Άρθρα
Άξιον Εστί
Άξιον Εστί
Κάποτε υπήρχαν άνθρωποι που τους σέβονταν όλοι. Κάποτε, όταν η κατρακύλα έπαιρνε ανησυχητικές διαστάσεις, παρεμβαίνανε με επιστολές στις εφημερίδες συνοψίζοντας το μέσο λαϊκό συμφέρον και τα πράγματα ξαναμπαίνανε σε μια κάποια τάξη. Θυμάμαι να διερωτώνται «Τι θα γίνει μ' αυτό το χάλι; Δεν έχει μιλήσει ακόμα ο Ελύτης; Ο Θεοδωράκης τι λέει; Ο Χατζιδάκις είπε τίποτα στο Τρίτο;».
Αυτό το είδος των ανθρώπων στις μέρες μας δεν υπάρχει. Και αν κατά λάθος υπάρξει, έχω την εντύπωση πως με κάποιο τρόπο θα του γίνει λοβοτομή χωρίς αναισθησία. Αλλά, μπα, δε θα χρειαστεί κάτι τέτοιο. Οι εποχές είναι απελπιστικά στείρες. Και ώσπου να ξαναγίνουν γόνιμες, υπάρχουν έργα για να σπουδάζουμε όσο κοιμάται ο πολιτισμός. Όσο κοιμάται η ποίηση που είναι η φωνή του.
Άξια εστί τα έργα
![]() |
Της Δικαιοσύνης Ήλιε νοητέ | * | και μυρσίνη εσύ δοξαστική |
| μη παρακαλώσας μη | * | λησμονάτε τη χώρα μου | |
| Αετόμορφα έχει τα ψηλά βουνά | * | στα ηφαίστεια κλήματα σειρά | |
| και τα σπίτια πιο λευκά | * | στου γλαυκού το γειτόνεμα! | |
| Της Ασίας αν αγγίζει απότημια | * | της Ευρώπης λίγο αν ακουμπά | |
| στον αιθέρα στέκεινα | * | και στη θάλασσα μόνη της! | |
| Και δεν είναι μήτε ξένου λογισμός | * | και δικού της μήτε αγάπη μια | |
| μόνο πένθος, άχ, παντού | * | και το φως ανελέητο! | |
| Τα πικρά μου χέρια με τον Κεραυνό | * | τα γυρίζω πίσω απ' τον Καιρό | |
| τους παλιούς φίλους καλώ | * | με φοβέρες και μ' αίματα! | |
| Μα 'χουν όλα τα αίματα ξαντιμεθεί | * | κι οι φοβέρες αχ λατομηθεί | |
| και στον έναν ο άλλος μπαίνουν | * | εναντίον οι άνεμοι! | |
| Της Δικαιοσύνης ήλιε νοητέ | * | και μυρσίνη συ δοξαστική | |
| μη παρακαλώ σας μη | * | λησμονάτε τη χώρα μου! | |
| Οδυσσέα Ελύτη ΤΟ ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ (1959) – Τα Πάθη, Ανάγνωσμα Τρίτο, Η Μεγάλη Έξοδος. | |||
Ο Οδυσσέας Αλεπουδέλης (ψευδώνυμο Ελύτης) γεννήθηκε το Νοέμβρη του 1911 στο Ηράκλειο της Κρήτης και μεγάλωσε στην οδό Σόλωνος και αργότερα στην Πλατεία Αμερικής, στη Μοσχονησίων. Σχολείο πήγε απ' τα έξι του, στο ιδιωτικό Λύκειο Μακρή της Ιπποκράτους, όπου δίδασκαν καθηγητές όπως οι Γ. Αποστολάκης, Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος και ο Ι. Θ. Κακριδής. Γιος καλοστεκούμενης αστικής οικογένειας, έζησε σε περιβάλλον κοντινό προς τον Ελ. Βενιζέλο. Ήταν παρών στην απογείωση, την τραγική διάψευση και πτώση του ελληνισμού και της Μεγάλης Ιδέας που στήριξε το γένος από την τουρκοκρατία ως τους Βαλκανικούς Πολέμους. Εντυπώσεις, αισθήματα και εθνικό σημάδεμα, κοινό χαρακτηριστικό όλης της γενιάς του.
«...Ένα θέμα, για να το εξαντλήσω, δεν έχω άλλο τρόπο παρά να το ζήσω. Γράφοντας. Που σημαίνει ότι βουτώ μέσα του πολύ προτού ξεκαθαρίσω τι θέλω να πω, και αφήνομαι να πλανηθώ εδώ κι εκεί, κατά προτίμηση στις γωνίες του τις πιο σκοτεινές, προσπαθώντας να βλέπω, ή αν όχι, τουλάχιστον να ψαύω και να αναγνωρίζω. Οσο μπορώ. Γιατί, δυστυχώς, πολλές φορές να ρεύματα με παρασύρουν, ξεχνιέμαι μπροστά σε κάτι που μ' αρέσει...».
(Οδυσσέας Ελύτης, «Ανοιχτά χαρτιά», Τρίτη έκδοση οριστική, Ίκαρος1987).
Η πρώτη επαφή μου με τον Ελύτη ήταν στις αρχές του '70. Βραδινές συζητήσεις σε σαλόνια που φωτίζονταν περισσότερο απ' τη σπίθα στη ματιά των συζητητών και λιγότερο απ' το χαμηλωμένο φως του λαμπατέρ. Χούντα τότε και οι μικρότεροι παρακολουθούσαμε με ανοιχτό το στόμα σφοδρές συζητήσεις για την ποίηση, για τη μουσική, για τη λογοτεχνία. Εμείς, σαν μικρότεροι και περισσότερο αιμοβόροι θέλαμε πολεμικά ανακοινωθέντα. Χάνει η χούντα; Κερδάμε εμείς; Αλλά οι μεγαλύτεροι το χαβά τους. Λιγότερες οι κουβέντες για την χούντα και περισσότερες για την Τέχνη.«Την μαγεία δεν την πιάνεις με την ερμηνεία της μαγείας, πόσο μάλλον με την περιγραφή της ερμηνείας της μαγείας. Ή κελαηδάς ή σωπαίνεις. Δε λες: αυτό που κάνω είναι κελαηδητό. Αλίμονο. Αν νογούσανε τα πουλιά, θα μας έπαιρναν με τις πέτρες - συγνώμην, με τις κουτσουλιές ήθελα να πω».
(Οδυσσέας Ελύτης, «Εν Λευκώ», Τα Μικρά Έψιλον, Ίκαρος 1992)
Και εκεί, στα σαλόνια μάθαμε πως κάποια συγκεκριμένη ποίηση προκαλούσε δημιουργικές εντάσεις στους συζητητές, αναβιβάζοντας εαυτή σε επίκαιρη και υποβιβάζοντας την ίδια στιγμή την ποίηση των Νέων Ελληνικών του σχολείου μας σε ποίηση νωθρή, ουδέτερη. Ο Ελύτης προκαλούσε ιδιαίτερη ανάταση. Είχαν προηγηθεί οι μελοποιήσεις του Ανθυπολοχαγού σε μουσική Νότη Μαυρουδή (1968), οι Τύψεις σε μουσική Αργ. Κουνάδη (1968). Ηταν και ο Ηλιος ο Πρώτος σε μουσική Γ. Μαρκόπουλου (Παρίσι 1969). Όμως ήταν και η πρώτη εκτέλεση του λαϊκού ορατόριου του Μίκη Θεοδωράκη πάνω στο Αξιον Εστί με εκείνη την αναπάντεχη λαϊκή απήχηση. 19 Οκτωβρίου 1964, στην οδό Πανεπιστημίου στο Θέατρο REX, μια χρονιά μετά τη βράβευση του Σεφέρη με το Νόμπελ – η λεγόμενη και αποκατάσταση της αδικίας προς τον Παλαμά, τον Καζαντζάκη και τον Σικελιανό. Άρα, ήταν ο απόηχος της γόνιμης επταετίας '60 - '67 που προηγήθηκε της χούντας. Στις 28 Οκτωβρίου 1940 ο Ελύτης επιστρατεύεται σαν ανθυπολοχαγός και τον παγωμένο χειμώνα της ίδιας χρονιάς βρίσκεται στην πρώτη γραμμή πυρός. Ο 4ος Λόχος του 11ου Τάγματος έχει εισδύσει βαθιά μέσα στα Αλβανικά εδάφη. Άγιοι Σαράντα, Μπορς, Καλαράτες, Νιβίτσα, Μπούμπαρι, Μπολένα. Τον βρίσκει σοβαρότατος κοιλιακός τύφος και γλιτώνει μετά από μακρά ανάρρωση, μεταφερόμενος πρώτα στο Αγρίνιο και μετά στην Αθήνα. Το «Άξιον Εστί» το δουλεύει παράλληλα με το «Έξι και μια τύψεις για τον ουρανό» απ' το '57 ως το '59 που το έδωσε για τύπωμα. Οι κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες της περιόδου που σημάδεψαν την Ελλάδα, μετουσιώθηκαν δια χειρός Ελύτη σε ποίημα που ξεπέρασε τις προθέσεις του Ποιητή. Γιατί το έργο γράφτηκε με το αίμα που χύθηκε απ' τα μάτια του ποιητή...
«Στη ζωή, να πετύχεις κάμποσα ορτύκια σημαίνει: τα σκότωσες. Στην τέχνη: τ' ανάστησες. Η τέχνη, ακόμα και όταν οδηγείται προς τον θάνατο, τον ανεβαίνει, δεν πέφτει μέσα του. Και είναι γι' αυτό που όσο η ζωή σώνεται τόσο το έργο επιπλέει με το κεφάλι απ' έξω. (...) Αν φοβίζει κάτι τον συνειδητό καλλιτέχνη είναι ότι ξέρει πως τα πτώματα των κακών έργων είναι χειρότερα κι από των ανθρώπων».
(Οδυσσέας Ελύτης, "Εν Λευκώ", κεφ. Τα Μικρά Έψιλον, Ίκαρος 1992).
