Ο Μάρκος Σανούδος ήταν σκέτη λέρα

Το καλοκαίρι ήταν στην κορύφωσή του και ο συνδυασμός ζέστης και άπνοιας έκανε εντονότερη την επιθυμία για μια βουτιά στα δροσερά νερά της ακίνητης θάλασσας. Η αρμύρα της ανακατευόταν με τη μυρωδιά της καβαλίνας και δημιουργούσε μια αποπνικτική ατμόσφαιρα που έκανε ακόμα και τους γλάρους να απομακρύνονται κρώζοντας με ανοιχτά φτερά. Παρόλα αυτά, το εκτυφλωτικό φως και η καθαρότητα των χρωμάτων συνέθεταν έναν εκπληκτικής ομορφιάς ζωγραφικό πίνακα.

Ο Μάρκος Σανούδος έβγαλε τη φτερωτή περικεφαλαία του, έξυσε το άπλυτο, κάθιδρο, γεμάτο κασίδα κεφάλι του και χάιδεψε το μούσι του. Αυτό που έβλεπε ήταν ένα χάρμα οφθαλμών, μια ειδυλλιακή εικόνα που ερχόταν να ξεκουράσει το μυαλό του και να γαληνέψει το κεφάλι του, μετά τις αιματοβαμμένες μάχες της Τέταρτης Σταυροφορίας που πρόσφατα είχε τελειώσει. Οι φήμες ήταν σωστές. Πολλά χειμωνιάτικα βράδια γύρω απ’ τις φωτιές του φράγκικου στρατοπέδου στα περίχωρα της Κωνσταντινούπολης, είχε ακούσει τις διηγήσεις στρατιωτών που πολεμούσαν τους Βυζαντινούς στο πλευρό του, να περιγράφουν ένα πανέμορφο νησί του Αιγαίου, πλούσιο σε βλάστηση και κυνήγι, με σμαραγδένια νερά και όμορφες γυναίκες. Του σφηνώθηκε η ιδέα σχεδόν αμέσως. Ήξερε ότι λόγω καταγωγής δε θα ήταν από τους ευνοημένους ευγενείς στο πλιάτσικο της Βασιλεύουσας και έπρεπε με κάποιον τρόπο να διασφαλίσει το μέλλον του, μια και αυτή η Σταυροφορία ήταν -έτσι κι αλλιώς- ένα τεράστιο φιάσκο. Έπρεπε να ψάξει την τύχη του αλλού, κάπου που δε θα προκαλούσε το ενδιαφέρον και το φθόνο άλλων επίδοξων Φράγκων γαλαζοαίματων.

Το σχέδιο του ήταν απλό: θα έπειθε τους Δόγηδες της Βενετίας να του δανείσουν οκτώ γαλέρες και με τη βοήθεια του πρωτοξαδέρφου του, Μαρίνου Δάνδολου, θα ξεκινούσαν να κατακτήσουν αυτόν τον επίγειο παράδεισο. Οι Δόγηδες ζύγισαν την πρότασή του και αποφάσισαν ότι τα πλεονεκτήματά της ήταν περισσότερα από τα μειονεκτήματα: σε περίπτωση ήττας του θα γλύτωναν από ένα ξεπεσμένο αλλά φιλόδοξο μπελά, ενώ σε περίπτωση νίκης θα επέκτειναν την κυριαρχία τους στο στρατηγικής σημασίας Αρχιπέλαγος. Εξάλλου, το ενδιαφέρον τους εκείνο τον καιρό μονοπωλούσε η κατάκτηση της Κρήτης και το άνοιγμα ενός δεύτερου αμφίβολου μετώπου ήταν το τελευταίο που ήθελαν να τους προκύψει. Έτσι, τον ξεφορτώθηκαν δανείζοντάς του τις οκτώ γαλέρες, οι οποίες τώρα βρίσκονταν αγκυροβολημένες στα ανοιχτά του λιμανιού Ποταμίδες, στα νοτιο-δυτικά του νησιού.

Ο Μάρκος Σανούδος χάιδεψε τη χαίτη του σιδερόφρακτου αλόγου του, έφερε την παλάμη του στο μέτωπο για να κόψει την αντηλιά και κοίταξε με το γκρίζο του βλέμμα στο βάθος του πανέμορφου καταπράσινου κάμπου που απλωνόταν μπροστά του. Η ειδυλλιακή εικόνα που τόση ώρα θαύμαζε διακοπτόταν απότομα.
- Ήμουν σίγουρος ότι αυτοί οι μπάσταρδοι θα βοηθούσαν τους Ρωμιούς, είπε στον Δάνδολο που βρισκόταν δίπλα του.
Εκείνος, ατένισε τις γενοβέζικες παντιέρες που υψώνονταν πάνω από τις σκηνές του αντίπαλου στρατοπέδου και μέτρησε σιωπηλά τους θυρεούς τους.
- Είναι περισσότεροι αλλά δε θ’ αντέξουν την πολιορκία, οι Γενοβέζοι δεν πρόκειται να στείλουν άλλες ενισχύσεις, είπε τελικά και, τραβώντας με μια κοφτή κίνηση τα γκέμια του αλόγου του, ακολούθησε τον Σανούδο στο προσωρινό τους στρατόπεδο, στους πρόποδες του λόφου που τόση ώρα στέκονταν.

Πέντε εβδομάδες κράτησε η αντίσταση των υπερασπιστών του νησιού. Ο Σανούδος κατέλαβε τη Νάξο και, χρησιμοποιώντας τη ως βάση, επέκτεινε την κυριαρχία του στα περισσότερα νησιά των Κυκλάδων, ιδρύοντας αυτό που έμεινε στην ιστορία ως Δουκάτο του Αιγαίου. Η Νάξος αποτέλεσε την πρωτεύουσά του κι εκεί έχτισε το απόρθητο κάστρο του, μέχρι που το κατέλαβε ο Μπαρμπαρόσα τρεις αιώνες μετά. Διαίρεσε το νησί σε 56 επαρχίες και όρισε ως κυβερνήτες συγγενείς του και άλλους Ενετούς ευγενείς. Κατάφερε να κερδίσει τόσο την ανοχή των ντόπιων σεβόμενος το διαφορετικό χριστιανικό τους δόγμα, όσο και την ανεξαρτησία του από τη Βενετία πληρώνοντας πλουσιοπάροχα φόρους και συμμαχίες.

Πέθανε το Σωτήριο Έτος 1227 μ.Χ., αφού κυβέρνησε το Δουκάτο του για 20 συναπτά χρόνια, έχοντας προσδώσει στο νησί μιαν αίγλη που στο ρου της ιστορίας ελάχιστα ξεθώριασε. Άφησε πίσω του όμορφα κτίρια, φρούρια και κάστρα, γαρνιρισμένα με βενετσιάνικα ονόματα τα οποία μέχρι σήμερα στολίζουν τις επιγραφές στα στενοσόκακα των απομειναριών τους: Γκίζοι και Κρίσποι, Σομαρίπες και Κιρίνοι, Μπαρότσοι, Γκοτζαντίνοι και Δελλαρόκες. Περισσότερο απ’ όλα όμως, κατάφερε να συντηρήσει την κυριαρχία των Φράγκων κάτω απ’ τη μύτη των Βυζαντινών μέχρι την τελική τους πτώση, το 1453, διατηρώντας παράλληλα εξαίρετες σχέσεις με τους Οθωμανούς και απολαμβάνοντας σεβασμό και πίστη από τους κατακτημένους γηγενείς.
Ο Μάρκος Σανούδος ήταν σκέτη λέρα.


Ετικέτες άρθρων

Στατιστικά

Αυτή τη στιγμή, διαβάζουν 67 αναγνώστες την κλίκα