Συνέντευξη με τους Aδελφούς Μιλάνους

«Κάθε Μιλάνος πρέπει να πιάσει μπουζούκι στα χέρια του μόλις περπατήσει»

Είχαμε πολλές συζητήσεις και με το Νίκο, και με τον Κάρολο Μιλάνο που διήρκεσαν πολύ. Και με τους δυο μαζί, και χωριστά με τον καθένα. Τα πιο ενδιαφέροντα κομμάτια αυτών των συζητήσεων συνοψίστηκαν σε ένα ενιαίο κείμενο προσπαθώντας να μην αλλοιωθούν στο παραμικρό οι απόψεις των Μιλαναίων.

Θέλω να ξεκινήσουμε από την ιστορία του μαγαζιού.
Την ταβέρνα την άνοιξε ο πατέρας μου, στην αρχή με το γαμπρό του και ύστερα μόνος του το 1919 στην οδό Ερμού, στον Άγιο Νικόλα. Στην αρχή ήτανε στο νούμερο 174, μετά αλλάξανε την αρίθμηση και έγινε 186. Εκεί μείναμε μέχρι το '79 που γκρεμίσανε το κτίριο για πολυκατοικία. Τότε ήρθαμε εδώ (σ.σ. Η τωρινή διεύθυνση είναι Ιωλκού 83 με Αναλήψεως), το Νοέμβρη κάναμε εγκαίνια. Στις 29 Νοέμβρη.

Ογδόντα έξι χρόνια δηλαδή;
Ναι, κάνουμε και γενέθλια κάθε χρόνο. Δες και τις φωτογραφίες από πέρσι (σ.σ. στον τοίχο υπάρχει φωτογραφία με μια τούρτα που γράφει «85 χρόνια» κι ένα κερί). Και το κερί το σβήνει ο πιο μικρός που είναι μες το μαγαζί εκείνο το βράδυ. Όποιος τύχει να είναι...

Πώς ήταν το μαγαζί παλιά;
Εκκλησία. Είχε ησυχία, όλοι ακούγανε με προσοχή. Τραγουδάγανε βέβαια, αλλά κάνανε ησυχία. Κι άμα κανένας φώναζε ή γέλαγε, ξέρω 'γω, του λέγανε οι άλλοι «σώπα να ακούσουμε». Όχι όπως σήμερα, που φωνάζουνε και...

Η νεολαία ε;
Μπα, όλοι. Δεν έρχονται να ακούσουνε και να απολαύσουνε, έρχονται έτσι... Αλλάξανε τα χρόνια. Τότε, στο παλιό μαγαζί, από την ώρα που αρχινάγαμε να παίζουμε, δε σερβίραμε. Μόνο κρασί όποιος ήθελε, σηκωνότανε και το έπαιρνε μόνος του. Αρχινάγαμε νωρίς, από τις εννιά, και παίζαμε δυο ώρες. Μετά, σβήναμε τα φώτα και κάναμε ένα σόλο λεζάντα και «αύριο πάλι». Κάθε μέρα αυτό το πράγμα, τόσα χρόνια...

Παίζατε όπως και τώρα κάθε μέρα εκτός Κυριακής;
Ναι. Φέτος βάλαμε αργία και τη Δευτέρα.

Ποιοι από τους γνωστούς του λαϊκού τραγουδιού έχουν παίξει στην ταβέρνα;
Εδώ μέσα... θυμάμαι τον Ζαγοραίο με το συγκρότημά του, τον Γαβαλά που ήτανε με τον Λεμονόπουλο τότε. Άλλοι που να έχουνε παίξει; Μπα, όχι.

Κάτσε, κάτσε. Παλιά μου είχες πει πως όλοι περάσανε από δω;
Ως θαμώνες έχουν έρθει όλοι. Παπαιωάννου, Τσιτσάνης, Καλδάρας... Όλοι αυτοί μας ακούσανε και παίξανε μαζί μας. Μόνοι τους χωρίς εμάς, μόνο τον Ζαγοραίο και τον Γαβαλά θυμάμαι να παίζουνε.

Α, έτσι ταιριάζει. Γιατί άλλο νόμιζα...
Άκου να δεις, από όλους τους καλλιτέχνες, παλιούς και τωρινούς, μόνο ο Νταλάρας και ο Καζαντζίδης δεν έχουνε περάσει από δω μέσα. Όλοι οι υπόλοιποι, όποτε ερχόντουσαν στο Βόλο, ερχόντουσαν στο μαγαζί. Από το μακαρίτη τον Παπαϊωάννου να πιάσεις, μέχρι τη Γαλάνη, μέχρι την Αρβανιτάκη. Όλοι θα περάσουν από δω οπωσδήποτε. Και ξέρεις κάτι; Εδώ μέσα όλοι έρχονται να ακούσουνε. Όχι να παίξουνε, να ακούσουνε.

Μαθητές δηλαδή δικοί σας ή του πατέρα σας ποιοι ήτανε;
Από τους παλιούς, καθαυτό μαθητής του πατέρα μου ήτανε ο Μητσάκης. Προπολεμικά ήτανε εδώ στο Βόλο κι ερχότανε στο μαγαζί και άκουγε. Είχε έφεση στη μουσική και ο πατέρας μου του έφτιασε ένα μπουζούκι, 150 δραχμές τότε. Και όταν έγινε Μητσάκης, όταν τον ρωτάγανε που έμαθε, δεν έλεγε «στου Μιλάνου» παρά έλεγε «στον Πειραιά», «στη Θεσσαλονίκη», ένα σωρό... Τότε τον έγραψε ο πατέρας μου στο μαυροπίνακα, όχι για τις 150 δραχμές, παρά που δεν έλεγε για τη «Σκάλα». Και κάποτε, το '65 νομίζω, δήλωσε στον «Ταχυδρόμο», στο «Θησαυρό», δε θυμάμαι κιόλας πως «μπουζούκι μού έμαθε ο γέρο Στέφανος Μιλάνος στο Βόλο» και τον σβήσαμε. Χαλάλι.

Άλλοι;
Κοίτα, σχολή εμείς δεν έχουμε. Ο Στάθης (σ.σ. εννοεί τον τρίτο αδελφό Στάθη Μιλάνο, επαγγελματία μπουζουξή και δάσκαλο του μπουζουκιού στο Βόλο) έχει, αυτός διδάσκει, έχει βγάλει πολλούς. Μετά περνάνε από δω. Όποιος έρθει εδώ, και λίγο να γρατζουνάει, παίζει μαζί μας. Και λίγο-λίγο μαθαίνει, αποκτάει ρεπερτόριο, ακούει... Είναι σχολείο εδώ...

Δηλαδή μαθητές δεν έχετε αλλά κάποιοι σας θεωρούν δασκάλους τους!
Έτσι.

Εδώ στο Βόλο, ποιοι μουσικοί υπήρχαν παλιά;
Λαϊκοί; Μπουζουξήδες ήταν ο Στεργίου, ο Μπαξεβανόπουλος, στα Τρίκαλα ο Κίτσος (σ.σ. Τσιτσάνης), αλλά ερχότανε και στο Βόλο. Κι άλλοι.

Δισκογραφία είχανε αυτοί;
Για να κάνεις δισκογραφία πρέπει να πας στην Αθήνα. Άντε, τώρα τελευταία μπορείς και στη Θεσσαλονίκη, αλλά παλιά όποιος ήταν για δίσκους έπρεπε να πάει στην Αθήνα. Να πας στο καφενείο των μουσικών, να πας στο μπαράκι του Μάριου, να γνωριστείς, να σε προωθήσουνε. Μόνο ο Ματζίρης, που ήτανε και πολύ φίλος μας και έγραψε και τη «Σκάλα του Μιλάνου», πρόλαβε και έκανε δίσκο (σ.σ. αναφέρεται στο δίσκο «Στο Βόλο και στη Λάρισα» με τους «Ανφά Γκατέ Ρεμπέτες» και συμμετοχή του ίδιου του Ματζίρη, που κυκλοφόρησε σε ανεξάρτητη παραγωγή το 1985 και επανεκδόθηκε σε CD από το Δήμο Βόλου το 2000).

Γιατί διευκρινίσατε το «λαϊκοί»; Είχατε σχέσεις και με άλλους;
Ο Κάρολος είχε κιθαριστικό συγκρότημα που έπαιζε στο ραδιοσταθμό. Με τον Κεπενεκίδη, τον Τενόπουλο και άλλους.

Ποιοι είναι αυτοί;
Ο Κεπενεκίδης ήτανε πολύ καλός κιθαρίστας. Κι ο Τενόπουλος επίσης. Αυτός τραγουδούσε κιόλας. Ελαφροί ήταν αυτοί.

Με τα χρόνια που έρχομαι εδώ, έχω δει το ρεπερτόριο σας αρκετά καλά και μου έχει κάνει εντύπωση που παίζετε τα πάντα. Και ελαφρά, και δημοτικά, σχεδόν οτιδήποτε, μέχρι ξένα. Πώς επιλέγετε τα τραγούδια;
Παίζω ότι μού 'ρθει και μ' αρέσει εκείνη την ώρα. Βλέπω βέβαια και τον κόσμο. Τ' αρέσει, το τραγουδάει; Έχει καλώς. Δεν τραγουδάει; Το αλλάζω...


Ετικέτες άρθρων

Στατιστικά

Αυτή τη στιγμή, διαβάζουν 72 αναγνώστες την κλίκα