Γιάννης Σταματίου "Σπόρος": Η σελίδα μου στο βιβλίο του λαϊκού τραγουδιού είναι γραμμένη

Με τον κ. Γιάννη Σταματίου είχα την τύχη να βρεθώ αρκετές φορές και να κουβεντιάσω μαζί του. Για την ακρίβεια είχα την τύχη να τον ακούσω να μιλάει για τη ζωή του και την καλλιτεχνική του πορεία. Παραθέτουμε μεγάλο μέρος από αυτές τις αφηγήσεις, όπου εκτός από την αυτοβιογραφία του, ο δεξιοτέχνης μουσικός δίνει πρωτογενείς περιγραφές για το χώρο του κλασσικού λαϊκού τραγουδιού και τους ανθρώπους του, αλλά και αρκετές απόψεις του για την εξέλιξη της ελληνικής μουσικής.

Απ’ τη γειτονιά στο πάλκο

Ξεκίνησα παίζοντας κιθαρίτσα στη γειτονιά. Καμιά σχέση με επάγγελμα. Καντάδες με τους φίλους στη γειτονιά ή σε κανένα πάρτι. Κιθάρα υπήρχε στο σπίτι μου. Έπαιζε ο πατέρας μου για δικιά του ευχαρίστηση. Αυτός μου έδειξε και τα πρώτα πράγματα. Στου Χαροκόπου έμενε η αδερφή του πατέρα μου κι εγώ πήγαινα συχνά σπίτι της. Εκεί κοντά, συγκεκριμένα στην Αγίων Πάντων, έμενε και ο Άκης Πάνου, ο οποίος το «σκάλιζε» το όργανο. Μάλιστα ο αδερφός του ο Βαγγέλης έπαιζε καλή κιθάρα. Γνωριστήκαμε, πήγαινα σπίτι τους και παίζαμε.

Κάποια στιγμή μάς «βγήκε» μια δουλειά. Ήταν ένας περίεργος τύπος ονόματι Τζον, που γυρνούσε τις ταβέρνες με μια κιθάρα κι έπαιζε. Το παρατσούκλι του ήταν Τζον. Πήγαμε λοιπόν εγώ, αυτός και ο Άκης σε μια ταβέρνα στο Κουκάκι, στου Συλιβάνη. Μάλιστα θυμάμαι ένα βράδυ τον κυνηγάγαμε, γιατί πήραμε χαμπάρι ότι μας έριχνε στα «τυχερά». Αυτή ήταν η πρώτη -ας πούμε επαγγελματική- επαφή με το χώρο. Θα ήμουνα τότε 12-13 χρονών.
Τότε δουλεύαμε για ένα πιάτο φαΐ και ότι τυχερό πιάσουμε. Παράλληλα μεσολαβούσε και το σχολείο. Πολλές κοπάνες. Την κοπανάγαμε και πηγαίναμε σε κινηματογράφους, πηγαίναμε σε διάφορα σπίτια και παίζαμε. Είχα μανία με την κιθάρα. Βέβαια, εκείνη η γειτονιά είχε βγάλει κι άλλους πολλούς. Ήταν τ’ αδέρφια Ευσταθίου, ο Μήτσος κι ο Σπύρος, ήταν ο Στέλιος ο Μακρυδάκης, ήταν ο Παναγιώτης ο Μενεξής, ήταν ο Θέμης ο Ρούσσος, δηλαδή άτομα που αναγνωρίστηκαν μετά στο επάγγελμα. Θυμάμαι λοιπόν, θα ήτανε καλοκαίρι του ’48, σ’ ένα μαγαζί στη Φραντζή που το λέγανε «Νίκη», απέναντι απ’ το αστυνομικό τμήμα, δούλευε ο Γιάννης Παπαδόπουλος (κιθαρίστας ήταν αυτός και τραγούδαγε), ο Μήτσος ο Μέρτηκας πιάνο (ο γέρος, γιατί αργότερα έγιναν γνωστοί και οι γιοι του, ο Γιάννης που έπαιζε με το Ζαμπέτα κλπ.), ο Μήτσος κι ο Σπύρος Ευσταθίου και ο Μακρυδάκης. Τρία μπουζούκια, μια κιθάρα κι ένα πιάνο. Εγώ είχα ξεφύγει κάπως από τη γειτονιά -από το ερασιτεχνικό να πούμε- και με παίρνανε μαζί τους για κιθάρα οι Ευσταθίου, ο Μακρυδάκης κι ένας άλλος φίλος -ο Μανώλης ο «Πονηρός» τον λέγανε- όταν έπαιζαν για το κέφι τους. Αυτοί ήταν επαγγελματίες. Πιτσιρικάς δηλαδή είδα όλα τα κουτούκια, τους τεκέδες, τα καταγώγια, τους αργιλέδες, τα μαύρα. Όμως, χωρίς να θέλω να υποτιμήσω κανέναν, παρόλα αυτά τα νταραβέρια είχαμε και μια αξιοπρέπεια.

Εγώ κάποια στιγμή άρχισα και ζήλευα! Γιατί αυτοί «πριμάρανε» κι εγώ ακομπανιάριζα και δε μ’ άρεσε ν’ ακομπανιάρω. Πιάνω λοιπόν την κιθάρα του πατέρα μου την πάω σ’ έναν οργανοποιό στην Κολοκοτρώνη -Καζάκο τον έλεγαν- και της βάζω διπλές χορδές για να μπορώ κι εγώ να «πριμάρω»! Ο Καζάκος μόνο κιθάρες έφτιαχνε. Μετά πάω στον Παναγή και του ζητάω μπουζούκι. Οι αδερφοί Παναγή έφτιαχναν μπουζούκια. Τότε ήταν μετρημένοι στα δάχτυλα του ενός χεριού αυτοί που έφτιαχναν μπουζούκια. Ο Ζοζέφ, ο Παναγής και δυο-τρεις άλλοι. Πάω που λες και ζητάω του Παναγή μπουζούκι. Δε μου ’δινε όμως γιατί δε φτάνανε τα λεφτά. Τέλος πάντων, δίπλα στο σπίτι μου είχε ένας κάποιο μπουζούκι κι έπαιζε λίγο. Είδε την κάψα που είχα εγώ και μου το ’δινε και το ’παιρνα σπίτι να παίζω.

Ένα βράδυ που καθόμουνα με την παρέα μου στο καφενείο του Παναγιωτάκη στη Βουλιαγμένης -εκεί ήταν η πιάτσα μας- περνάει ο Μήτσος (σ.σ. ο Ευσταθίου). Μου λέει: «Μπουζούκι έχεις;». Του λέω: «Έχω». Μου λέει: «Πάρτο κι έλα για δουλειά στη «Νίκη», γιατί έφυγε ο αδερφός μου και πήγε με τον Παπαϊωάννου». Η «Νίκη» ήταν το πρώτο πάλκο που ανέβηκα. Πήγα το βράδυ, κούρδισα, ξεκινήσαμε να παίζουμε, αλλά εγώ απ’ το ρεπερτόριό τους ήξερα κάπου το 20%. Γιατί τότε δεν είχαμε τα μέσα για να μαθαίνουμε πολλά τραγούδια. Αν θα στο ’δειχνε κανένας ή περνώντας από κανένα καφενείο με γραμμόφωνο έπιανα καμιά μελωδία με τ’ αυτί κι έτρεχα σπίτι να τη μάθω. Με το μυαλό δηλαδή αντικαθιστούσαμε το μαγνητόφωνο. Αλλά πόσα να κρατήσεις, πόσα να θυμηθείς; Εν πάση περιπτώσει, το ρεπερτόριό μου ήταν περιορισμένο. Παίζαμε τα τραγούδια που κυκλοφορούσαν τότε: Τσιτσάνη, Παπαϊωάννου, Χιώτη, Χατζηχρήστο, Μάρκο... ό,τι κυκλοφορούσε. Έπαιζα λοιπόν αυτά που ήξερα. Στα άλλα... έκανα το κορόιδο! Γύρναγε ο Μήτσος ο Μέρτηκας και με καλαμπούριζε: «Πότε παίζεις, πότε δεν παίζεις. Θα πας για μεροκάματο το πρωί!». «Άσε με κύριε Μήτσο» του έλεγα εγώ. Έτσι έβγαλα όλο το καλοκαίρι.

Στο «Μπαράκι»

Εμένα οι Ευσταθίου με αγαπούσανε πολύ. Πήγαινα συχνά στο σπίτι του Σπύρου. Σε «μόρτο» σαιζόν καθόμασταν μέχρι αργά. Αυτός πέρναγε τραγούδια κι έδινε σε μένα να παίζω το πρίμο για να βγάλει αυτός τα σιγόντα. Ο Σπύρος ήτανε «μπροστά». Του άρεσε ο Χιώτης, εκτός από τ’ άλλα δηλαδή που έπαιζε, του άρεσε να ψάχνεται. «Χιωτέικα» τραγούδια... Μακάρι να τα θυμόμουνα! Κάποια λίγα μισοθυμάμαι... Και δεν μπορώ να τα βρω τώρα πουθενά! Εγώ λοιπόν ήθελα να γνωρίσω τους «επώνυμους», αυτούς που άκουγα. Μου λέει ο Σπύρος: «Θα σε πάω στο «Μπαράκι» εγώ».

Πάσχα του ’48 στο ραδιόφωνο των Ενόπλων ΔυνάμεωνΤο «Μπαράκι» ήταν του Γιάννη του Χαριτόπουλου στην Ίωνος, πριν το πάρει ο Μάριος. Εγώ ακόμα φόραγα το καπέλο με την κουκουβάγια, πήγαινα δηλαδή Γυμνάσιο. Πήγαμε στο «Μπαράκι» κι ο Σπύρος και μου λέει: «Αυτός είναι ο Τατασόπουλος, αυτός είναι ο Τζουανάκος, αυτός είναι ο Χιώτης, αυτός είναι ο Μπέμπης». Μου τους έδειχνε δηλαδή από μακριά και με κάποιους χαιρετήθηκα. Ε... χάρηκα εγώ! Ο Σπύρος μού είχε εμπιστοσύνη. Κάποια στιγμή, όπως καθόμασταν σ’ ένα τραπέζι, λέει του σερβιτόρου: «Πιάσε ένα μπουζούκι». Υπήρχαν πάντα όργανα στο «Μπαράκι». Παίρνει το μπουζούκι και πάει στο Χιώτη που καθόταν δίπλα και του λέει: «Έχω έναν πιτσιρικά φίλο μου, ένα ταλεντάκι. Θα τον βάλω να τον ακούσεις». Λέει ο Μανώλης: «Αμέ». Γυρνάει ο Σπύρος σε μένα και μου λέει: «Παίξε». Παίζω ένα κομμάτι, πιάνει και κι άλλο ένα μπουζούκι ο Σπύρος και παίζουμε άλλα δυο-τρία κομμάτια. Μου έκανε σιγόντα ο Σπύρος. Μόλις σταματήσαμε λέει ο Χιώτης: «Για κοίτα το σποράκι!». Ήμουνα κι εγώ αδύνατος, κατοχικός και μού ’μεινε το «Σπόρος» από τότε μέχρι σήμερα που κοντεύω να γίνω ...δέντρο!


Ετικέτες άρθρων

Στατιστικά

Αυτή τη στιγμή, διαβάζουν 73 αναγνώστες την κλίκα