Πού είναι τα λαϊκά;

Ημουσική παραγωγή των δυο τελευταίων δεκαετιών χαρακτηρίζεται από την απόλυτη επικράτηση ενός ακαθόριστου μουσικού είδους, το οποίο δεν μπορώ να βρω έναν δόκιμο όρο για να το περιγράψω. Απλοϊκός στίχος, πάντα σε πρώτο πρόσωπο, ρυθμική μουσική σε «παιδικά» μοτίβα με φόρμα που θυμίζει το αμερικανοπαγκοσμιοποιημένο ποπ. Πάντα αποδίδεται από ημιενδεδυμένους ευπαρουσίαστους νεαρούς και νεαρές που αναδύονται από καπνίζοντα τσουκάλια, ουρανοκατέβατες σκάλες και άλλα ευτράπελα προσπαθώντας να επιβάλλουν την καλλιτεχνική τους ύπαρξη.

Η παραπάνω σούπα είναι σχεδόν πάντα πετυχημένη γιατί πάνω στην άγευστη μορφή της χωράει κάθε είδους μπαχαρικό. Από λίγο μπουζουκάκι να λέει μια φρασούλα στο 12ο μέτρο, μέχρι βιολιά της κλασσικής να θρηνούν την κατάντια τους σε γλυκανάλατες μελωδιούλες ευφυών εμποράκων της μουσικής βιομηχανίας.

σκίτσο: Χρύσανθος Κυριαζής

Στον αντίποδα, η δήθεν «έντεχνη» παραγωγή μάς δίνει αδιάφορα κι αδύναμα τραγούδια, με ελάχιστες εξαιρέσεις, με βαρύγδουπους στίχους μπωντλερικής έμπνευσης και απίστευτα βαθιά νοήματα. Αυτά ούτε τραγουδιούνται ούτε χορεύονται. Κατανοούνται μοναχά από τους δημιουργούς τους και απευθύνονται στους βαριεστημένους μικροαστούς που είναι σε θέση να διασκεδάζουν με το ακατανόητο περιεχόμενό τους. Κάπου στη μέση δείχνει να ισορροπεί ένα επίσης ακαθόριστο είδος τραγουδιού που εκτείνεται από την ελαφριά αγαπησιάρικη μπαλάντα έως αυτό που αυθαιρετώντας αυτοπροσδιορίζεται ως νεολαϊκό. Τις περισσότερες φορές κι αυτό αποδεικνύεται αδιάφορο, γιατί ενώ βασίζεται σε πετυχημένες συνταγές και αναμασημένο στίχο και δείχνει νά 'ναι «καλό», στο τέλος δεν βρίσκει καμία αποδοχή από το λαό και καμία διάρκεια πέραν από την επιβεβλημένη από τα ΜΜΕ και την διαφήμιση.

Το ερώτημα εδώ μπαίνει αναπόφευκτα. Πού είναι τα λαϊκά; Πού είναι τα τραγούδια που εκφράζουν το συναίσθημα όχι κάποιας απογοητευμένης γκομενίτσας αλλά ενός ολόκληρου λαού; ’ραγε στέρεψε το ποτάμι της λαϊκής μας μουσικής ή με κάποιο τρόπο αποκόπτεται η ροή του και αυτή η δημιουργία δε φτάνει ποτέ στον κόσμο; Ας μην ξεχνάμε ότι η μουσική τώρα πια είναι μονάχα βιομηχανικό προϊόν που παράγεται, όπως κάθε άλλο, με στόχο μονάχα την κατανάλωση και φυσικά το κέρδος. Το κακό όμως σ' αυτήν την ιστορία είναι ότι η κερδοσκοπική αναζήτηση ισοπεδώνει τα πάντα. Το προϊόν-τραγούδι παράγεται με το κριτήριο της ταχείας κατανάλωσης, έτσι ώστε να ακολουθήσει το επόμενο που θα φέρει ακόμα περισσότερα κέρδη. Ο εκάστοτε ερμηνευτής αποτελεί μονάχα τη συσκευασία του προϊόντος και ένα από τα αναλώσιμα στοιχεία σε αυτή την παραγωγική διαδικασία λειτουργεί και προβάλλεται για όσο καιρό επιθυμούν οι κινούντες τα νήματα σε αυτό το θέατρο μαριονέτας, ενώ μετά αποσύρεται στο ράφι με τα αζήτητα.

Τώρα τελευταία μάλιστα με τις εκπομπές ταλέντων της τηλεόρασης οι εταιρείες γλιτώνουν και το αρχικό κόστος διαφήμισης, μετατρέποντας τους πρωταγωνιστές των σήριαλ σε «ινδάλματα» με προκατασκευασμένη φήμη. Ψάχνοντας λοιπόν για τα λαϊκά πρέπει να ξεκαθαρίσουμε τι ακριβώς ζητάμε, τι είναι αυτό που δημιουργεί την ειδοποιό διαφορά ανάμεσα σε ένα καλό λαϊκό τραγούδι και μια λαϊκίζουσα μπούρδα. Ο ’κης Πάνου έλεγε ότι το ουσιαστικό κομμάτι ενός τραγουδιού είναι ο στίχος, η μουσική είναι απλώς «σάλτσα». Δεν μπορώ να πω ότι συμφωνώ απόλυτα μαζί του, αλλά θεωρώ ότι έχει κατά ένα μέρος δίκιο. Η μουσική και μέτρια να 'ναι, μπορεί να ντύσει έναν καλό στίχο και να αναδειχτεί μέσα από αυτόν. Όταν συναντιέται όμως ένας καλός στίχος με μια εξίσου καλή μουσική τότε έχουμε αριστουργήματα.

Τι είναι όμως η καλή λαϊκή μουσική; Πώς ορίζεται κάτι τέτοιο; Δεν πιστεύω ότι μπορούμε να βάλουμε ένα σαφές όριο ανάμεσα στο άσπρο και το μαύρο. Απλά το καλό αναγνωρίζεται μέσα από την ίδια την ύπαρξή του, το ακούς και το καταλαβαίνεις, σε αγγίζει στην ψυχή, δεν είναι ευτελές, δεν είναι πομπώδες, έχει μέσα του την έμπνευση και τη δημιουργικότητα των ανθρώπων που το έφτιαξαν και την αλήθεια της ίδιας της ζωής. Ο Μάρκος πριν βγάλει ένα τραγούδι ζητούσε από κάποιον συγκεκριμένο φίλο του να το χορέψει, όχι για να δει την ακρίβεια του ρυθμού που είναι αδιαμφισβήτητη στο έργο του, αλλά για να δει το συναίσθημα που βγάζει το τραγούδι του. Ένα λοιπόν καλό λαϊκό πρέπει να σε σηκώνει από την καρέκλα και να σε βάζει στην τελετή της έκφρασης, στο χορό δηλαδή. Ζεϊμπέκικο για τον ένα, χασάπικο για τους φίλους, σέρβικο για το γλέντι της παρέας, ακόμα και το τσιφτετέλι για τα θηλυκά που θέλουν να κάψουν καμιά καρδιά.

Τι γίνεται όμως όταν ένα τραγουδάκι της κακιάς ώρας φτιάχνει κέφι και δημιουργεί την τελετή στην πιο ευτελή εκδοχή της; Εκεί νομίζω ότι κυριαρχεί το στοιχείο της εκτόνωσης σε αντιπαράθεση με κείνο της έκφρασης, ενώ παράλληλα η μουσική κερδίζει το παιχνίδι με βάση το ρυθμό που κάνει όλη τη δουλειά. Το επόμενο ουσιώδες στοιχείο του τραγουδιού είναι ο στίχος. Εδώ ο χάρτης ξεκαθαρίζει. Μεγάλα τραγούδια σημαίνει πάντα λόγια αληθινά, σταράτα, λόγια της ψυχής με δυο κουβέντες. Πόσα λοιπόν τέτοια λόγια μπορείς να πεις για την αγάπη, τον έρωτα και το χωρισμό και ξανά μανά τα ίδια και τα ίδια, καθότι ο σύγχρονος κατανοητός στίχος εκεί περιορίζεται, αναδύοντας από παντού μια τεράστια ευδαιμονία. Οποιαδήποτε αναφορά σε οτιδήποτε δεν αφορά προσωπικές στιγμές είναι απαγορευμένη. Ό,τι αφορά την κοινωνία στο σύνολό της είναι ανύπαρχτο μες το τραγούδι. Θα φέρω ως παράδειγμα ένα σουξέ της προηγούμενης χρονιάς, που δεν ξέρω αν το θυμάται κανείς φέτος, αλλά είναι πολύ σημαντικό γιατί δίνει ξεκάθαρα το στίγμα του:

Δε νοιάζομαι ο κόσμος που πηγαίνει
και γύρω μου στους άλλους τι συμβαίνει
Δε νοιάζομαι τα νέα να διαβάσω
μα μόνο πως την νύχτα αυτή κοντά σου
θα την περάσω
Γιατί εγώ ζω στον κόσμο τον δικό μου
κι εκεί υπάρχεις μόνο εσύ μωρό μου...


Ετικέτες άρθρων

Στατιστικά

Αυτή τη στιγμή, διαβάζουν 68 αναγνώστες την κλίκα