Περιοδολόγηση του λαϊκού (ρεμπέτικου) τραγουδιού

Από τη δεκαετία του 1930 και μετά, οι κατάλογοι δίσκων ονομάσανε «ΔΗΜΟΤΙΚΑ» εκείνα τα τραγούδια που εκφράζανε το λαό της υπαίθρου, και «ΛΑΪΚΑ» εκείνα που εκφράζανε τις χαμηλότερες τάξεις και στρώματα των πόλεων. Κι αυτές οι ονομασίες από τους καταλόγους δίσκων περάσανε στην κοινή χρήση. Για ένα βραχύ διάστημα (1930-1937), δίπλα στην ονομασία «ΛΑΪΚΑ» μπήκε και ο παράτιτλος «ΡΕΜΠΕΤΙΚΑ». Μετά το 1937, αυτός ο παράτιτλος παραμερίστηκε και παρέμεινε μόνον ο τίτλος «ΛΑΪΚΑ». Όμως οι εχθροί και οι άσπονδοι φίλοι του Λαϊκού Τραγουδιού χρησιμοποίησαν τον όρο «Ρεμπέτικα», με αρνητικά σημαινόμενα, με σκοπό να το δυσφημήσουνε. Σ' αυτό το κείμενο, όσες φορές αναφέρω τον όρο «Ρεμπέτικα», θα τον χρησιμοποιώ χωρίς καθόλου αρνητικά σημαινόμενα.

Το Λαϊκό Τραγούδι (στο οποίο συμπεριλαμβάνονται και τα λεγόμενα Ρεμπέτικα της δεκαετίας του 1930), χρειάζεται έναν επιστημονικό ορισμό και μιαν επίσης επιστημονική περιοδολόγηση. Το Λαϊκό Τραγούδι είναι ένα καλλιτεχνικό είδος, που βασίζεται σε ζωντανά παραδοσιακά στοιχεία, και εκφράζει τη ζωή των πόλεων, από τη σκοπιά των χαμηλότερων κοινωνικών τάξεων και στρωμάτων.

Γιατί καλλιτεχνικό είδος;

Πρώτον, επειδή όλοι οι καλλιτεχνικοί συντελεστές ενός τραγουδιού (στιχουργός, συνθέτης, τραγουδιστές, οργανοπαίχτες, ηχολήπτες) βάζανε τα δυνατά τους για να πετύχουν το αρτιότερο δυνατό αποτέλεσμα (υποκειμενικό στοιχείο). Είναι γνωστό, για παράδειγμα, πως ο Βασίλης Τσιτσάνης γέμιζε ένα ολόκληρο τετράδιο με σχεδιάσματα, προκειμένου να πετύχει την τελική μορφή των στίχων ενός τραγουδιού. Το ίδιο έκανε και με τη μουσική: δημιουργούσε και αχρήστευε πάρα πολλές μελωδίες μέχρι να φτάσει στην τελική, που τον ικανοποιούσε απόλυτα. Είναι επίσης γνωστό πως ο Στέλιος Καζαντζίδης έκανε εξαντλητικές πρόβες, μαζί με τους μουσικούς, προκειμένου το τραγούδι να είναι έτοιμο και άψογο, όταν θα μπαίνανε στο στούντιο για ηχογράφηση. Δεύτερον, τα περισσότερα λαϊκά τραγούδια της δισκογραφίας, μέχρι τη δεκαετία του '60 και τις αρχές της δεκαετίας του '70, παρουσιάζουν ένα καλλιτεχνικό αποτέλεσμα πολύ ικανοποιητικό από αισθητική άποψη (αντικειμενικό κριτήριο). Πολλά λαϊκά τραγούδια δίνουν την αίσθηση της τελειότητας (άριστου έργου - αριστουργήματος) και μετά από πολλές δεκαετίες και όσο περνά ο καιρός γίνονται ολοένα και περισσότερο δημοφιλή και συγκινούν γενεές γενεών (διαχρονικότητα). Για παράδειγμα, το «Τικ τίκι τίκι τακ» είναι τραγούδι εκατό ετών, η «Δημητρούλα», η «Γκαρσόνα» και η «Φραγκοσυριανή» - εβδομήντα ετών, το «Νύχτωσε χωρίς φεγγάρι» και η «Συννεφιασμένη Κυριακή» είναι περίπου εξήντα ετών κ.ο.κ. Όσα λαϊκά τραγούδια των κλασικών εκείνων εποχών έχουν δευτερότερη ποιότητα, πρέπει να θεωρηθούν σαν μέτρια έργα κλασικών δημιουργών, με σπουδαία στιχουργική ή συνθετική υπογραφή. Σε όλες τις τέχνες τα δευτερότερα έργα ενός δημιουργού συνυπολογίζονται για να ερμηνευτεί και να κριθεί το συνολικό του έργο.

Γιατί το Λαϊκό Τραγούδι να «βασίζεται σε ζωντανά παραδοσιακά στοιχεία»;

Αυτό δεν οφείλεται σε κάποια μεταφυσική ή διανοουμενίστικη προτίμηση απέναντι στην προφορική λαϊκή παράδοση. Απλούστατα οι λαϊκοί τραγουδοποιοί και οι εκτελεστές, θέλοντας να αρέσουν σε όσο το δυνατόν περισσότερο κόσμο, χρησιμοποιούσαν συνειδητά τις ζωντανές παραδοσιακές μορφές, τους μαζικούς λαϊκούς κώδικες, που ήξεραν ότι συγκινούσαν όλες τις γενιές του ακροατηρίου τους. Τέτοια ζωντανά παραδοσιακά στοιχεία ήταν και είναι η δημοτική γλώσσα, οι παροιμίες και οι καθημερινές φράσεις, ο οχτασύλλαβος και ο δεκαπεντασύλλαβος, τα λαϊκά μουσικά όργανα, ο συρτός, ο χασάπικος, ο ζεϊμπέκικος, ο καρσιλαμάς, το τσιφτετέλι κ.τ.λ.

Γιατί το Λαϊκό Τραγούδι «εκφράζει τη ζωή των πόλεων»;

Με την ανάπτυξη του στεριανού και θαλασσινού εμπορίου, και αργότερα της βιομηχανίας, το κέντρο βάρους της κοινωνίας μετατέθηκε από την ύπαιθρο προς τις πόλεις. Διοικητικό κέντρο έγινε η μεγαλούπολη κι εκεί παίρνονταν οι μεγάλες αποφάσεις, που αφορούσαν τον πόλεμο, την ειρήνη και τους νόμους που καθορίζανε τη ζωή ενός λαού και του κάθε ανθρώπου ξεχωριστά. Στις μεγάλες πόλεις είχαν εμφανιστεί οι νέες κοινωνικές τάξεις: οι μάστορες, οι καλφάδες και οι μαθητάδες, κατά τον Μεσαίωνα και την Αναγέννηση, η αστική τάξη και το προλεταριάτο, κατά τη σύγχρονη βιομηχανική εποχή. Ήταν φυσικό λοιπόν το διαφορετικό σκηνικό, οι διαφορετικές λειτουργίες, οι διαφορετικοί κοινωνικοί ρόλοι και η διαφορετική ζωή των πόλεων να απαιτούν ένα άλλο είδος τραγουδιού, με άλλη θεματολογία, με άλλους ρυθμούς, με άλλα μηνύματα. Έτσι, η ύπαιθρος εκφράστηκε με το είδος του τραγουδιού που αργότερα ονομάστηκε Δημοτικό και η μεγαλούπολη με το είδος που αργότερα ονομάστηκε Λαϊκό Τραγούδι. Η Κωνσταντινούπολη, η «Πόλις των πόλεων», η μεγαλύτερη πόλη της Ευρώπης κατά τη διάρκεια της Οθωμανικής περιόδου, έγινε η κυριότερη μήτρα και η μάνα του Λαϊκού Τραγουδιού. Ακολούθησε η Σμύρνη, και αργότερα η Αθήνα, ο Πειραιάς, η Θεσσαλονίκη... Κατά την εποχή της δισκογραφίας οι μεγάλοι συνθέτες, τραγουδιστές και οργανοπαίχτες κατοικούσαν στις μεγαλουπόλεις για να βρίσκονται κοντά στα στούντιο των ηχογραφήσεων και στις εταιρείες των δίσκων. Και αφού διαμονή και βιότοπός τους ήταν η μεγαλούπολη, ήταν φυσικό να εκφράζουν τα αστικά τους βιώματα και τη ζωή της μεγαλούπολης.

Γιατί «απ' τη σκοπιά των χαμηλότερων κοινωνικών τάξεων και στρωμάτων»;

Πρώτον, επειδή οι ανώτερες κοινωνικές τάξεις -η αριστοκρατία του χρήματος και της εξουσίας- βλέποντας αφ' υψηλού τη φτωχολογιά, είχαν μια περιφρονητική διάθεση απέναντί της και ήθελαν να διαχωρίσουν και να διαφοροποιήσουν τα καλλιτεχνικά τους γούστα στο τραγούδι και στο χορό. Έτσι, επιδόθηκαν σε μια επιδεικτική κατανάλωση στον τομέα της μουσικής, του τραγουδιού και του χορού. Έδειξαν μια αριστοκρατική προτίμηση στην όπερα, την οπερέτα και τη δουλική μίμηση της ευρωπαϊκής μουσικής και χορού. Αυτές οι προτιμήσεις έγιναν εμβληματικά στοιχεία ταυτότητας της ελληνικής αριστοκρατίας, ενώ το Λαϊκό Τραγούδι έγινε εμβληματικό στοιχείο ταυτότητας της φτωχολογιάς των πόλεων: «Μέσα σας κλαίει το μαύρο φτωχολόι» (Παλαμάς). «Δεν θέλω πλούτη και λεφτά, μ' αρέσει η φτώχια κι η εργατιά» (Τούντας). «Το Λαϊκό Τραγούδι πήρε φωτιά από αυτούς τους φουκαράδες, που δούλευαν εργάτες στο λιμάνι» (Βαμβακάρης). «Κι αν είμαι, μάτια μου, φτωχός, έχω καρδιά με μπέσα» (Χατζηχρήστος-Λελάκης). «Φτωχόπαιδο με γνώρισες και από μικρό στην πιάτσα» (Τσιτσάνης). «Φάτε, πλούσιοι, παράδες κι εμείς ας πεθάνουμε» (Δερβενιώτης-Παπαγιαννοπούλου). «Όταν κανείς είναι φτωχός, απ' όλους αδικιέται» (Καζαντζίδης).

Η υποδιαίρεση και ταξινόμηση του Λαϊκού Τραγουδιού κατά χρονικές περιόδους, για να είναι επιστημονική και έγκυρη, πρέπει, πρώτον, να βασίζεται σε έναν επιστημονικό ορισμό. Αν δεν έχεις ορίσει επιστημονικά το αντικείμενό σου, τότε δεν θα ξέρεις για ποιο πράγμα μιλάς, με ποιο πράγμα ασχολείσαι και ποιο πράγμα θέλεις να υποδιαιρέσεις και να ταξινομήσεις. Πολλοί «μελετητές» του αστικο-λαϊκού τραγουδιού δεν καταδέχονται ή αδυνατούν να δώσουν ένα επιστημονικό ορισμό, γι' αυτό η αποτυχία τους είναι εξαρχής δεδομένη. Εμείς ήδη δώσαμε τον επιστημονικό ορισμό του Λαϊκού Τραγουδιού, στην αρχή αυτού του κειμένου. Δεύτερον, η υποδιαίρεση και ταξινόμηση πρέπει να στηρίζεται σε μια ενιαία βάση. Διάφορες απόπειρες περιοδολόγησης που έγιναν μέχρι τώρα, δεν είχανε μια ενιαία βάση. Το αποτέλεσμα ήταν να χωλαίνουν όσον αφορά την εμφάνιση και τη λήξη του είδους (αν υποτεθεί ότι έληξε), την αρχή και το τέλος των επιμέρους περιόδων και τη διαφορά της κάθε περιόδου, σε σχέση με την προηγούμενη και την επόμενη.


Ετικέτες άρθρων

Στατιστικά

Αυτή τη στιγμή, διαβάζουν 67 αναγνώστες την κλίκα