CD: «Νίκος & Kάρολος Μιλάνος: Η ιστορία του λαϊκού τραγουδιού στο Βόλο»

Η ιστορία του CD

Τους Μιλάνους τους πρωτάκουσα στο μαγαζί το Νοέμβρη του '96. Εντυπωσιάστηκα από το παίξιμο, το ύφος, το ηχόχρωμα και το ρεπερτόριό τους καθώς όλα αυτά παρέπεμπαν απευθείας στα λαϊκά μαγαζιά των πρώτων μεταπολεμικών χρόνων. Έκτοτε ξαναπήγα στο μαγαζί πάρα πολλές φορές, ειδικά την περίοδο που ζούσα μόνιμα στο Βόλο. Τότε τους πρότεινα να ηχογραφήσουνε κάτι. Αρνιόντουσαν σθεναρά. Ό,τι και να τους έλεγα δε δέχονταν, παρά ως άλλοι Μπέμπηδες τόνιζαν πως «όποιος θέλει να μας ακούσει, ναρθεί εδώ στο μαγαζί».

Όμως το καλοκαίρι του '99 ο Κάρολος είχε μια περιπέτεια υγείας. Δεν ξέρω αν αυτό λειτούργησε ως καταλύτης, πάντως τότε μου δώσανε την άδεια να προχωρήσουμε στην ηχογράφηση, αλλά υπό τον όρο ότι θα γινότανε στην ταβέρνα και θα ήτανε ταυτόχρονη για όλα τα όργανα. Θέλανε ακόμα τα μικρόφωνα να είναι ...κρυμμένα, γιατί αλλιώς θα άλλαζε το ύφος τους. Παρόλο που ήταν μεγάλος μπελάς, συμφώνησα.

Άρχισα από τα τυπικά, δηλώσεις στην ΑΕΠΙ και τέτοια. Ταυτόχρονα έπρεπε να βρω έμπειρο και σοβαρό ηχολήπτη γιατί η ταβέρνα δεν είναι και ό,τι καλύτερο ακουστικώς και οι όροι των Μιλάνων έβαζαν επιπρόσθετα εμπόδια. Κατέληξα στον σοβαρό επαγγελματία Τάσο Κυριαζή και αποφασίσαμε να γίνει η ηχοληψία νωρίς το απόγευμα, πριν αρχίσει ο κόσμος να έρχεται. Διαλέξαμε την Τετάρτη 20 Οκτωβρίου 1999 επειδή έπαιζε ο Ολυμπιακός με τη Μόλντε στο Τσάμπιονς Λιγκ και δε θα είχε πολύ κόσμο, άρα το επίπεδο θορύβου (=βαβούρα) στο μαγαζί θα ήτανε χαμηλό.

Και πράγματι, ήρθε ο Τάσος με το γιό του και έναν άλλον από τη Λάρισα με ένα βανάκι γεμάτο μηχανήματα. Στήσανε οκτώ μικρόφωνα, δοκιμάσανε τι δοκιμάσανε και μετά βγήκανε ο Νίκος με τον Κάρολο και τον Κώστα τον Καραμπερόπουλο στον μπαγλαμά και είπανε και τα δώδεκα τραγούδια μια κι έξω. Ούτε τρία τέταρτα δεν κράτησε η όλη ιστορία. Και, σε αντίθεση με την ευρωπαϊκή πορεία του Ολυμπιακού, ήτανε και απολύτως επιτυχής. Μάλιστα, μιας και ήταν στημένα τα μικρόφωνα, πάρθηκε και όλη η υπόλοιπη βραδιά και έτσι έχουμε και την μοναδική ίσως καθαρή ηχογράφηση από την «Σκάλα». Ιδιαίτερη μνεία χρειάζεται εδώ για τον Κώστα, ο οποίος -μολονότι νεαρός ακόμα- είναι παλιά ιστορία στο μαγαζί: γυμναστής στο επάγγελμα, έγινε σπουδαίος κιθαρίστας εκεί μέσα και τώρα είναι επαγγελματίας μουσικός στα μαγαζιά του Βόλου και της Λάρισας.

Μετά την ηχογράφηση σειρά είχε η επεξεργασία, η οποία ήταν όλη αναλογική και έγινε στην Αθήνα στο studio του Κυριαζή. Πουθενά δεν μπήκε υπολογιστής, πουθενά δεν «κλέψαμε» στον ήχο. Ταυτόχρονα συγκέντρωσα τα στοιχεία για τα τραγούδια (πέντε κασσέτες και ένα μπουκάλι τσίπουρο χρειάστηκαν για να γραφτούνε οι συζητήσεις που είχαμε για τα τραγούδια αυτά με τον Κάρολο στο σπίτι του) και έτσι έγραψα τα σχόλια που συνοδεύουν το CD. Επειδή δεν ήμουνα καλός στην έκθεση, έδωσα όλα τα στοιχεία που είχα μαζέψει για την ιστορία της οικογένειας Μιλάνου στο Γιώργο τον Καφενταράκη, ο οποίος σουλούπωσε το κείμενο και το υπέγραψε ως δικό του. Δεν πειράζει, χαλάλι του... Την αισθητική επιμέλεια του ενθέτου είχε η φίλη Ελένη Τσέλιου η οποία βοήθησε αφιλοκερδώς σε όλη τη διαδικασία παραγωγής. Το εξώφυλλο το έφτιαξε ο γραφίστας Νίκος Σαρρής που είχε τότε γραφείο στον Βόλο και έκανε την όλη δουλειά βασισμένος σε φωτογραφίες που μας παραχώρησαν οι Μιλάνοι. Το CD τυπώθηκε το Φεβρουάριο του 2000 σε 2.000 αντίτυπα στην επίσης Βολιώτικη Data Media και... μετά δεν είχαμε τι να τα κάνουμε. Είχα προαποφασίσει ότι η παραγωγή θα είναι ανεξάρτητη, οπότε έπρεπε να βρω έναν μηχανισμό διακίνησης. Ευτυχώς, είχα τότε μια εταιρία πληροφορικής στον Βόλο, η οποία είχε δικαίωμα παραγωγής, διακίνησης και εμπορίας ψηφιακού υλικού. Τέτοιο λοιπόν βαφτίστηκε το CD και πήγε σε μερικά επιλεγμένα δισκάδικα της Αθήνας, της Θεσσαλονίκης και της Πάτρας, καθώς και σε όλα του Βόλου και της Νέας Ιωνίας. Κυρίως όμως, πήγε στην ταβέρνα των Μιλάνων, απ' όπου διακινήθηκαν τα περισσότερα κομμάτια.

Οι ανεξάρτητες παραγωγές έχουν πρόβλημα διαφήμισης, πόσο μάλλον όταν είναι επαρχιακές. Σε τοπικό επίπεδο δεν είχαμε πρόβλημα: όλες οι τοπικές εφημερίδες έγραψαν πολλές φορές για το CD και οι τοπικοί ραδιοσταθμοί το έπαιξαν ουκ ολίγες φορές. Όμως δεν έφτανε. Έτσι έστειλα από ένα αντίτυπο σε επιλεγμένους ραδιοσταθμούς (Δεύτερο, 902, Μελωδία, Εν Λευκώ), στα μουσικά περιοδικά της εποχής (Δίφωνο, Ήχος και άλλα που δεν θυμάμαι πια) και σε επιλεγμένους δημοσιογράφους. Από αυτούς, μόνον ο Γιώργος Παπαδάκης έγραψε μια δισέλιδη κριτική στο Δίφωνο και ο Πάνος Γεραμάνης κάμποσες φορές στα Νέα. Το παρουσίασε επίσης δυο φορές ολόκληρο στους «Λαϊκούς Βάρδους» του Δεύτερου Προγράμματος, ενώ και ο 902 έπαιζε συχνά κάποια κομμάτια. Αυτή ήταν όλη κι όλη η διαφήμιση που είχε το CD, το οποίο όμως εξαντλήθηκε στα μέσα του 2001! Κουρασμένος από το τρέξιμο που απαιτείται και με οικονομικά προβλήματα τότε, δεν προχώρησα σε επανέκδοσή του και έτσι σήμερα είναι συλλεκτικό.

Αρκετά μετά την εξάντληση όλου του στοκ, τον Απρίλιο του 2003 στο 3ο τεύχος του περιοδικού «Λαϊκό Τραγούδι», ο Βαγγέλης Αρναουτάκης κατέταξε το εν λόγω CD ανάμεσα στις 30 κορυφαίες ζωντανές ηχογραφήσεις λαϊκής μουσικής στην Ελλάδα.


Ετικέτες άρθρων

Στατιστικά

Αυτή τη στιγμή, διαβάζουν 73 αναγνώστες την κλίκα