Γιώργος Μουφλουζέλης
Αναμνήσεις ενός παιδιού από τον Γιώργο Μουφλουζέλη
Αναμνήσεις ενός παιδιού από τον Γιώργο Μουφλουζέλη
Οι μη αναστρέψιμες αλλαγές
Γεννήθηκα και μεγάλωσα σε ένα χωριό. Σε ένα «χωριό» της Αθήνας που ονομαζόταν Γαλάτσι και δεν υπάρχει πια. Η γειτονιά μας βρίσκεται στα διοικητικά όρια του Δήμου, μερικές εκατοντάδες μέτρα από το σχολικό συγκρότημα της Γκράβας, καρπό κάποιου μάλλον διεστραμμένου αρχιτέκτονα ο οποίος ονειρευόταν να οικοδομήσει μια φυλακή στις παρυφές του Δήμου Αθηναίων. Θα μιλήσω για δύο μόνο οικοδομικά τετράγωνα που περικλείονται από τις οδούς Δρίσκου, Πασσώβ, Αργοστολίου, Κερκύρας και τέλος τη Λεωφόρο Γαλατσίου, το πολεοδομικό όριο διαχωρισμού από την «πέρα γειτονιά». Αυτός ήταν ο κόσμος που πρωτογνωρίσαμε, τόσο εγώ όσο και ο παιδικός μου φίλος Σταύρος Μουφλουζέλης. Προκειμένου να προϊδεάσω τον αναγνώστη για την καταστροφή που εξαφάνισε από τον χάρτη τον παιδικό μας κόσμο, αρκεί να αναφέρω τη σαρκαστική συνήθεια της τετράδας των υιών Σουλιώτη, να παίζει ανενόχλητη ποδόσφαιρο στην άσφαλτο της Λεωφόρου Γαλατσίου, σαν τάμα στην Κοίμηση της Θεοτόκου κάθε χρόνο. Όλα τούτα συνέβαιναν στις αρχές τής όχι και πολύ μακρινής δεκαετίας του ’80!
Η γειτονιά μας απέχει από το κέντρο της Αθήνας μόλις 3 χιλιόμετρα, ωστόσο η αίσθηση του απόμακρου που βιώναμε δεν είχε να κάνει μόνο με το νεαρόν της ηλικίας. Οι λόφοι της Κυψέλης, η απουσία κεντρικής αρτηρίας για τη σύνδεση Γαλατσίου – Κέντρου, καθώς και η ελλιπής συγκοινωνιακή σύνδεση, έπλασαν τη φράση: «πάμε στην Αθήνα», συνώνυμη με ένα αρκετά μακρινό ταξίδι διαρκείας κάτι λιγότερο από 1 ώρα –σημειώνω ότι ανάλογη φράση είναι αδιανόητη για συνοικία άλλης μεγάλης ελληνικής πόλης. Ζούσαμε λοιπόν σε ένα «χωριό» των Αθηνών. Θυμάμαι αμυδρά έναν τσέλιγκα να βόσκει αμέριμνος πρόβατα στον παρακείμενο λόφο και τον τοπικό χείμαρρο –το «ρέμα» όπως το έλεγαν- να φουσκώνει επικίνδυνα τον χειμώνα. Το οικογενειακό μας σπίτι ήταν χτισμένο ακριβώς επάνω στο «ρέμα», κάτι το οποίο δημιουργούσε μόνιμη ανασφάλεια στους δικούς μου, λόγω του κινδύνου εκθεμελίωσης του σπιτιού από την υπερχείλιση. Στο 13 του ίδιου δρόμου (Δρίσκου) βρισκόταν μια ταπεινή κατοικία, από εκείνες που γνωρίζουν οι νεώτεροι μόνο δια μέσου των παλιών ελληνικών ταινιών: 5-6 μονόχωρα σπιτάκια γύρω γύρω, στη μέση το πηγάδι, η μουριά, ένα αίθριο φτωχικά λιθόστρωτο και κάπου στο βάθος το «πλυσταριό». Τυπική δομή που επιβίωσε εάν δεν με απατούν οι γνώσεις μου από τον αρχαιοελληνικό «οίκο». Μπαίνοντας από τη μεταλλική αυλόπορτα, στο δεύτερο σπίτι δεξιά, με το παράθυρο στο αίθριο, βρισκόταν η κατοικία του Γιώργου Μουφλουζέλη και του «Σταυράκη». Θυμάμαι χαρακτηριστικά πως το σπίτι δεν έβλεπε στον δρόμο, εξ αιτίας του εξής κρίσιμου όπως αποδείχτηκε γεγονότος: ακριβώς απέναντι, στην πλούσια πολυκατοικία που χτίστηκε όταν ήμουν βρέφος, έμενε ο παιδικός και έτι ανεκπλήρωτος έρωτας του Σταύρου. Για τον ίδιο ήταν εξαιρετικά βασανιστικό να μην τη βλέπει, όταν αγγίξαμε την εφηβεία˙ έτσι, για μια περίοδο που το δωματιάκι του δρόμου ήταν ελεύθερο, μπαίναμε εκεί λαθραία, προκειμένου να της «κάνει καντάδα» με το απαρχαιωμένο κασετόφωνο που διέθετε.
Προτού προχωρήσω στην εξιστόρηση αναμνήσεων από τον πατέρα Μουφλουζέλη, θα ήθελα να πω δυο λόγια για τη βάρβαρη ισοπέδωση της γειτονιάς μας, για τις πολιτισμικές και μη αναστρέψιμες αλλαγές που αφάνισαν τον παιδικό μας κόσμο, ακριβώς όπως το έβλεπα στους εφιάλτες μου λίγο πριν εγκαταλείψω το Γαλάτσι. Μέχρι την «επέλαση» των εργολάβων, η γειτονιά είχε ορισμένες χαμηλές πολυκατοικίες, θεμιτού στο πλαίσιο του μοντερνισμού ύψους, ρυμοτομική δομή που δεν μετέβαλε σημαντικά την ανθρωπογεωγραφία του «χωριού». Το πεύκο στη συμβολή δύο δρόμων αποτελούσε σταθερά το σημείο συνάθροισης των παιδιών, οι αλάνες τον ελεύθερο χώρο για το αυτοσχέδιο ποδόσφαιρο και η μικρή αγορά κοντά στη λεωφόρο το σημείο αναφοράς των ανήσυχων μαμάδων. Ο Σταύρος ήταν ο μόνος σχεδόν στη γειτονιά που δεν είχε μητέρα να αγωνιά τι «μαγειρεύεται στο πευκάκι». Μοιραίο ήταν να συγκρουστεί ο υπερ-προστατευτισμός της δικής μου μάνας, της Φανής, με την αυτονομία του «ρεμπέτη» που μεγάλωνε μόνος του ένα αγόρι. Αλλά γι’ αυτά θα μιλήσουμε αργότερα... Προς το παρόν θα περιγράψω την ολοκληρωτική εξαφάνιση του παιδικού μας κόσμου, στοιχείο που κρίνω απαραίτητο για να κατανοήσει ο αναγνώστης γιατί μήτε εγώ μήτε ο φίλος μου Σταύρος Μουφλουζέλης δεν νιώθουμε πια να μας συνδέει κάτι με τον «τόπο καταγωγής» μας –πλην του γέροντα πατέρα του γράφοντος, ο οποίος εξακολουθεί να κατοικεί στο ίδιο μέρος, ενώ ο Σταύρος δεν έχει ούτε καν αυτό.Κάποιος νοσηρός εγκέφαλος προώθησε κάποια στιγμή την αλλαγή τού συντελεστή δόμησης στην περιοχή, προκειμένου να δώσει ώθηση στην ολέθρια για την πόλη αντιπαροχή. Τα «ρέματα» μετατράπηκαν εν μία νυκτί σε εμπόρευμα που πούλαγε η Ε.ΥΔ.Α.Π., με αποτέλεσμα να μπαζωθούν και να δεσμεύσουν ακόμη περισσότερο τον ελεύθερο χώρο της πόλης. Περισσότερη εμπορεύσιμη γη ισοδυναμεί για τους εργολάβους με περισσότερο μπετόν καθ’ ύψος. Μέσα σε 10 χρόνια άλλαξε εντελώς και ανεπιστρεπτί η σύνθεση και η πυκνότητα του πληθυσμού στη γειτονιά, αφανίστηκε η «πιάτσα» για μικρούς και μεγάλους και ο μη οικοδομημένος χώρος καταλήφθηκε κατά το ήμισυ από αυτοκίνητα –πλέον, εξ ιδίας πείρας, ευκολότερα σταθμεύεις στην Κυψέλη παρά στην οδό Δρίσκου. Με την ανέγερση πολυκατοικιών 8 (!) ορόφων σε δρομάκια που μόλις και μετά βίας χωρούν δύο αυτοκίνητα, το ένα μάλιστα εξ αυτών καταλαμβάνοντας τον ελάχιστο χώρο του πεζοδρομίου, το «χωριό» έγινε πολιτεία διατηρώντας αυστηρώς και μόνο τα αρνητικά της. Η συνάθροιση των παίδων αφανίστηκε, θόρυβος μηχανών επικρατεί καθ’ όλο το 24ωρο, το μικροκλίμα άλλαξε, αλλά τα «αγαθά» της μητρόπολης (εύκολα προσβάσιμη αγορά, οάσεις τέχνης στην καθημερινή ζωή και ανεκτικότητα στο νέο ή στο διαφορετικό) εξακολουθούν να απέχουν 3 χιλιόμετρα. Στην απάνθρωπη γειτονιά που δημιούργησε ανεπίστροφα το εμπόρευμα, δεν έχουν σίγουρα θέση οι «ρεμπέτες». Άλλωστε ο γερο-Μουφλουζέλης είχε ήδη μετακομίσει προ πολλού από τη γειτονιά προτού «αποδημήσει»...
Μια φαντασιακή σύγκρουση του «καλοβαλμένου αστού» με τον «παρία»
Στα προηγούμενα προσπάθησα να δώσω τη χωροταξική διάσταση των σχέσεών μου με την ιδιόμορφη οικογένεια Μουφλουζέλη της γειτονιάς. Έχω ήδη αναφέρει και υποθέτω θα γνωρίζει ο αναγνώστης πως ο «Σταυράκης» μεγάλωσε χωρίς μητέρα. Η εν λόγω κυρία τον εγκατέλειψε όταν ήταν 2 χρονών και ο ήδη μεγάλος σε ηλικία πατέρας του ανέλαβε το δύσκολο έργο να αναθρέψει μόνος το παιδί, δίχως όμως να εγκαταλείψει τον τρόπο ζωής τον οποίο υπηρέτησε ώς τον θάνατο. Δεν αναφέρομαι σε μεγαλόσχημες στάσεις άλλων εποχών ούτε σε θρυλικές καταστάσεις με τις οποίες έχει φορτίσει η λαϊκή φαντασία τους ρεμπέτες. Απλούστατα, ο κύριος Γιώργος επέλεξε να ζήσει τη ζωή του καταναλώνοντας τα χρήματα που αποκόμιζε η τέχνη του και χωρίς να επενδύσει σε περιουσίες όπως οι τυπικοί αστοί. Όσο είχε έτρωγε και όταν δεν είχε να φάει συνέθετε. Δύσκολη «κληρονομιά» για τον Σταύρο, αλλά τουλάχιστον ο υιός κέρδισε τη ζωή με ένα κάπως «βαρύ σαν Ιστορία» όνομα˙ και τη δύσκολη αποστολή να γηροκομήσει έναν ήδη ταλαιπωρημένο πατέρα. Χωρίς να θέλω να πλέξω εγκώμια, ο παιδικός μου φίλος αντεπεξήλθε ως όφειλε στο χρέος του...Στο νούμερο 23 του ίδιου δρόμου, ο πατέρας μου με το όνομα Τζανής έχτισε σταδιακά ένα διώροφο, επιτυγχάνοντας το όνειρο κάθε προπολεμικά πάμφτωχου Αθηναίου, «μια στέγη πάνω απ’ το κεφάλι» και μια οικογένεια. Στα μάτια των ταλαίπωρων γονιών μου (Κατοχή, Εμφύλιος και οριστικός αποχωρισμός από το χωριό για τη Φανή) η ήσυχη διαβίωση στο «χωριό» του Γαλατσίου ισοδυναμούσε με μια καλοβαλμένη αστική ζωή. Οι σχέσεις με τη γειτονιά ήταν στενές, η άγρυπνη μέριμνα για την «ανατροφή» του μονάκριβου γιου περνούσε απαραίτητα από την «έγκριση» των εγγύς συναναστροφών. Έτσι διαμορφώθηκε βαθμηδόν μια αμοιβαία καχυποψία ανάμεσα στις οικογένειες Σέργη και Μουφλουζέλη, καθώς στα μάτια της μεν ο «παρίας» της γειτονιάς μπορούσε να απειλήσει τη χρηστή διαπαιδαγώγηση του γράφοντος και στην κοσμοθεωρία της δε ο «καλομαθημένος» αποτελούσε αντικείμενο τουλάχιστον απαξίωσης. Ωστόσο, άλλες οι βουλές των τέκνων! Στον Σταύρο βρήκα τον αδελφό που ποτέ δεν απέκτησα και αυτός τον πλέον επιστήθιο αδελφικό φίλο της παιδικής ηλικίας.
Πρόσφατα, σε μια συνάντησή μας μετά από αρκετό καιρό, ο Σταύρος εξέφρασε την απορία κατά πόσον η Φανή ώσπου να πεθάνει διατηρούσε την καχυποψία απέναντί του. Η πραγματικότητα είναι ότι τα προβλήματα είχαν προ πολλού ξεπεραστεί, όταν ο γιος της τελείωσε το σχολείο. Δεν έμαθα εάν το ανάλογο συνέβη με τον «κυρ-Γιώργη». Η ανάμνηση από τον γερο-ρεμπέτη έχει να κάνει με έναν άνθρωπο κλειστό, μάλλον δύστροπο, ο οποίος δεν αντάλλασσε μαζί μου παρά μόνο τυπικές κουβέντες. Για το μικρό σπιτάκι θα κάνω λόγο παρακάτω. Συνήθως συναντιόμαστε με τον Σταύρο εκεί όταν ο μπαμπάς του έλειπε, όμως τόπο συνάντησης και θυελλωδών αταξιών αποτέλεσε επίσης το περιβόητο «δωματιάκι». Πρόκειται για ένα μικρό δωμάτιο στην ταράτσα του σπιτιού μας, αποθήκη πια, όπου υπό την άγρυπνη επιτήρηση της Φανής διεξήχθησαν οι πλέον αθώες ραδιουργίες για την κατάκτηση του κοινού μας έρωτα, της Μαρίας. Οι βαθύτατοι ρομαντικοί έρωτες των παίδων δεν κλόνισαν τους δισταγμούς της Φανής, η οποία δεν έπαυε να μαλώνει τον φίλο μου για τα παραπτώματα, όπου κατά τεκμήριο υπερτερούσε. Το «δωματιάκι» ήταν λοιπόν το «καταφύγιο» του Σταύρου, στον βαθμό που το σπίτι τους κάθε άλλο παρά ευρύχωρο θα μπορούσες να το χαρακτηρίσεις. Δεν θα πρέπει να ήταν ευχάριστο για τον ίδιο να υπομένει τις διαρκείς επιφυλάξεις της μάνας μου, εάν κρίνω από τα ελαφρώς δυσάρεστα συναισθήματα που δημιουργούσαν σε μένα οι συναντήσεις με τον Γιώργο Μουφλουζέλη. Εν πολλοίς, η εικονική αντίθεση μεταξύ των «καλοβαλμένων αστών» και του «παρία» της γειτονιάς είχε μεν τον αντίκτυπό της στα μοναχοπαίδια, πλην όμως, ίσως διότι στερούταν πραγματικού υπόβαθρου ή εν τέλει ουσιώδους επιπτώσεως στο βάθος της σχέσης των οικογενειών, δεν εμπόδισε να γεννηθεί μια τυπική περίπτωση καθαρής και άδολης φιλίας, όπως αυτές που βλασταίνουν ανεμπόδιστα στην παιδική ηλικία.