτού όμως, αφομοιώνει σε μεγάλο βαθμό τη λαϊκή μουσική και την περνάει στη δική του, είτε μέσω συγκεκριμένων μουσικών φράσεων και μοτίβων που ενσωμάτωσε στο «λόγιο» τμήμα της μουσικής του παραγωγής είτε φτιάχνοντας εντελώς «λαϊκά» τραγούδια9. Μπορούμε να πούμε λοιπόν ότι «προάγει» συνολικά την ελληνική μουσική μπολιάζοντάς την και αυτός με τη σειρά του με πολύ συγκεκριμένα λαϊκά στοιχεία (όσα αντιλαμβανόταν και τον ενδιέφεραν) και μεταβάλλοντας ουσιαστικά το κοινό στο οποίο αυτή η μουσική απευθύνονταν.

«Τα Πέριξ» του Χατζιδάκι

Ο Χατζιδάκις ακολουθεί το πρότυπο των δίσκων της δεκαετίας του '60, όπου η επώνυμη ποίηση συναντούσε όχι μόνο την «έντεχνη» μουσική, αλλά και τους μεγάλους έλληνες ζωγράφους. Έτσι, το εξώφυλλο των «Πέριξ» είναι έργο του Γιάννη Μόραλη, φτιαγμένο ειδικά για το δίσκο. Ο τίτλος του δίσκου προέρχεται και αναφέρεται στο αντίστοιχο τραγούδι του Τσιτσάνη10, ο πρώτος στίχος του οποίου ακούγεται στην αρχή και στο τέλος του δίσκου χωρίς συνοδεία ορχήστρας («α καπέλα»), δίνοντας έτσι το στίγμα του Χατζιδάκι. Βέβαια, ο επίμαχος στίχος «πίνουν οι μάγκες αργιλέ» άλλαξε σε «πίνουν οι μάγκες τον καφέ», κάτι που μπορεί σήμερα να φαντάζει αυθαίρετο, όμως στα 1974 λειτουργούσε ακόμα η επιτροπή λογοκρισίας και έτσι κάτι τέτοιο δεν θα επιτρεπόταν να ηχογραφηθεί. Το υπόλοιπα τραγούδια11 του δίσκου έχουν επιλεγεί από τον Χατζιδάκι και το γνωστό μουσικολόγο Μάρκο Δραγούμη, ο οποίος υπογράφει και το κυρίως εισαγωγικό σημείωμα της έκδοσης. Πρόκειται για μια άνιση επιλογή προπολεμικών και μεταπολεμικών τραγουδιών, κάποια εκ των οποίων υπήρξαν σπουδαίες επιτυχίες και κάποια όχι. Σε κάθε περίπτωση, τα τραγούδια αυτά χαρακτηρίζονται από υψηλό βαθμό συνθετικής και στιχουργικής ομορφιάς, συνήθως λόγω της απλότητας της μελωδικής τους γραμμής. Κύριος συνδετικός ιστός των τραγουδιών είναι η γυναίκα, για την ακρίβεια η παρουσία της ως φορέας ενός εν δυνάμει έρωτα. Όπως χαρακτηριστικά σημειώνει ο Χατζιδάκις στο εσώφυλλο του δίσκου: «...επιχειρώ να μεταφέρω (τα τραγούδια αυτά) μέσ' από μια αυθεντικά γυναικεία μορφή, λαϊκή ζωγραφιά μετέωρη στον κήπο του Βοτανικού ή το Μπαξέ-Τσιφλίκι...».


Ετικέτες άρθρων

Στατιστικά

Αυτή τη στιγμή, διαβάζουν 56 αναγνώστες την κλίκα