Ο Σταύρος Μουφλουζέλης μιλάει για τον πατέρα του

Οι πρώτοι ήχοι που άκουσες μικρός θα πρέπει να ήταν από τζουρά.
Ξεκίνησα ν’ ακούω μουσική από την κοιλιά της μάνας μου! Έχω μια κασέτα που μ’ έχει γράψει ο πατέρας μου πολύ μικρό, όπου μιλάω και δε λέω καλά-καλά τις λέξεις, δηλαδή αντί για «καφέ» λέω «πατσέ» κλπ., αλλά τραγουδάω σε 9/8, αν κάτσεις δηλαδή και μετρήσεις τα τραγουδάκια που λέω, είναι όλα σε 9/8. Αυτός είναι ο πρώτος ρυθμός που άκουσα στη ζωή μου. Είναι ο ρυθμός πάνω στον οποίο έγραψε τα περισσότερα τραγούδια του ο πατέρας μου, γρήγορα ζεϊμπέκικα, απτάλικα, καρσιλαμάδες, αλλά σχεδόν πάντα 9/8. Η πρώτη εικόνα είναι αυτή που φαίνεται στο «Μινόρε της αυγής» του Μεσθεναίου: Ένα τζουραδάκι, ένα ποτήρι κρασί, ένα κομμάτι ψωμί, σε μια αυλή με μουσική. Μια εικόνα μεσημέρι και βράδυ.

Γιώργης και Σταύρος Μουφλουζέλης στο πάλκο
Έγραφε πάντα τραγούδια ο πατέρας σου;
Πάντα. Δεν έκανε κάτι άλλο. Πώς βλέπουμε εμείς τηλεόραση για να ξεκουραστούμε, αυτός έπαιζε μουσική.

Δηλαδή, όπως ένας εργαζόμενος ξεκινάει τη μέρα πηγαίνοντας στη δουλειά του, έτσι ο πατέρας έπιανε το όργανο...
Όχι! Αυτός έκανε τις δουλειές του πρώτα. Οι δουλειές του ήταν να ψωνίσει για το σπίτι, να μαγειρέψει, να πλύνει τα ρούχα του παιδιού (εμένα) κι όλα τα άλλα που χρειάζεται ένα σπίτι. Η δουλειά του ήταν ...οικιακά! Μόλις τέλειωνε, το μεσημεράκι πριν το φαγητό, έβαζε ένα μεζέ κι ένα ποτηράκι κρασί και καθόταν στην αυλή κι έπαιζε, έφτιαχνε τραγούδια. Το ίδιο γινόταν και το βράδυ.

Είχε τα δικά του τραγούδια, αλλά έχω την εντύπωση ότι δούλευε πολύ και πάνω σε παραδοσιακά λαϊκά τραγούδια.
Βέβαια. Καταρχήν είχε την παράδοση από τη Μυτιλήνη. Ξέρεις η Μυτιλήνη έχει στην παράδοσή της και πολλούς καρσιλαμάδες. Από την άλλη είχε και τη λαϊκή παράδοση των απέναντι παραλίων, είχε τη σμυρναίικη μουσική παράδοση.

Έγραφε με κάποιο σύστημα;
Καταρχήν έγραφε ένα στίχο. Του ερχόταν κάτι, ένα πράγμα που έβλεπε, που κάποιος άλλος μπορεί να μην το παρατηρούσε. Ήταν πολύ παρατηρητικός. Μπορούσε να βλέπει πράγματα, να τα σχολιάζει και να τα καυτηριάζει μ’ έναν πολύ ωραίο τρόπο, διακωμωδώντας τα, αλλά λέγοντας και μιαν αληθινή ιστορία από μέσα. Όταν λοιπόν γραφόταν ο στίχος, έστω κι ένα τετράστιχο που να έλεγε όμως κάτι, τότε έβαζε πάνω του τη μουσική έτσι ώστε να βγάζει το στίχο έξω. Η βασική του έμπνευση ήταν πάντοτε ο στίχος.

Η εικόνα που έλεγε κι ο ίδιος...
Η εικόνα, η οποία ήταν παρμένη απ’ την καθημερινότητα. Και χιούμορ που να καυτηριάζει, αλλά …γλυκά, χωρίς να βγάζει μάτι.

Στα μαγαζιά τον πρόλαβες να δουλεύει;
Ναι, από την εποχή του Νέου Κύματος.

Δούλευε κανονικά στα μαγαζιά, δηλαδή ολόκληρη σαιζόν;
Όχι, δούλευε ως εξής: Δεν έχουμε λεφτά τώρα οπότε δουλεύουμε για ένα διάστημα. Μόλις πάρουμε κάποια φράγκα, αράζουμε. Μόλις τα φάμε, ξανά στη δουλειά. Ρεμπέτικο στυλ...

Δηλαδή μπορούσε να δουλέψει κανονικά στα μαγαζιά αλλά δεν ήθελε;

Ναι, είχε προτάσεις. Θυμάμαι κάπου μετά τα μέσα της δεκαετίας του ’70, τότε που η παραλία ανθούσε, είχε πρόταση από πολύ γνωστό μαγαζί. Τον δελέασαν με χρήματα πολλά και πήρε την προκαταβολή. Κάτσαμε μετά δίπλα σε μια καφετέρια και ήταν στενοχωρημένος. Του λέω: «Τι έχεις, γιατί είσαι έτσι;». Μου λέει: «Δεν μπορείς εσύ να καταλάβεις». Τον έτρωγε αυτή η υποχρέωση, το ότι είχε πάρει λεφτά μπροστάντζα κι έπρεπε να είναι συνεπής. Επέστρεψε λοιπόν την προκαταβολή και δεν πήγε ποτέ να δουλέψει στο σκυλάδικο. Προτιμούσε να παίζει σ’ ένα ταβερνάκι εδώ γύρω, να ‘χει την έννοια του και σ’ εμένα και στο σπίτι, να ‘ναι κοντά, παρά να εμφανίζεται σε ένα κεντρικό μαγαζί όπου μπορούσε να είναι και φίρμα στις ταμπέλλες και να έχει επαγγελματικές υποχρεώσεις. Ήταν ρεμπέτης, άστατος.

Στη δισκογραφία;
Ήταν η εποχή που πέρναγε η δισκογραφία από τo 45άρι στo long play. Έκανε κάποια 45άρια, τα οποία ήταν οι προάγγελοι του βινυλίου. Ο πρώτος μεγάλος δίσκος ήταν το «Παλιό Ρεμπέτικο», που είχε πάει πάρα πολύ καλά, είχε πουλήσει πολύ. Είχε γίνει τότε μία συναυλία στο Χίλτον και υπήρχε πολύ καλό κλίμα για το ρεμπέτικο.

Την πρώτη του επιτυχία όμως την είχε δώσει πολύ νωρίτερα, το 1962, στον Καλδάρα.
Ναι, ήταν το «Ανεβαίνω σκαλοπάτια».

Το είχε διασκευάσει ο Καλδάρας σε αυτή την εκτέλεση με τον Καζαντζίδη;

Όχι, ατόφιο ήταν, όπως το ‘γραψε ο πατέρας μου.

Μπήκε στ’ όνομα του πατέρα σου;
Ναι. Ο Καλδάρας μετά έδωσε ένα «διορθωτικό» και πήγε μισό-μισό, στιχουργός ο πατέρας μου, συνθέτης ο Καλδάρας. Η αλήθεια όμως, για να λέμε τα πράγματα με τ’ όνομά τους, είναι η  εξής: Ο Καλδάρας βοηθούσε πολύ τον πατέρα μου στο να «στρογγυλεύει» τα τραγούδια του. Μπορεί να χρησιμοποίησε το πρώτο τραγούδι για να κάνει μια επιτυχία, όμως σε όλη την υπόλοιπη ζωή του βοηθούσε πολύ τον πατέρα μου στο να σχηματίζει τα τραγούδια του. Γιατί ο πατέρας μου τα ‘φτιαχνε μ’ έναν τρόπο, μέχρι ένα σημείο. Ο Καλδάρας, παίζοντάς του τα, τον βοηθούσε πολύ και χωρίς ποτέ να βάλει μετά τ’ όνομά του. Ο Καλδάρας ήταν τίμιος και κύριος. Δεν ήταν όμως όλοι εκείνη την εποχή σαν κι αυτόν. Τότε μπορούσε κάποιος που είχε επαφή με τη δισκογραφία να χρησιμοποιήσει το όνομά του, γιατί ήταν ο Άλφα ή ο Βήτα και να σου πει: «Έλα εδώ, δώσε μου το τραγούδι. Θα στο βάλω στην Οντεόν, θα στο πει ο Μπιθικώτσης, αλλά θα μου δώσεις και μένα το 40% των εισπράξεων και θα με βάλεις στο δίσκο. Εξ ου και το «Εγώ δεν έχω βγάλει το σχολείο», που το είπε ο Μπιθικώτσης και αναφέρεται ότι το μισό είναι του Μπάμπη Μπακάλη, χωρίς αυτό να είναι αλήθεια. Απλώς ο Μπακάλης διατηρούσε τότε καλλιτεχνικό γραφείο και έχοντας «άκρη» στην Οντεόν, υποχρέωνε αυτούς που ήθελαν να δισκογραφήσουν να του δίνουν το 40%, για να τους βάλει τραγούδι. Και το ‘χει κάνει με πολλά τραγούδια ο Μπακάλης και άλλοι.


Ετικέτες άρθρων

Στατιστικά

Αυτή τη στιγμή, διαβάζουν 78 αναγνώστες την κλίκα