Αφιερώματα
Σκάλα του Μιλάνου
Συνέντευξη με τον Στάθη Μιλάνο
Σκάλα του Μιλάνου
Συνέντευξη με τον Στάθη Μιλάνο
Συνέντευξη με τον Στάθη Μιλάνο
Σελίδα 1 από 4
«Η μουσική κατέχει σημαντική θέση στη ζωή μας»
Πόσο πίσω στο χρόνο μας πάει το όνομα Μιλάνος; Πόσο παλιά είναι η μουσική παράδοση στην οικογένεια των Μιλάνων;
Γύρω στο 1880 ο παππούς Μιλάνος (παρατσούκλι Κολατσής) είχε μπακαλοταβέρνα στην Πορταριά Πηλίου και έπαιζε μπουζούκι. Μάλιστα σώζονται και 3-4 φωτογραφίες, σε μια είναι μια παρέα παλιοί με ψαθάκια κι ο πατέρας μου κι ο αδερφός του Σπύρος είναι μικρά παιδιά.
Μπουζούκι, ακριβώς μπουζούκι. Είχε πέντε χορδές. Σαν τρίχορδο αλλά με μονή τη μεσαία χορδή. Κούρδισμα Ρε-Λα-Ρε.
Για ποιο λόγο μία Λα;
Ποιος ξέρει; Τεχνικές και γνώσεις της εποχής. Αργότερα έβαλαν τη δεύτερη Λα.
Όργανα υπάρχουν από κείνη την εποχή;Σώθηκαν δυο μπουζούκια, απ' τα οποία το ένα το ήθελε ο συγχωρεμένος ο μπαρμπα-Στέφανος να το θάψουν μαζί του σαν τελευταία του επιθυμία και το άλλο το κράτησε ο Κάρολος. Το ένα ήταν του παππού του Κολατσή. Το άλλο νομίζω το είχε φτιάξει ο πατέρας μου σε έναν μάστορα τότε του Βόλου, τον Γεωργίτση. Το βάρος τους ήταν γύρω στα εκατόν εβδομήντα δράμια. Και ήταν φτιαγμένα με το μεράκι των μαστόρων, ενώ σήμερα έχει γίνει εμπόριο. Οι γνώσεις βέβαια και οι τεχνικές στην οργανοποιία σήμερα έχουν εξελιχθεί αρκετά. Απ' το μπακαλικάκι ο πατέρας μου έφυγε γύρω στο 1908 για την Αίγυπτο και ξέρω ότι είχε πάρει και το μπουζούκι μαζί του. Το 1913 γυρίζει πίσω. Για εννιά χρόνια πηγαινοερχόταν ως φαντάρος. Και το 1919 μαζί με το γαμπρό του ανοίγει τη «Σκάλα». Στην αρχή δεν είχε κάποιο όνομα. Απλά «καφεοινομαγειρείον» ή κάπως έτσι. Το όνομα δόθηκε απ' το διευθυντή της εφημερίδας «Θεσσαλία» Τάκη Οικονομάκη, ο οποίος ύστερα από μια βραδιά που πέρασε στο μαγαζί, την άλλη μέρα έγραψε ένα άρθρο στην εφημερίδα του, όπου έλεγε ότι οι Βολιώτες για να ακούσουν τους ήχους της «Σκάλας του Μιλάνου», δε χρειάζεται να πάνε στην Ιταλία. Γιατί «Σκάλα του Μιλάνου» υπάρχει και στο Βόλο. Κι έτσι βάφτισε το μαγαζί.
Ο Κάρολος γεννιέται το 1932, ένα κορίτσι που το χάσαμε το 1935, ο Νίκος το 1938 κι εγώ το 1941. Στη συνέχεια πόλεμος, Κατοχή. Μέναμε Φιλελλήνων 33. Έρχεται η απελευθέρωση κι ο πατέρας μου ξανανοίγει το ταβερνάκι που είχε κλείσει προσωρινά, γιατί τα χρόνια ήταν δύσκολα και είχε φύγει για λίγο στο βουνό, στα χωριά του Πηλίου. Ξανανοίγει λοιπόν η ταβέρνα και μεγαλώνουμε εκεί μέσα. Ο πατέρας μου μου δείχνει τα πρώτα τραγούδια στο μπουζούκι. «Μικρό μου Μαρικάκι μου άναψες φωτιά» ήταν το πρώτο, μετά τον «Μπουφετζή» και κάποια άλλα. Έφτασα λοιπόν σε ηλικία έξι ετών να παίζω δειλά-δειλά. Εν τω μεταξύ ο πατέρας μου είχε υποσχεθεί σε κάποιον να με βαφτίσει, όμως εκείνος ήταν εξορία. Για να πάω σχολείο όμως έπρεπε να βαφτιστώ. Αναγκαστικά λοιπόν με βάφτισαν έξι ετών στον Άγιο Νικόλα απέναντι απ' το ταβερνάκι και στο γλέντι που ακολούθησε ήμουν ο πρώτος που έπαιξα. Πρωτοφανές νομίζω για την εποχή. Σήμερα υπάρχουν κάποια παιδιά πέντε ή έξι χρόνων που μπορεί να παίζουν, αλλά τότε ήταν άλλα χρόνια. Πόλεμος, Κατοχή, πείνα κλπ. Το κάνουν να μοιάζει με θαύμα. Πάνω απ' όλα ήταν το μεράκι του συγχωρεμένου του μπαρμπα-Στέφανου για το μπουζούκι. Μεγάλη υπόθεση. Αν δεν υπήρχαν τέτοιοι άνθρωποι δε θα υπήρχαμε κι εμείς.
Μόνο ο πατέρας σας σας μάθαινε;
Ναι, και όσοι ερχόντουσαν στο ταβερνάκι κι έπαιζαν, λίγο απ' τον έναν λίγο απ' τον άλλον, βλέπαμε και έτσι μπήκαμε στο δρόμο αυτό, της λαϊκής μουσικής.
Ποιοι ήταν αυτοί, θυμάσαι ονόματα; Ήταν ερασιτέχνες ή επαγγελματίες;
Κάποιες φυσιογνωμίες θυμάμαι. Ονόματα απ' το '50 και μετά θυμάμαι τον Αχιλλέα το Ματζίρη, τον Κώστα Στεργίου που ήταν πολύ δυνατό όργανο και επαγγελματίας. Ένας Λαδόπουλος που τραγουδούσε κι όλας, κάποιος Κελεμπέκης, ένας πολύ καλός κιθαρίστας ο Λιθαδιώτης, ο Σούλης Αντωνίου, ο Δημήτρης Μωρέας, ο Κεραμάρης κι άλλοι που δε θυμάμαι. Εν πάση περιπτώσει όποιοι παίζαν μπουζούκι τότε λίγο ή πολύ πέρασαν απ' το μαγαζί. Έτσι λοιπόν έφτασα κάποια στιγμή που ίσως κι εγώ δεν τό 'χα καταλάβει 14-15 χρονών και έπαιζα καλύτερα από κάποιους επαγγελματίες. Κι αφού το συνειδητοποίησα άρχισα να επιδίδομαι περισσότερο σ' αυτό.
Το μαγαζί ήταν ανοιχτό απ' το πρωί;
Το πρωί είχε πατσά, κάποιοι μουσικοί που σχολούσαν έρχονταν για πατσά και σέρβιρε ακόμη και καφέδες στα γύρω μαγαζιά. Κάποιοι μερακλήδες θα έπιναν καμιά κούπα το μεσημέρι. Καμιά φορά μπορεί να τύχαινε να μην έχει κόσμο, αλλά μεταξύ τρεις και πέντε. Μετά μαζευόντουσαν πάλι.
Τα τραγούδια που παίζατε και τραγουδούσατε τι είδους ήταν;
Τα τραγούδια της εποχής, λαϊκά τραγούδια.
Παπαϊωάννου, Τσιτσάνης, Βαμβακάρης, Μητσάκης, Καλδάρας δηλαδή;
Όλοι αυτοί κι άλλοι πολλοί. Αν πούμε ονόματα σίγουρα θα αδικήσουμε κάποιους που μπορεί να ξεχάσουμε. Εκτός απ' τα λαϊκά ακουγόντουσαν και κάποια κανταδόρικα που έπαιζε ο συγχωρεμένος ο πατέρας μου. Η μόνη διαφορά στο άκουσμα ήταν αυτή. Κατά τα άλλα λαϊκά της εποχής τότε και παλιότερα.
Πέρασαν συνθέτες και μπουζουξήδες απ' το μαγαζί;
Όποιος μεγάλος πέρασε απ' το Βόλο πέρασε κι απ' το ταβερνάκι. Γαβαλάς, Λεμονόπουλος, ένας Πολίτης μπουζουξής, ο Δασκαλάκης, ο Τσιτσάνης ο Χρήστος. Δούλευε τότε εδώ στο Βόλο στο «Μποέμ» στην παραλία. Ήταν φίλοι με τον μπαρμπα-Στέφανο ο Χρήστος. Ο Γιαννάκης ο Αγγέλου. Όσοι πέρασαν απ' το Βόλο πέρασαν κι απ' το μαγαζί. Εκτός από τον Καζαντζίδη.
Μού 'λεγες ότι είχατε γραμμόφωνο. Απο κει μαθαίνατε τα τραγούδια;
Υπήρχαν κάποιοι φίλοι μου που αγόραζαν δίσκους και τους φέρναν στο μαγαζί και τους ακούγαμε. Κούρδισε, άλλαξε βελόνα... Σήμερα βέβαια υπάρχουν τα κομπιούτερ και τα πράγματα είναι σαφώς πιο εύκολα και πιο άψυχα όμως.
Ήταν ένα δισκάδικο στη Δημητριάδος, ο Παλούκας κι όποιο καινούριο δισκάκι έβγαινε τό 'βαζε κι έπαιζε κι ακουγόταν από ένα μεγαφωνάκι στο πεζοδρόμιο. Μαζεύονταν λοιπόν οι επαγγελματίες μουσικοί στο πεζοδρόμιο και άκουγαν. Έλεγαν στον Παλούκα και το ξανάβαζε και ό,τι συγκρατούσαν πήγαιναν στο σπίτι και το έπαιζαν.
Αυτό σας έκανε και καλό, με την έννοια ότι εξασκούσε το αφτί και το μυαλό του μουσικού;Ναι, κάπως έτσι ήταν. Αλλά αυτό που ανέφερα ίσχυε για τους άλλους επαγγελματίες. Εγώ άκουγα στο μαγαζί δίσκους που έφερνε κάποιος Βασίλης, φίλος και ό,τι άκουγα από άλλους μπουζουξήδες στο μαγαζί.
Μού 'χεις πει ότι το «Τρένο» του Χιώτη ήταν ένα απ' τα τραγούδια που σε δυσκόλεψαν περισσότερο.
Το τραγούδι που έκανα περισσότερη ώρα να μάθω. Με τις συνθήκες εκείνες τότε, με το γραμμόφωνο, άλλαξε βελόνα, κούρδισε, ώσπου να πιάσεις μια φρασούλα άντε πάλι κούρδισμα κλπ. Δύσκολο τραγούδι, γι' αυτό και δεν έπιασε. Και τώρα αν το παίξεις σε κάποιον κιθαρίστα και δεν το ξέρει, αποκλείεται να σε συνοδεύσει.
Επιλογές
Ετικέτες άρθρων
78_στροφές
blues
internet
ross_daly
έρευνα
αδαμίδου
αισθητική
αλτής
αναγνωστάκης
αττίκ
αφοι_μιλάνοι
βίντεο
βαμβακάρης
βαρλάς
βενιός
βιβλίο
βιογραφία
βιώματα
βραχνάς
γάιλας
γενίτσαρης
γεωργιόπουλος
δίσκοι
δανάη
δημητριανάκης
διακοπές
δισκογραφία
δοκίμια
δρόμοι
εις_μνήμην
εκδηλώσεις
ελύτης
ζοζέφ
ηχογράφηση
θεοδωράκης
ιστορικά
ιωαννίδης
καθημερινά
καραπιπέρης
καρβούνης
καρνέζης
καρσιγάρ
κετέντζογλου
κιθάρα
κιουρντί
κλίκα
κλίμακες
κομπολόι
κώτη
λατέρνα
λαϊκά
λογοκρισία
μάμμος
μέλκον
μήτσου
μαθηματικά
μακάμια
μανιάτης
μεζέδες
μελέτες
μεράκια
μεσθεναίος
μητρέντσης
μουσική_θεωρία
μουσικό_χωριό
μουφλουζέλης
μπάτης
μπέλλου
μπιθικώτσης
μπουζουξήδες
μπουζούκι
μυστακίδης
νικολαΐδης
ντουζένια
οδοιπορικά
οινοποιΐα
οργανοποιΐα
ούτι
παγιουμτζής
παπάζογλου
παπαδόπουλος
παπαϊωάννου
παράδοση
πειρατεία
πριγκηπέσσα
προβληματισμοί
πρωτομαγιά
ρέερμπυ
ραστ
ρεμπέτικα
σακαφλιάς
σαμπάχ
σαρικούς
σελασίδης
σολίστες
σπουρδαλάκης
σπυρόπουλος
σπόρος
στέκια
στίχοι
σταματίου
στουραΐτης
συλλογές
συνέντευξη
συντήρηση_μουσικού_οργάνου
συνταγές
σφίγγος
τέχνες_που_χάνονται
τέχνη
ταβέρνες
ταμπουράς
ταξίδια
ταξίμια
τατασόπουλος
τεχνολογίες
τραγούδια
τσίγκος
τσίπουρο
τσιτσάνης
τσομίδης
φρονιμόπουλος
χασικλίδικα
χατζιδάκις
χιτζάζ
χιτζασκιάρ
χοροί
χρονογράφημα
Στατιστικά
Αυτή τη στιγμή, διαβάζουν 72 αναγνώστες την κλίκα