Ξαναλέγονται τα τραγούδια του Μάρκου;

Αν υπάρχει κάτι που χαρακτηρίζει ανεξίτηλα τα τραγούδια του Μάρκου, αυτό είναι το ύφος τους: στακάτος ρυθμός, ξεκάθαρη μελωδική γραμμή, απλά και αληθινά λόγια. Το σπουδαιότερο όμως συστατικό σε αυτό το μοναδικό χαρμάνι είναι σίγουρα ο ήχος τους, ή μάλλον το ηχόχρωμά τους και ό,τι αναδύεται μέσα από αυτό. Δηλαδή, η φωνή και το παίξιμο του Μάρκου: και τα δυο αποτέλεσαν (και αποτελούν ακόμα) αρχετυπικές αναφορές του ρεμπέτικου.

Το 'Τα βάσανά μου' ηχογραφήθηκε στα μέσα της δεκαετίας του '60 αλλά απαγορεύτηκε από την Επιτροπή ΛογοκρισίαςΠολλά από τα τραγούδια του Μάρκου είναι μεγάλα τραγούδια, κορυφαία δηλαδή έργα ευρείας αναγνώρισης, τα οποία τον έχουν τοποθετήσει πολύ ψηλά στο πάνθεον των δημιουργών του Ελληνικού τραγουδιού. Επίσης, ο Μάρκος ήταν και είναι εμπορικός, με την αυστηρή έννοια του όγκου των πωλήσεων και του πλήθους των επιτυχιών. Έτσι, τα τραγούδια του πέρασαν και περνούν από τη συνεχή τριβή της επανακυκλοφορίας, αφού πληρούν και τις δυο προϋποθέσεις που πρέπει να υπάρχουν προκειμένου να έχει νόημα η δισκογραφημένη επανεκτέλεση: τη σημαντικότητα του έργου, ώστε να «χωρά» μια επαναπροσέγγιση στην ερμηνεία του, αλλά και τη δεδομένη εμπορικότητά του ώστε να τύχει του ενδιαφέροντος των δισκογραφικών εταιρειών που αντιμετωπίζουν το τραγούδι ως εμπορικό προϊόν.

Σχεδόν μοιραία λοιπόν, πολλά από τα τραγούδια του Μάρκου επανεκτελέστηκαν και εξακολουθούν να επανεκτελούνται μέχρι σήμερα στη δισκογραφία. Επειδή το φάσμα αυτών των επανεκτελέσεων είναι πολύ μεγάλο και χρονικά και υφολογικά, θα επιχειρήσουμε στη συνέχεια μια στοιχειώδη κατηγοριοποίησή τους, παρουσιάζοντας κριτικά το επιτυχές ή όχι του αποτελέσματος. Με βάση το μουσικό ύφος και τις παράπλευρες αντιλήψεις που αυτό κάθε φορά έφερε (και φέρει), οι κατηγορίες των επανεκτελέσεων των τραγουδιών του Μάρκου μπορούν να είναι οι ακόλουθες:
  • Αυτές που έγιναν με την συμμετοχή ή έστω την έγκριση του ίδιου
  • Αυτές των λαϊκών τραγουδιστών
  • Αυτές των κομπανιών
  • Οι διασκευές
Αξίζει να σημειώσουμε πως η ίδια πάνω κάτω κατηγοριοποίηση μπορεί να γίνει και για τους άλλους μεγάλους του ρεμπέτικου και λαϊκού τραγουδιού (Τσιτσάνη, Παπαϊωάννου κλπ.) και ουσιαστικά ταυτίζεται με την πορεία και την εξέλιξη του λαϊκού τραγουδιού από την «εποχή των μεγάλων» ως τις μέρες μας. Τέλος, παρατίθεται και μια πρώτη καταλογογράφηση όσων επανεκτελέσεων έχουμε στην κατοχή μας. Είναι προφανές ότι μια τέτοια καταγραφή δεν είναι και δεν μπορεί να είναι πλήρης και εξαντλητική λόγω του πλήθους του υλικού που φαίνεται να υπάρχει αλλά και εξ αιτίας της τρέχουσας δυναμικής των τραγουδιών του Μάρκου: κάθε χρόνο όλο και κάποιοι καλλιτέχνες ξαναλένε σε δίσκο κάποιο τραγούδι του...

Ξανά ο Μάρκος

Στη δεκαετία του '50 ο Μάρκος είχε αρχίσει να βγαίνει από το μουσικό προσκήνιο. Η δισκογραφική του παραγωγή υπήρξε πολύ περιορισμένη, ενώ το μεροκάματο έβγαινε δύσκολα. Στο τέλος της δεκαετίας (1959) ο Βασίλης Τσιτσάνης ξαναηχογραφεί τη «Συννεφιασμένη Κυριακή» με τη φωνή του Στέλιου Καζαντζίδη, κάνοντας τεράστια επιτυχία. Ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης, εκμεταλλευόμενος το ευνοϊκό κλίμα που δημιουργήθηκε, επαναφέρει το Μάρκο Βαμβακάρη στη δισκογραφία (1960) τραγουδώντας, αρχικά, τέσσερα νέα τραγούδια («Απελπίστηκα», «Κάβουρας», «Σ' αυτόν τον κόσμο τον κακό», «Το μπουζούκι στο Παρίσι»), τα οποία έγιναν αμέσως μεγάλες επιτυχίες. Αμέσως μετά ακολούθησαν ηχογραφήσεις παλιότερων τραγουδιών του Μάρκου σε διασκευές («Τα δυο σου χέρια πήρανε», «Αντιλαλούν οι φυλακές», «Φραγκοσυριανή», «Όλοι οι ρεμπέτες του ντουνιά» κ.ά.). Πολλές από αυτές τις ηχογραφήσεις έγιναν με τη συνοδεία του Τσιτσάνη και της ορχήστρας του. Στο εγχείρημα συμμετείχε και ο Μάρκος, μιας και η συνεργασία του με τον Τσιτσάνη ήταν παλιά (από την εποχή που ο νεαρός Τσιτσάνης έπαιζε στην Columbia το «Γιατί μικρούλα μου» και το «Με τις μυρωδιές σου») και είχε την απαιτούμενη διάρκεια ώστε να οικοδομηθεί αμοιβαία εμπιστοσύνη.

Η φωνή του Μπιθικώτση απογείωσε τα συγκεκριμένα τραγούδια αποδίδοντάς τα με δωρική λιτότητα, ανάλογη αν και διαφορετική αυτής που αναδύεται από την πρωτότυπη εκτέλεση του Μάρκου. Όπως και νά ‘χει, τα τραγούδια σημείωσαν τεράστια εμπορική επιτυχία και έτσι ο Μάρκος ξαναβρέθηκε στην πρώτη γραμμή, βρίσκοντας την ευκαιρία να περάσει σε δίσκους κάποια ακόμη καινούργια του τραγούδια, είτε με τη δική του φωνή είτε με άλλους τραγουδιστές. Είναι σημειολογικώς ενδιαφέρον να σημειώσουμε πως ο Μπιθικώτσης ξεκίνησε τη δισκογραφική του παρουσία με τη φωνή του Μάρκου («Το καντήλι τρεμοσβήνει» με την Σούλα Καλφοπούλου και το Μάρκο το 1949) και μάλλον «ξεπλήρωσε» το Μάρκο επαναφέροντάς τον ουσιαστικά στο προσκήνιο. Με την ευκαιρία αυτή ο Μάρκος επανηχογράφησε κάποια από τα παλιά του τραγούδια με προσωπικό μάλλον κριτήριο παρά με βάση την όποια εμπορικότητά τους. Σε σύγκριση με τις πρωτότυπες ηχογραφήσεις είναι χαρακτηριστική η αλλαγή που υπάρχει στον ήχο της λαϊκής ορχήστρας, η οποία είναι χαρακτηριστική για τη δεκαετία του '60 και αποδίδεται στον διαφορετικό (πλουσιότερο;) τρόπο παιξίματος καθώς και στην πληρέστερη ενορχήστρωση. Παρ' όλα αυτά όμως, όλα τα τυπικά χαρακτηριστικά του ύφους του Μάρκου είναι παρόντα, υποδεικνύοντας την υποδειγματικά λιτή έκφραση που (θα έπρεπε να) έχει το λαϊκό τραγούδι διαχρονικά. Εν κατακλείδι, ο Μάρκος είναι …Μάρκος είτε αναφερόμαστε στο '35 είτε στο '65.

Οι λαϊκοί τραγουδιστές

Πάρα πολλοί λαϊκοί τραγουδιστές από το 1960 μέχρι σήμερα προσέφυγαν στην πρωτογενή πηγή του Μάρκου, επανεκτελώντας τον σε διάφορα επίπεδα. Υπήρξαν κάποιες λίγες περιπτώσεις που προσέγγισαν τα τραγούδια αυτά με σεβασμό και αγάπη υπηρετώντας με τον καλύτερο ανά εποχή δυνατό τρόπο το υλικό αυτό (π.χ. ο Νταλάρας στα «Τα ρεμπέτικα της Κατοχής», ο Δημήτρης Ευσταθίου κλπ.). Από την άλλη μεριά, οι περισσότεροι λαϊκοί τραγουδιστές προσέφευγαν στα παλιά ρεμπέτικα και ειδικά στο Μάρκο κάθε φορά που ήθελαν να αναβαπτίσουν το κοινό τους στην υποτιθέμενη «αυθεντικότητα» μιας παλιότερης εποχής - με τη διαφορά ότι την «αυθεντικότητα» αυτή την παρουσίαζαν όπως την αντιλαμβάνονταν αυτοί.

Παραδείγματα: ο έχων θητεία στο λαϊκό τραγούδι από την δεκαετία του '50 και κατά τα άλλα καλός τραγουδιστής Παναγιώτης Μιχαλόπουλος έβαλε όσο πιο ηλεκτρικά γινότανε το «Σταύρο» να φτιάχνει καφέ και να τον κερνάει στον μπουφέ, ο Απόστολος Νικολαΐδης ξεφεύγει από το σκόπελο της λογοκρισίας επειδή ηχογραφεί στις ΗΠΑ, αλλά φορτώνει με ενισχυτές και ντραμς τις εκτελέσεις του, προσπαθώντας ταυτόχρονα να δώσει στο κοινό του την ψευδαίσθηση της συμμετοχής σε κάτι παράνομο ή απαγορευμένο, άρα και ακραίο κλπ. Σε γενικές γραμμές οι λαϊκοί τραγουδιστές εξέφραζαν αρκετά αυθεντικά την εποχή τους (ή έστω την κυρίαρχη μουσική έκφρασή της) και -υπό αυτό το πρίσμα- αντιλήφθηκαν και εκτέλεσαν τα τραγούδια του Μάρκου με τον τρέχοντα στην εποχή τους τρόπο, αποδεικνύοντας κατά κάποιον τρόπο ότι είναι διαχρονικά.


Ετικέτες άρθρων

Στατιστικά

Αυτή τη στιγμή, διαβάζουν 76 αναγνώστες την κλίκα